Legislator Case Law & Legislation
83/2010 AI generated

Supreme Court reverses lower court for failing to apply good faith interpretation rules to contract ambiguity.

Case Number 83/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court erred by failing to apply general interpretation rules regarding 'legal burdens' in a settlement agreement. The court found the lower court implicitly identified a gap in the parties' declarations but incorrectly omitted the application of Articles 173 and 200 of the Civil Code. Consequently, the Supreme Court held that the lower court violated mandatory interpretation principles and must retry the case with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; A court of first instance that identifies a gap in declarations or ambiguity in the true intent of the parties but fails to apply general interpretation rules based on good faith and established usage violates the grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
Civil Code interpretation Good faith principles Contract ambiguity Gap in declarations Remand for retrial Legal burdens Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 12(1) of Law 2336/1998
Article 13(1) of Law 2636/1998
Article 10(5) of Law 2837/2000
Article 14(1) of Law 2238/1994
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 83/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Βασδέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε", όπως μετονομάστηκε με το άρθρο 2 Ν.3270/2004, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1062/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3898/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές, ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000, σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο- Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".

Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο -Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.

β' του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".

Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.

Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρησή τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.

Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....

Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Στην προκείμενη, περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη από την εταιρία "Ξενοδοχεία-Τελεφερίκ και Καζίνο Αττικής Α.Ε." στις ...-7-1977, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του τεχνικού παιγνίων στο καζίνο MONT-PARNES.

Στις ...-4-1984 υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας, ως προς την εκμετάλλευση του ως άνω τουριστικού συγκροτήματος, ο ΕΟΤ. Ο αναιρεσείων εξακολούθησε να εργάζεται στο ως άνω Καζίνο, ως προϊστάμενος τμήματος έως τις ...-9-1985, οπότε καταγγέλθηκε ή σύμβαση εργασίας του και του δόθηκε μέρος της νόμιμης αποζημιώσεως.

Στη συνέχεια την ....9.1993 ο ΕΟΤ ενέκρινε την επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος στο Καζίνο Πάρνηθας, στη θέση, που κατείχε πριν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Ακολούθως, με το άρθρο 16 παρ. 5 του Ν.2837/2000 όλο το προσωπικό του Καζίνο Πάρνηθας μεταφέρθηκε, με την ίδια εργασιακή σχέση, στη συσταθείσα εταιρεία του "Δημοσίου Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" στην οποία ανήκε και το συγκρότημα Πάρνηθας ως τις 30-4-2003.

Με το Ν. 3139/2003, που δημοσιεύτηκε την 30-4-2003 μεταφέρθηκε η άδεια λειτουργίας του συγκροτήματος αυτού στην εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" και σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 4 παρ. 6 εδ. β', μέρος του προσωπικού του πρώην υποκαταστήματος μεταφέρθηκε στη νέα εταιρεία, οι δε υπόλοιποι, μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων, δάνειζαν έκτοτε τις υπηρεσίες τους σ' αυτή, διατηρώντας την εργασιακή τους σχέση και ειδικότητα με την εταιρεία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ.

Με την από 21-5-2003 αίτησή του στη Διεύθυνση Οργάνωσης της εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", ο αναιρεσείων δήλωσε συμμετοχή στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου..... Με απόφαση της ως άνω εταιρίας, έγινε αποδεκτό το αίτημά του και έτσι στις 3-9-2003 αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Η αποζημίωσή του υπολογίστηκε από την ως άνω εργοδότριά του (αναιρεσίβλητη) σε 87.433,40 ευρώ, από τα οποία, αφού παρακρατήθηκε φόρος μισθωτών υπηρεσιών 13.487,68 ευρώ, του καταβλήθηκε μέρος από 70867,36 ευρώ.

Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, "ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, κατά την αναφερθείσα συμφωνία της εναγομένης με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στο συγκρότημα Πάρνηθας, στο ποσό της αποζημίωσης δεν περιλαμβάνονται οι νόμιμες επιβαρύνσεις, συνεπώς και ο φόρος που αναλογεί σ' αυτή.

Από τη συμφωνία όμως αυτή δεν προκύπτει ότι στις νόμιμες επιβαρύνσεις περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου. Και αυτό γιατί, το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 και η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει τον δικαιούχο της αποζημίωσης και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο Δημόσιο, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση.

Ανάληψη υποχρέωσης από την εναγομένη για καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς επιβάρυνση του ενάγοντος, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία και η ίδια αρνείται βάσιμα ότι ανάλαβε τέτοια υποχρέωση" Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, ορθά παρακράτησε η αναιρεσίβλητη το φόρο και επομένως, ενόψει του ύψους της αποζημιώσεως, του αντιστοιχούντος σ' αυτή φόρου και των γενομένων καταβολών, ο ενάγων δικαιούται ακόμη να λάβει ποσό 14,741,64 ευρώ, το οποίο και αναγνώρισε ότι του οφείλεται.

Aπ` αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει, ότι εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, στο όλο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, από την εκτίμηση του οποίου διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο εισοδήματος που αναλογούσε στις αποζημιώσεις των εκουσίως αποχωρούντων από την επιχείρησή της και από το ότι η τελευταία αρνείται ότι είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση.

Ενώ, όμως, ενόψει αυτών το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ` αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.

Συνεπώς, το Εφετείο, με τον τρόπο αυτόν, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3898/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ