Supreme Court dismisses appeal against insurance contract dispute, citing procedural defects and inadmissible evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued for a new trial based on procedural irregularities and alleged distortion of evidence, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the lower court properly considered all submitted documents and that the appellant's claims regarding evidence evaluation fall outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 118(5), 520 of the Code of Civil Procedure; Article 495(1), 495(2), 500 of the Code of Civil Procedure; Articles 339, 432 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8), 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal must be filed with a document signed by a lawyer; arguments claiming distortion of evidence or procedural errors in evidence assessment are inadmissible as they fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 83/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μιχαήλ Πουλάκος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE AAE" που μετονομάστηκε η Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Nordstern Colonia Hellaς ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Παντελίδης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3043/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3744/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 118 παρ. 5, 520 ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της εφέσεως, όπου είναι υποχρεωτική η παράσταση με πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να περιέχει ως στοιχείο εγκυρότητάς του και την υπογραφή του τελευταίου, η οποία δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται όμως για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου.
Εάν δεν φέρει αυτή την υπογραφή, το δικόγραφο της έφεσης είναι άκυρο (ΑΠ 334/1974, ΑΠ. 428/1992). Περαιτέρω κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔικ. το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και ο καταθέτων το δικόγραφο.
Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Εξ άλλου κατά το άρθρο 500 ΚΠολΔικ. τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων αρχίζουν από τη σύνταξη της έκθεσης της κατάθεσής τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με την κατάθεση δικογράφου εις την γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επιβάλλεται προς ολοκλήρωση της διαδικασίας ασκήσεώς του και η κοινοποίηση αυτού προς τον εφεσίβλητο (ΑΠ 297/1989).
Έτσι η κατάθεση του δικογράφου και η περί αυτής συντασσόμενη και φέρουσα την υπογραφή του καταθέσαντος έκθεση αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο όρο της τελειώσεως της ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου (ΑΠ 535/1975, ΑΠ. 284/1995). Εκ τούτων παρέπεται ότι ανυπόγραφο δικόγραφο εφέσεως που δεν φέρει στην έκθεση καταθέσεως τούτου την υπογραφή του καταθέσαντος είναι δικονομικώς ανυπόστατο (άκυρο).
Περαιτέρω κατ' άρθρο 514 ΚΠολ.Δικ. δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν συντρέχει περίπτωση διττής άσκησης του ενδίκου μέσου της εφέσεως όταν το ένα από τα δύο δικόγραφο της εφέσεως είναι δικονομικώς ανυπόστατο λόγω έλλειψης υπογραφής του δικογράφου και της έκθεσης καταθέσεως από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων από την αναιρεσείουσα δύο δικογράφων της ασκηθείσης από την αναιρεσίβλητη εφέσεως κατά της 3043/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι το ένα από τα δύο δικόγραφα περιέχει στο αιτητικό του μόνο τη φράση "Ζητάμε να γίνει δεκτή η έφεσή μας", χωρίς να φέρει υπογραφή ή σφραγίδα πληρεξουσίου Δικηγόρου, στο τέλος δε του δικογράφου αυτού έχει καταχωρηθεί η συνταχθείσα από την αρμόδια γραμματέα έκθεση κατάθεσης, η οποία περιέχει τον αριθμό (6896/2004), την χρονολογία (2-9-2004) και την ώρα (10:07) καταθέσεως και φέρει την υπογραφή μόνο της γραμματέως που συνέταξε την έκθεση, όχι όμως και του καταθέσαντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου.
Το έτερο δικόγραφο της έφεσης, που έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με το προηγούμενο, με πλήρες όμως αιτητικό, έχει υπογραφή και σφραγίδα του συντάξαντος αυτό πληρεξουσίου δικηγόρου και η κάτωθι αυτού συνταχθείσα έκθεση κατάθεσης περιέχει τα ίδια ακριβώς στοιχεία που περιέχει και η έκθεση κατάθεσης του προηγούμενου δικογράφου έφεσης (δηλαδή τον ίδιο αριθμό κατάθεσης και την αυτή χρονολογία και ώρα κατάθεσης) και φέρει την υπογραφή, όχι μόνο του συντάξαντος αυτήν γραμματέως, αλλά και του καταθέσαντος το δικόγραφο πληρεξουσίου δικηγόρου.
Εν όψει αυτών δεν πρόκειται για δύο χωριστές εφέσεις κατά της αυτής απόφασης, αλλά για μία έφεση, αφού το ένα από τα δύο δικόγραφα, που δεν φέρει υπογραφή πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε κάτω από το αιτητικό του, ούτε στην έκθεση καταθέσεως, είναι ανυπόστατο (άκυρο). Επομένως το Εφετείο που έτσι έκρινε και δέχθηκε ότι πρόκειται περί μιας εφέσεως κατά της 3043/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, α) δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και β) έλαβε υπόψη τους αντίθετους περί απαραδέκτου της ασκηθείσης εφέσεως της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και γιαυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολ.Δικ.
πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 20 ΚΠολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα δικόγραφα της έφεσης και την ομολογία της αναιρεσίβλητης ως προς τον χρόνο επίδοσης τούτων και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δικογράφων αυτών με το να δεχθεί ότι πρόκειται περί μιας εφέσεως πρέπει να απορριφθεί Α) ως προς την πρώτη (υπό στοιχ.
α') αιτίαση ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αφού κάνει ειδική αναφορά στα δύο δικόγραφο της έφεσης, στο περιεχόμενο τούτων, την έκθεση καταθέσεώς τους και την επίδοσή τους στην αναιρεσείουσα και Β) ως προς την δεύτερη αιτίαση (υπό στοιχ.
β') ως απαράδεκτος α) διότι ως έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ. λόγο, θεωρούνται τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολ.Δικ., μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι και τα ανωτέρω δικόγραφα της εφέσεως.
Και β) διότι με τον λόγο αυτό δεν αποδίδεται στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, δηλαδή περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, αλλά απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την εκτίμηση και νομική αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως άν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, άν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.
η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός άν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή άν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Στην προκείμενη περίπτωση με τους λοιπούς λόγους της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση τούτων, προβάλλεται, η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα ήτοι α) το από 17-3-1998 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, β) την υπ' αριθμ. 1524/2000 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι ο εκπρόσωπος και οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, γ) το με αριθ.
πρωτ. ....... έγγραφο του τελωνείου Ηρακλείου και τις από 24-7-1998 και 6-11-1998 δύο αιτήσεις της αναιρεσείουσας προς την Διεύθυνση Τελωνείου Ηρακλείου Κρήτης "περί διαγραφής χρεών που αφορούν μή νομίμως βεβαιωθέντα ποσά για ΕΦΚ οινοπνεύματος ΦΠΑ και ΕΤΕΠΠΑΑ" και "περί διαγραφής αχρεωστήτως βεβαιωθέντων ποσών δια ΦΕΚ, ΦΠΑ και ΕΤΕΠΠΑΑ", δ) την από 10-12-2002 προσφυγή-αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου -της Διευθύντριας του Τελωνείου Ηρακλείου Κρήτης ενώπιον του Α' Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου και του με αριθμ.
πρωτ. 15889/14-10-2002 εγγράφου της, της υπ' αριθμ. 1303/9-12-2003 του εν λόγω Διοικητικού Δικαστηρίου και της σχετικής ανακοίνωσης Δίκης και ε) την από 17-9-2004 εξώδικη πρόσκληση-Δήλωση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα (μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν) και την υπ' αριθμ. 14283/2002 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος......", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.
Οι ίδιοι λόγοι, που κατά τα λοιπά και υπό την αόριστη επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 20 ΚΠολ.Δικ. αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όπως προεκτέθηκε κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολ.Δικ., έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στ άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα θέτει θέμα παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου των πρωτόδικων αποφάσεών της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, που κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ. αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε την υπ' αριθμ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικογράφου της εφέσεως στην αναιρεσείουσα, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης ....... με το να δεχθεί ότι η επίδοση αυτή έγινε την 8-3-2004, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το πραγματικό γεγονός, στο ποίο στηρίζεται, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδοση έγινε την 8-3-2004 αντί του ορθού 8-3-2005 α) δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης γίνεται, κατά τα προεκτιθέμενα, με την κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επιβάλλεται προς ολοκλήρωση της διαδικασίας ασκήσεώς του και η προς τον καθ' ού κοινοποίησης αυτού, και β) η εσφαλμένη αναγραφή του χρόνου επίδοσης του δικογράφου έφεσης (8-3-2004 αντί 8-3-2005) είναι προφανές ότι οφείλεται σε παραδρομή, εν όψει της προηγούμενης παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η κατάθεση του δικογράφου της έφεσης έγινε την 2-9-2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 4-7-2006 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3744/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ