Legislator Case Law & Legislation
83/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming acquisitive prescription violates constitutional property rights.

Case Number 83/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by heirs against a lower court ruling on property ownership. The appellants argued that the appellate court erred in applying acquisitive prescription, claiming it violated constitutional property protections. The court held that the appeal was inadmissible as it concerned evidence evaluation rather than legal error, and the statutory scheme for acquisitive prescription does not contravene constitutional guarantees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 17 para. 1 and 2 of the Constitution; Article 1 of the Additional Protocol to the ECHR; Article 559 no. 1 section b of the Code of Civil Procedure: The legal institution of acquisitive prescription does not violate constitutional property rights or international obligations, and appeals challenging it must be distinguished from those merely questioning evidence evaluation.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription constitutional property rights evidence evaluation legal error acquisitive prescription validity

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 17 paragraph 1 and 2 of the Constitution
Article 1 of the Additional Protocol to the European Convention on Human Rights
Article 559 number 1 section b of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 975, 1045, 1049 and 1143 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 83/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Π. και 2) Β. συζύγου Π. Χ.-, το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. συζύγου Μ. Κ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Μ. Κ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 4) Ά. χήρας Γ. Β., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ... και 5) Ε. συζύγου Σ. Μ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Αρβανιτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1999 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Α. χήρας Ν. Κ., το γένος Σ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19ΤΜ/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2002 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-4-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 10-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 1045 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του για εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού, ο πρωτότυπος δε αυτός τρόπος κτήσεως κυριότητας αποκαλείται έκτακτη χρησικτησία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή της Α.

χήρας Ν. Κ., που απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισαν οι αναιρεσείοντες ως μόνοι κληρονόμοι της, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας μαζί με τρίτο πρόσωπο κυριότητας που προβλήθηκε από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, δέχθηκε τα εξής: Ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι μία εξοχική οικία, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Τρυπητής της νήσου Μήλου, περιήλθε στην κυριότητα του Θ.

Κ. αιτία πωλήσεως, από την αληθή κυρία Α. χήρα Ι. Κ., με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος - Ειρηνοδικούντος Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Μήλου Ν.Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μήλου Πέτρου Ζερβουδάκη, ο ανωτέρω Θ. Κ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου του στον αντισυμβαλλόμενό του και αδελφό του Ν.

Κ., ενώ με το ίδιο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, παρακράτησε την επικαρπία υπέρ του εαυτού του και της συζύγου του Σ., εφ' όρου ζωής αυτών. Ότι ο ανωτέρω δωρητής Θ. Κ. έπασχε από ταχέως αναπτυσσόμενο καρκίνο και ένα μήνα μετά τη σύνταξη του συμβολαίου (24.9.1959) απεβίωσε, αφήνοντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ.

και τις τέσσερις θυγατέρες του, πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Ότι η σύζυγος του αποβιώσαντος Σ., η οποία δεν είχε συμβληθεί στο ανωτέρω ... συμβόλαιο, ουδέποτε προέβη σε αποδοχή της δωρεάς της επικαρπίας, ώστε στη συνέχεια να προβεί σε μεταγραφή αυτής, και έτσι δεν απέκτησε από την παραπάνω σύμβαση την επικαρπία της επίδικης οικίας, η οποία επικαρπία αυτοδικαίως (άρθρο 1167 ΑΚ) περιήλθε στον ψιλό κύριο Ν.

Κ., ο οποίος και απέκτησε την πλήρη κυριότητα αυτής. 'Οτι παρά ταύτα οι ανωτέρω κληρονόμοι του Θ. Κ. μετά το θάνατό του επελήφθησαν του επιδίκου και άρχισαν να το νέμονται ασκούντες επ' αυτού κάθε πράξη νομής με διάνοια κυριών. Ότι, συγκεκριμένα επέβλεπαν, συντηρούσαν και επισκεύαζαν αυτό και τους θερινούς μήνες διέμεναν, πραγματοποιώντας τις διακοπές τους και τα θαλάσσια λουτρά τους, ενώ τους χειμερινούς μήνες ανέθεταν την επίβλεψη αυτού σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και στον Α.

Α., ο οποίος και προέβαινε, μαζί με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, που είναι σύζυγος της πρώτης και ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, σε διάφορες επισκευές του επιδίκου. Ότι, στις 5.8.1974 το επίδικο ηλεκτροδοτήθηκε στο όνομα του Β. Γ., συζύγου της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, σύζυγος της πρώτης απ' αυτούς, κατέβαλε τις συνδρομές προς τον "Εξωραϊστικό Σύλλογο Οικιστών και Παραθεριστών ...τος Μήλου" και ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες θυγατέρες του Θ.

Κ., ασκούσαν, μαζί με τη μητέρα τους, πράξεις νομής με διάνοια κυρίων, από του θανάτου του μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι στις 6.7.1978 απεβίωσε στην Αθήνα ο ως άνω Ν. Κ., χωρίς να αφήσει κατιόντες, ο οποίος με την από 19.6.1970 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της αρμόδιας Αρχής της Επαρχίας Κουήνς της Πολιτείας Νέας Υόρκης και δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγό του - αρχική ενάγουσα Α.

Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του συζύγου της με την 38058/15.11.1995 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μπέη - Λίρμαν, η οποία, στις 15.3.1996 μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι από το θάνατο του συζύγου της (6.7.1978) έγινε κυρία του επιδίκου. Ότι και καθόλο αυτό το διάστημα οι κληρονόμοι του Θ. Κ. παρέμειναν στη νομή του επιδίκου, ασκώντας τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις νομής, η δε ενάγουσα Α.

Κ., η οποία εξακολουθούσε να κατοικεί στη Νέα Υόρκη, μετέβαινε ορισμένες φορές στη Μήλο, όπου τη φιλοξενούσε η μητέρα των εναγομένων Σ., με την οποία είχαν πολύ καλές σχέσεις, καθώς και με τους υπόλοιπους εναγομένους, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το επίδικο και σε ουδεμία πράξη νομής προέβη, παρόλο που γνώριζε την παρουσία των εναγομένων σ'αυτό και τις πράξεις νομής στις οποίες προέβαιναν όλοι και όχι μόνον η Σ..

Ότι για πρώτη φορά το έτος 1995 με το ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μπαντέκα - Παρτσαλάκη κατέστησε γενικούς πληρεξουσίους αυτής τους συνεχίζοντες τη δίκη, δηλαδή την ανεψιά της Β. και τον σύζυγό της Π. Χ., και συγχρόνως τους έδωσε ειδική εντολή να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν το επίδικο με οποιουσδήποτε όρους και τίμημα.

Ότι περί τα τέλη Αυγούστου 1999 η ως άνω πληρεξουσία της αρχικής ενάγουσας Β. Χ. για πρώτη φορά μετέβη στη Μήλο και μετέφερε την πρόθεση της ενάγουσας να μεταβιβάσει το επίδικο, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την κυριότητά της και έτσι εγέρθηκε η υπό κρίση αγωγή. Τέλος, το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Σ.

συζ. Θ. Κ. νεμόταν το επίδικο με διάνοια δικαιούχου επικαρπώτριας, το γεγονός δε αυτό το γνώριζε η ενάγουσα και γι'αυτό το έτος 1995 αποδέχθηκε την πλήρη κυριότητα του επιδίκου παρόλο που ζούσε ακόμα η Σ. Κ., την οποία για πρώτη φορά στην αγωγή της φέρει ως επικαρπώτρια. Με βάση τα περιστατικά αυτά έκρινε το Εφετείο ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες απέκτησαν μαζί με τη μητέρα τους την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1959, μαζί με τη μητέρα τους και στη συνέχεια από το έτος 1998, οπότε πέθανε η μητέρα τους, μόνες τους μέχρι την άσκηση της αγωγής (της 30.12.1999), νεμήθηκαν αυτό και έτσι δέχθηκε την ένσταση και απέρριψε την αγωγή.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με το ως άνω ... συμβόλαιο ο Θ. Κ., παρακρατώντας την επικαρπία του επιδίκου υπέρ της συζύγου του Σ. για το μετά το θάνατό του χρόνο και εφ' όρου ζωής της, έκανε πρόταση προς αυτήν ότι της δώριζε και της μεταβίβαζε την επικαρπία του επιδίκου για τον μετά το θάνατό του χρόνο και εφ' όρου ζωής της, υπό τον όρο ότι αυτή θα αποδεχόταν την δωρεά και μεταβίβαση της εν λόγω επικαρπίας με συμβολαιογραφική πράξη μεταγραφόμενη έως το θάνατο εκείνου, πλην ο όρος αυτός δεν εκπληρώθηκε, με συνέπεια, μετά το θάνατο εκείνου να αποσβεστεί η επί του επιδίκου επικαρπία (άρθρο 1167 Α.Κ.) και να καταστεί ο Ν.

Κ. πλήρης κύριος του επιδίκου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά ένα μέρος του, λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο με το που δέχθηκε ότι με το ... συμβόλαιο ο Θ. Κ. υποσχέθηκε στον αντισυμβαλλόμενό του Ν. Κ. ότι η σύζυγός του Σ. θα αποκτούσε την επικαρπία μετά το θάνατο εκείνου και έτσι συνήφθη μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση υπέρ τρίτου, ήτοι της Σ.

Κ., και μάλιστα ως εκ της φύσεως και τον σκοπόν της συμβάσεως γνήσια τέτοια, με συνέπεια η Σ. Κ. να έχει ευθεία αξίωση να απαιτήσει την παροχή και περαιτέρω συνέπεια να καταστεί αυτή επικαρπώτρια αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της, περαιτέρω δε το ίδιο δικαστήριο με το που δέχθηκε ότι η Σ. Κ. δεν έγινε ποτέ επικαρπώτρια, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 410, 411, 496 και 1143 Α.Κ., είναι, ενόψει των διαφορετικών παραδοχών του Εφετείου, απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επίσης, το Εφετείο με το που δέχθηκε ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 974, 975, 981, 982, 1045, 1047 και 1049 Α.Κ. και συνεπώς και οι δεύτερος, κατ' άλλο μέρος του, τρίτος κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Τέλος, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με την εκ μέρους της Σ. Κ. νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου και όχι επικαρπώτριας, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα τέταρτο και πέμπτο μέρη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό και ουσιαστικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με άλλο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την αγωγή ισχυρισμό ότι με τη σύμβαση της δωρεάς, που καταρτίσθηκε με το υπ'αριθ. ...

συμβόλαιο, που προαναφέρθηκε, καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου με υποσχόμενο τον Ν. Κ. και τρίτον την Σ. Κ. για ανοχή στην εκ μέρους της οίκηση, κάρπωση και χρήση του ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, έμμεσα αλλά σαφώς, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με το να δεχθεί ότι καταρτίστηκε άλλη δικαιοπραξία και, άρα, δεν καταρτίστηκε η ως άνω σύμβαση υπέρ τρίτου.

Ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 εδ. γ' του ίδιου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη το παραπάνω συμβόλαιο, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, καθόλο το περιεχόμενό της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω συμβόλαιο, το οποίο μάλιστα ρητά μνημονεύει και σχολιάζει στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, τρίτο και έκτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, προβάλλεται ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι εναγόμενες θυγατέρες του Θ. Κ. ασκούσαν μαζί με τη μητέρα τους πράξεις νομής με διάνοια κυρίων επί του επιδίκου από του θανάτου του Θ. Κ. μέχρι την άσκηση της αγωγής και όχι με διάνοια επικαρπωτή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την επαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στους κανόνες δικαίου των άρθρων 974, 975, 1045, 1049 και 1143 Α.Κ., διότι ήταν αδύνατο να αγνοούσαν την κρίσιμη δωρεά, αφού αυτή καταρτίστηκε εντός της οικίας της μητέρας τους, της οποίας οι σχέσεις με την Α. Κ. ήταν φιλικώτατες και συνεπώς γνώριζαν ότι η ανωτέρω ήταν επικαρπώτρια του επιδίκου και έτσι δεν ήταν δυνατό με το θάνατο του Θ. Κ. να ξεκίνησαν νομή επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αποδιδομένη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι η διάταξη του άρθρου 1045 που καθιερώνει την απόκτηση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και έτσι παραβίασε αυτές. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας, που ίσχυε και κατά το Β.Ρ.Δ, απαντάται στις νομοθεσίες σχεδόν όλων των Ευρωπαϊκών Κρατών και έχει ως δικαιολογητικό λόγο την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη της αξιοποίησης των οικονομικών αγαθών και άρα την ικανοποίηση του γενικού, ή κατ'άλλη έκφραση, του δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., οι οποίες προστατεύουν την ιδιοκτησία όπως την προσδιορίζει αυτή ο κοινός νομοθέτης, ο οποίος μπορεί και να θεσμοθετεί τις προϋποθέσεις κτήσεως και απώλειας αυτής στο πλαίσιο ικανοποιήσεως όχι μόνο του ατομικού αλλά και του γενικού συμφέροντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Απριλίου 2004 αίτηση των Π. Χ. κ.λ.π., για αναίρεση της υπ'αριθ. 79/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ