Legislator Case Law & Legislation
839/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance court ruling on traffic accident damages for lack of grounds.

Case Number 839/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court's judgment awarding damages for a traffic accident. The appellant argued the award was disproportionate and exceeded judicial discretion, but the court found the appeal vague and substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the costs were not assigned to the appellant due to the appellants' absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal as inadmissible if the grounds are vague and as unfounded if the lower court's assessment of damages does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial discretion principle of proportionality traffic accident damages insurance liability procedural default costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 839 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 839/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Aνώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Β. του Μ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Μ. - Φ. Β. (4η αναιρεσίβλητη), 2) Χ. Β. του Π., 3) Δ. Β. του Π. και 4) Μ. - Φ. Β. του Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα της Μ. Β., ως ασκούσα τη γονική μέριμνά της, κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. 381/3-12-2013 αγωγή του Θ. Μ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3099/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1093/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 2-10-2018 (αρ.

κατ. 774/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1093/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. ... και .../14-3-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων, Ι. Β. - Σ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), με θυροκόλληση, στους 1η έως την 4η των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο (βλ.

επίσης συνημμένη σε κάθε έκθεση επίδοσης την από 15-3-2019 απόδειξη παραλαβής εγγράφου από τον Προϊστάμενο Ανθυπαστυνόμο του ΑΤ Χανίων και την από 14-3-2019 βεβαίωση παραλαβής των ΕΛΤΑ). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν η 1η έως την 4η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού οι ανωτέρω απολειπόμενες 1η έως 4η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών.

Εξάλλου, η κρινόμενη από 2-10-2018 (αρ. κατ. 774/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1093/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, στις 2-2-2012, συνέβη στον Πειραιά τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούστηκε το με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧ ΤΑΧΙ, που οδηγούσε ο Α. Σ., ιδιοκτησίας του Θ. Μ. (μη διάδικοι σήμερα), την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Π. Β., νόμιμος σύζυγος, όσο ζούσε, της 1ης αναιρεσίβλητης και πατέρας των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τραυματίστηκε και μετά από συνεχή νοσηλεία αποβίωσε, στις 4-4-2012, στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός. Οι ήδη αναιρεσίβλητες - οικογένεια του θύματος άσκησαν την από 8-7-2014 (αρ. κατ. 3611/2014) αγωγή κατά των υποχρέων, οδηγού, κυρίου και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΤΑΧΙ, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για την ολική καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η αγωγή της οικογένειας συνεκδικάστηκε με την από 2-12-2013 αγωγή του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου ΤΑΧΙ κατά της ασφαλιστικής του εταιρείας (το κεφάλαιο αυτό, όπως και η αξίωση για την ολική καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου του θύματος, δεν αφορά την αναιρετική δίκη).

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3099/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή της οικογένειας του θύματος και επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ της 1ης αναιρεσίβλητης-χήρας το ποσό των 10.000 ευρώ και υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων-τέκνων το ποσό των 12.000 ευρώ σε καθένα. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, η από 16-2-2016 (αρ. κατ. 500269/2016) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και η από 30-6-2016 (αρ. κατ. 500034/2016) έφεση της οικογένειας του θύματος, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την αντέφεση του οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου ΤΑΧΙ, ως εφεσιβλήτων, στην έφεση της οικογένειας του θύματος.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, δέχθηκε ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από τη συγκλίνουσα αμέλεια των εμπλακέντων οδηγών και ειδικότερα, σε ποσοστό 75% του θύματος, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, με υπερβολική ταχύτητα παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη σταθερής κυκλικής μορφής και την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας - STOP, που είχε στην πορεία του και σε ποσοστό 25% του ασφαλισμένου από την αναιρεσείουσα οδηγού του ζημιογόνου ΤΑΧΙ, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, οδηγούσε αμελώς με υπερβολική ταχύτητα τουλάχιστον 70 χλμ/ώρα, έναντι του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής.

Κατόπιν τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της οικογένειας του θύματος - ήδη αναιρεσίβλητες, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και επιδίκασε σε κάθε αναιρεσίβλητη συγγενή του θύματος το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (πλέον της αποζημίωσης για την ολική καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που δεν αφορά την παρούσα δίκη).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, α) κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", β) κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", γ) κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....

πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 198/2015).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1046/2017).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το δεχθεί ότι ο ασφαλισμένος σ' αυτήν οδηγός του εμπλακέντος στο τροχαίο ατύχημα ΤΑΧΙ είναι συνυπαίτιος της σύγκρουσης σε ποσοστό 25%, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, κατά την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και αυτά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους παραβίασε ευθέως και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, για το οποίο, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ευθύνεται αποκλειστικά ο στενός συγγενής των αναιρεσιβλήτων.

Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, όπως και των προεκτεθέντων ουσιαστικών διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και συνεπώς, κατά τούτο ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι συνυπαίτιος σε ποσοστό 25% της ένδικης σύγκρουσης είναι ο ασφαλισμένος σ' αυτήν οδηγός του ΤΑΧΙ, διότι δήθεν εκινείτο τουλάχιστον με ταχύτητα 70 χλμ/ώρα έναντι του ορίου κατοικημένης περιοχής των 50χλμ/ώρα, διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτήν οδηγών και ειδικότερα, διότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει α) από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε, ότι η υπέρβαση δήθεν του ορίου ταχύτητας συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση των εμπλακέντων οχημάτων, β) εάν η σύγκρουση αυτή θα είχε αποφευχθεί, εάν ο ασφαλισμένος της, οδηγός ΤΑΧΙ, θα εκινείτο εντός του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, γ) σε πόση απόσταση το όχημα του θύματος-στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων παρεμβλήθηκε στην πορεία του ΤΑΧΙ και δ) ποια ήταν η ακριβής ταχύτητα του ΤΑΧΙ κατά το χρόνο της σύγκρουσης, ζητήματα που, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ήταν κρίσιμα για την έλλειψη υπαιτιότητας του ασφαλισμένου οδηγού του ΤΑΧΙ στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, που οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επίσης, με το συναφές Γ' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των οδηγών, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι εκτεταμένες φθορές των δύο εμπλακέντων οχημάτων αποτελούν συνέπεια και της υπερβολικής δήθεν ταχύτητας του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού του ΤΑΧΙ, παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 300 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η ταχύτητα δεν αποτελεί τον μοναδικό προσδιοριστικό παράγοντα της έκτασης των φθορών των οχημάτων, διότι αυτές είναι συνάρτηση και άλλων παραγόντων, όπως μεταξύ άλλων η γωνία σύγκρουσης, τα σημεία πρόσκρουσης, ο τυχόν αποφευκτικός ελιγμός, η απόσταση που κάθε οδηγός αντιλαμβάνεται το άλλο όχημα.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του τροχαίου ατυχήματος και της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου της αναιρεσείουσας, οδηγού του ΤΑΧΙ και του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα περί της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του ασφαλισμένου οδηγού ΤΑΧΙ στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 2 Φεβρουαρίου 2012 και περί ώρα 01:55, στον Π.

Α., ο πρώτος εναγόμενος Α. Σ. οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), κυριότητας του δεύτερου εναγομένου Θ. Μ., που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτών, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." και εκινείτο, με ταχύτητα τουλάχιστον 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην οδό ..., που είναι μονόδρομος, με κατεύθυνση από ....

Στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κίνηση των οχημάτων ήταν κανονική. Το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά την ίδια ημέρα και ώρα, ο Π.

Β., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγουσών, οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του και εκινείτο, με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην οδό ..., που είναι μονόδρομος, με κατεύθυνση από τον Πειραιά προς την Νίκαια. Στην διασταύρωση των οδών ...

και ... υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, για την ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, οι οποίοι λειτουργούσαν κανονικά, κατά την ως άνω ημέρα και ώρα. Όταν ο Π. Β. έφθασε στην διασταύρωση με την οδό ... δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του προ των φωτεινών σηματοδοτών της πορείας του, που έδειχναν ερυθρό φως κυκλικής μορφής, αλλά παραβιάζοντας το απαγορευτικό σήμα αυτών, εισήλθε, με το αυτοκίνητό του, χωρίς έλεγχο, στην διασταύρωση και άρχισε να διασχίζει, κάθετα, την οδό ..., με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να παρεμβληθεί στην πορεία του, υπ' αρ.

κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), το οποίο, κατά την στιγμή εκείνη, διέσχιζε την διασταύρωση, σύμφωνα με το πράσινο φως των σηματοδοτών της πορείας του, και το υπ' αρ. κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο να επιπέσει, με το εμπρόσθιο τμήμα του, στο μέσον της αριστερής πλευράς του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου του Π. Β., στο ύψος των αριστερών θυρών αυτού.

Λόγω της ως άνω σύγκρουσης, το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του Π. Β. μετακινήθηκε προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, και προσέκρουσε, με την δεξιά πλευρά του, στο τσιμέντινο τοιχείο, ύψους περίπου 0,70 μέτρων, και στα επ' αυτού σιδερένια κολωνάκια, που υφίσταντο στα δεξιά του αυτοκινήτου, επί του πεζοδρομίου, στην γωνία της ως άνω διασταύρωσης και, στη συνέχεια, ανατράπηκε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε όρθιο, με την δεξιά πλευρά του να εφάπτεται στο οδόστρωμα.

Στην ως άνω θέση ανευρέθηκε το υπ' αρ. ... αυτοκίνητο του Π. Β., κατά την άφιξη των αστυνομικών, που διενήργησαν την αυτοψία, οι οποίοι έφθασαν στον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, μετά πάροδο 15 λεπτών της ώρας (βλ. την με ημερομηνία 2-2-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο αστυφύλακας Β. Κ. και το με ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου ατυχήματος, που συνέταξε ο ίδιος αστυφύλακας).

Συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης, προκλήθηκαν εκτεταμένες φθορές στα συγκρουσθέντα οχήματα και τραυματίστηκε θανάσιμα ο Π. Β.. Η εκ μέρους του οδηγού του υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Β. παραβίαση του ερυθρού φωτός των σηματοδοτών της πορείας του αποδεικνύεται: 1) από την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην οποία ο διενεργήσας την αυτοψία αστυφύλακας Β.

Κ. αναγράφει ότι ο οδηγός του υπ' αρ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Β. δήλωσε σ' αυτόν, μετά από σχετική ερώτηση, περί των συνθηκών του ατυχήματος: "εγώ μάλλον, πρέπει να πέρασα με κόκκινο", 2) από την με ημερομηνία 17-6-2013 ένορκη εξέταση του ίδιου αστυφύλακα Β. Κ. ενώπιον της αστυφύλακος Ε. Μ. του τμήματος Τροχαίας Κορυδαλλού, ο οποίος καταθέτει ότι όταν έφθασε στον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, περί ώρα 02.10', συνάντησε τους οδηγούς αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων, εκ των οποίων ο Π.

Β. ήταν τραυματισμένος στην πλευρική χώρα και είχε έντονους πόνους, ήταν όμως σε πολύ καλή κατάσταση επικοινωνίας και ότι σε ερώτηση αυτού περί των συνθηκών του ατυχήματος, ο Π. Β. δήλωσε: "εγώ μάλλον πρέπει να πέρασα με κόκκινο" και 3) από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Δ. Μ., ασφαλιστή, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος καταθέτει ότι την επομένη ημέρα του ενδίκου ατυχήματος επικοινώνησε, τηλεφωνικά, με τον Π.

Β., που βρισκόταν στο Νοσοκομείο, και ότι ο τελευταίος του είπε "κύριε, δεν είδα αν υπήρχε φανάρι, καθόλου". Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στο με ημερομηνία 11-6-2012 ιατρικό σημείωμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", όπου μεταφέρθηκε ο Π. Β., αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, αναγράφεται ότι ο ασθενής ανέφερε άλγος στον θώρακα και στην οσφυϊκή μοίρα, ότι ήταν προσανατολισμένος σε χώρο και χρόνο, με κλίμακα Γλασκώβης 15/15, και ότι ο αδρός νευρολογικός έλεγχος ήταν κατά φύση.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι ο Π. Β.. συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, δεν ήταν σε θέση να μιλήσει, κατά την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος και την επομένη ημέρα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η με ημερομηνία 8-4-2012, ένορκη εξέταση του μάρτυρα Ι. Μ. που δόθηκε, για πρώτη φορά, ενώπιον του αστυφύλακα του αστυνομικού τμήματος Κισσάμου Χανίων Π.

Μ. μετά την πάροδο δύο μηνών από το ατύχημα και μετά τον θάνατο του Π. Β. καθώς και η ένορκη κατάθεση του ίδιου (Ι. Μ.), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος (Ι. Μ.) ήταν συνεπιβάτης του υπ' αρ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του Π. Β., κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος και είχε τραυματισθεί ελαφρά, νοσηλευθείς επί μια ημέρα στο Νοσοκομείο, και ο οποίος καταθέτει ότι ο Π.

Β. διέσχισε, με το αυτοκίνητό του, την διασταύρωση των οδών ... και ..., σύμφωνα με το πράσινο φως των σηματοδοτών της πορείας του, δεν κρίνονται από το Δικαστήριο πειστικές, για τον σχηματισμό πλήρους αντίθετης δικανικής πεποίθησης. Περαιτέρω, η υπερβολική ταχύτητα του υπ' αρ. κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα ανά ώρα) αποδεικνύεται από τις εκτεταμένες φθορές, που υπέστησαν τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα και από το γεγονός ότι συνεπεία της επίπτωσης του υπ' αρ.

κυκλ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) επί της αριστερής πλευράς του υπ' αρ. κυκλ. ... αυτοκινήτου του Π. Β., το τελευταίο ανατράπηκε προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του και ακινητοποιήθηκε σε όρθια θέση, με την δεξιά πλευρά του να εφάπτεται στο οδόστρωμα. Με τα δεδομένα αυτά, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και συνακόλουθα ο θανάσιμος τραυματισμός του Π.

Β. οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, κυρίως υπαίτιος, κατά ποσοστό 75%, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, είναι ο θανών Π. Β., οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε το αυτοκίνητό του με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη, από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα (70 χιλιόμετρα ανά ώρα), χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού και την εποπτεία της οδού, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του προ των φωτεινών σηματοδοτών της πορείας του, που έδειχναν ερυθρό φως κυκλικής μορφής, αλλά παραβιάζοντας το απαγορευτικό σήμα αυτών, εισήλθε, με το αυτοκίνητό του, στην διασταύρωση, χωρίς έλεγχο και χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, την προτεραιότητα στο υπ' αρ. ...

Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), το οποίο εκινείτο στην διασταύρωση, σύμφωνα με το πράσινο φως των σηματοδοτών της πορείας του, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν και να τραυματισθεί θανάσιμα ο ίδιος (Π. Β.). Με την ως άνω οδηγική του συμπεριφορά, ο Π. Β. παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 6 παρ. 1 εδ.

β' και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και άρθρ. 330 εδ. β' του Α.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος. Συνυπαίτιος, όμως, για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του Π. Β., κατά ποσοστό 25%, είναι και ο πρώτος εναγόμενος Α.

Σ., οδηγός του υπ' αρ. ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί), καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε το αυτοκίνητο του, με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα (τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα ανά ώρα), αλλά και της επιβαλλόμενης;

ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (νυκτερινή ώρα), την οποία δεν μείωσε, ενόψει προσεγγίσεώς του σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ώστε να είναι σε θέση, σε κάθε στιγμή, να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση και το αυτοκίνητό του να επιπέσει στο αυτοκίνητο του Π.

Β. και το τελευταίο να ανατραπεί, ήτοι αυτός (πρώτος εναγόμενος) παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και άρθρ. 330 εδ. β' του Α.Κ. υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος...". Περαιτέρω το Εφετείο αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη κατά τον τραυματισμό του ο συγγενής των αναιρεσιβλήτων και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτών και του επελθόντος μεταγενεστέρως θανάτου αυτού, δέχτηκε επίσης, και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ο Π.

Β. μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", το οποίο εφημέρευε. Εκεί ο Π. Β. ανέφερε άλγος στον θώρακα και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Ήταν προσανατολισμένος σε χώρο και χρόνο και με κλίμακα Γλασκώβης 15/15, και ο αδρός νευρολογικός έλεγχος ήταν κατά φύση. Μετά την διενέργεια ακτινογραφιών, διαπιστώθηκε ότι αυτός έχει υποστεί κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου, πολλαπλά κατάγματα δεξιών και αριστερών πλευρών, με παρεκτόπιση και παρασχίδες και θλάση αριστερού πνεύμονος.

Στη συνέχεια, στις 3-2-2012, ο Π. Β. μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο, από το ως άνω Νοσοκομείο, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", για περαιτέρω θωρακοχειρουργική εξέταση. Μετά την διενέργεια εξετάσεων και ακτινογραφιών, διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε υποστεί κατάγματα 3ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης και 10ης αριστερής πλευράς, με οπίσθια παρεκτόπιση, κατάγματα της 3ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης και 9ης δεξιάς πλευράς, αιμοθώρακα άμφω, κάταγμα του Θ12 θωρακικού σπονδύλου, με μικρή περεκτόπιση, αιμάτωμα αριστερού επινεφριδίου, ανθεκτική υποξυγοναιμία και αναπνευστική ανεπάρκεια.

Γι' αυτό, εισήχθη, ως πολυτραυματίας στην Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (Μ.Α.Φ.), για αιμοδυναμική και αναπνευστική παρακολούθηση. Λόγω της επιδεινούμενης κλινικής του εικόνας και της επικείμενης διασωλήνωσής του, ο Π. Β. εισήχθη στις 4-2-2012, στην Μονάδα Εντατικής θεραπείας I (MEΘ I) της κλινικής εντατικής θεραπείας του ίδιου νοσοκομείου.

Στη συνέχεια, αυτός εισήχθη στις 20-2-2012, διασωληνωμένος, υπό μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, στην Μονάδα Εντατικής θεραπείας II (ΜΕΘ II), λόγω βαρειάς αναπνευστικής ανεπάρκειας, σε έδαφος λοίμωξης του αναπνευστικού και πνευμονικών θλάσεων, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος. Κατά τη νοσηλεία του Π. Β. στην ΜΕΘ, εμφανίστηκε σ' αυτόν αλιθιασική χολοκυστίτιδα και ενδοηπατική χολόσταση, για την αποκατάσταση των οποίων διενεργήθηκε αρχικά χολοκυστοστομία (διαδερμικά) και στη συνέχεια χολοκυστεκτομή.

Στις 4-4-2012, και ενώ εξακολουθούσε να νοσηλεύεται στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ως άνω Νοσοκομείου (MEΘ II), ο Π. Β. απεβίωσε, λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας, σε έδαφος ανθεκτικής καταπληξίας, (βλ. το με ημ/νία 11-6-2012 ιατρικό σημείωμα του Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ" και τα με ημερομηνία 9-5-2012, 28-4-2012 και 8-6-2012 πιστοποιητικά νοσηλείας του Νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και την υπ' αρ. ...12 Δήλωση θανάτου του ως άνω Νοσοκομείου).

Περαιτέρω, στην με ημερομηνία 10-10-2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που έχει συντάξει ο Ιατροδικαστής Β. Δ., αναφέρεται ότι ο θάνατος του Π. Β. επήλθε συνεπεία αλλοιώσεων υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας και συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προϋπάρχουσα υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια δεν είχε διαπιστωθεί προ του θανάτου του Π.

Β., αλλά διαπιστώθηκε, για πρώτη φορά, με την ιστολογική εξέταση, που διενεργήθηκε, στα πλαίσια της νεκροψίας - νεκροτομής. Γι'αυτό και δεν αναφέρεται η ύπαρξη της ως άνω πάθησης του Π. Β. στα προαναφερθέντα ιατρικά πιστοποιητικά νοσηλείας των ως άνω Νοσοκομείων. Ύστερα απ' όσα προαναφέρθηκαν, ο θάνατος του Π.

Β., που συνέβη στις 4-4-2012, ήτοι δύο (2) μήνες μετά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις σωματικές βλάβες, που αυτός υπέστη, στις 2-2-2012, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα (πολλαπλά κατάγματα δεξιών και αριστερών πλευρών με παρεκτόπιση και παρασχίδες, θλάσεις πνεύμονος, αιμοθώρακα άμφω, κάταγμα του 012 θωρακικού σπονδύλου, αιμάτωμα επινεφριδίου), συνεπεία των οποίων (σωματικών βλαβών) προκλήθηκε σ' αυτόν βαρειά αναπνευστική ανεπάρκεια και νοσηλεύθηκε έκτοτε (2-2-2012) στο Νοσοκομείο μέχρι τον θάνατό του.

Η δε προϋπάρχουσα υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, που συνετέλεσε στον θάνατο αυτού, δεν θα επέφερε, από μόνη της, τον θάνατό του, κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, εάν δεν είχε λάβει χώρα ο τραυματισμός του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.ΕΓ.Α", περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ενδίκου τραυματισμού του Π.

Β. και του επελθοντος μετά δίμηνο θανάτου του, τον οποίο (ισχυρισμό) πρόβαλε, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στο Δικαστήριο αυτό, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσής της. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι ο ένδικος τραυματισμός του Π.

Β. τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον θάνατο αυτού και απέρριψε τον ισχυρισμό της τρίτης εναγομένης, περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας, ορθά εκτίμησε της αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσής της...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 ΑΚ ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, τη συμπεριφορά των οδηγών και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των οδηγών και του επελθόντος αποτελέσματος του τροχαίου ατυχήματος, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν, για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ επίσης έχει νόμιμη βάση με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στους ανωτέρω κανόνες, που εφάρμοσε, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, τους οποίους συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του ασφαλισμένου της αναιρεσείουσας, οδηγού του ΤΑΧΙ.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των οδηγών), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες της σύγκρουσης και την συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών.

Ειδικότερα, με επαρκή αιτιολογία διευκρινίζεται στην απόφαση, ότι ο οδηγός του ΤΑΧΙ, αν και οι συνθήκες κυκλοφορίας επέβαλαν τη μείωση της ταχύτητάς του, διότι προσήγγιζε στη διασταύρωση των οδών ... και ..., στον Πειραιά και ήταν νύκτα, ώρα 01:55, εντούτοις οδηγούσε με ταχύτητα, που υπερέβαινε κατά πολύ το όριο της κατοικημένης περιοχής των 50 χλμ/ώρα, την οποία το Δικαστήριο εκτίμησε σε τουλάχιστον 70 χλμ/ώρα, με άμεση συνέπεια ο ασφαλισμένος οδηγός του ΤΑΧΙ να μην αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του θύματος, το οποίο παρεμβλήθηκε στην πορεία του ΤΑΧΙ και το οποίο θα μπορούσε να αποφύγει, εάν οδηγούσε συνετά με μειωμένη ταχύτητα, ανεξάρτητα από τη μεγαλύτερη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του θύματος.

Επίσης, το Εφετείο αιτιολογεί την ιδιαίτερη για τις συνθήκες κυκλοφορίας αυξημένη ταχύτητα του ΤΑΧΙ από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, κατά την οποία, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές, το αυτοκίνητο του θύματος ανατράπηκε και ακινητοποιήθηκε σε όρθια θέση στο οδόστρωμα, καθώς επίσης από την έκταση των ζημιών του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο μέσον της αριστερής πλευράς του.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλιπή αιτιολογία που εκτίθενται στο Β' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι αποτελούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και σε κάθε περίπτωση είναι ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με τις ανωτέρω επαρκείς αιτιολογίες κατάγνωσε σε βάρος του οδηγού του ΤΑΧΙ συγκλίνουσα υπαιτιότητα, σε ποσοστό 25% και έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς τα ουσιώδη ζητήματα των συνθηκών σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Εξάλλου, το Γ' σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει επίσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι η δήθεν επικαλούμενη παραβίαση του ανωτέρω διδάγματος κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας, αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΤΑΧΙ και των συνθηκών πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος του στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, που επήλθε στις 4-4-2012, δηλαδή δύο μήνες μετά το τροχαίο ατύχημα, συνεπεία αλλοιώσεων υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας και συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές βλάβες, που αυτός είχε υποστεί κατά τη σύγκρουση και συγκεκριμμένα κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου και κατάγματα πλευρών, ζητήματα που ήταν ουσιώδη για την κατάγνωση της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού του ΤΑΧΙ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ως άνω έλλειψη αιτιώδους συνάφειας, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, αλλά αιτιολογημένο αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με τον οποίο αυτή, ως εναγομένη στην ένδικη αγωγή της οικογένειας, είχε αρνηθεί την ιστορική βάση αυτής και υποστήριζε, ότι ουδεμία υπαιτιότητα βάρυνε τον ασφαλισμένο της οδηγό για τον επισυμβάντα θάνατο του οικείου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αιτιολογημένο ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο αποτέλεσμα, από εκείνο που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάσει την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 1385/2018, ΑΠ 644/2014, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 41/2009).

Με τον 3ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο θάνατος του στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές βλάβες, που αυτός υπέστη κατά τη σύγκρουση, αν και σε προγενέστερο σημείο της απόφασής του δέχτηκε, ότι το θύμα έπασχε από προϋπάρχουσες χρόνιες παθήσεις και συγκεκριμένα από σύνδρομο εκφυλιστικού τύπου παθήσεις του αναπνευστικού και από υπερτροφία μυοκαρδίου, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν την απόφασή του αναιρετέα. Ο λόγος αυτός, κατά το Α' σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, κατά την αναιρεσείουσα, η αντίφαση εντοπίζεται στο αιτιολογικό μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς έχει τη μορφή αντιφατικής αιτιολογίας, που ιδρύει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω.

Κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη, αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο περί όλων των ανωτέρω (ΑΠ 526/2011). Εξάλλου, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσαν και ιδιαίτερες περιστάσεις του βλαβέντος ή ειδική προδιάθεση του ίδιου του παθόντος ή όταν μετά την επέλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος επέρχεται άλλο γεγονός, το οποίο επιτείνει το αποτέλεσμα, που έχει επέλθει, στην επίταση όμως αυτή συντείνει η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ήδη το βλαπτόμενο πρόσωπο εξαιτίας του προηγούμενου γεγονότος (ΑΠ 806/209, ΑΠ 128/2017).

Με τον ίδιο 3ο αναιρετικό λόγο, κατά το Β' συναφές με το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω αναφερόμενα στο Α' σκέλος του ερευνώμενου 3ου αναιρετικού λόγου διέλαβε αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες αιτιολογίες, που δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και έτσι στέρησε αυτή από νόμιμη βάση, με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 914 σε συνδ.

με άρθρ. 297-298 ΑΚ, οι οποίες, αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά, εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και συνεπώς, κατά τούτο ο 3ος κατά το Β' σκέλος του αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός. Ο λόγος αυτός όμως, κατά το Β' σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές έχουν εκτεθεί προηγουμένως αυτολεξεί, για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης, το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία δέχθηκε ότι η προϋπάρχουσα υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, που επίσης, συνετέλεσε στο θάνατο, δεν θα επέφερε από μόνη της το θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, εάν δεν είχε προηγηθεί ο σοβαρός τραυματισμός του, ο οποίος επέτεινε και επιδείνωσε την υπάρχουσα κατάσταση της υγείας του και ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού και του επελθόντος θανάτου ουδέποτε διεκόπηκε, ενώ αιτιολογεί εκτενώς την ανωτέρω παραδοχή με παράθεση των διαδοχικών νοσηλειών του θύματος από το ατύχημα μέχρι το θάνατό του.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι το θύμα, αμέσως μετά το ατύχημα, εισήχθη στο εφημερεύον ΑΤΤΙΚΟΝ Νοσοκομείο, ότι την επομένη ημέρα (3-2-2012) διακομίστηκε ως πολυτραυματίας στο Νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και αρχικά εισήχθη στην Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ), αλλά ότι λόγω της συνεχιζόμενης επιδείνωσης της υγείας του, την επομένη, 4-2-2012, εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ-Ι), όπου διασωληνώθηκε και στη συνέχεια, στις 20-2-2012, εισήχθη διασωληνωμένος υπό μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του στη ΜΕΘ-

ΙΙ, όπου αρχικά υποβλήθηκε σε διαδερμική χολοκυστοστομία και στη συνέχεια, σε χολοκυστεκτομή και ότι τελικά, στις 4-4-2012, ενώ ακόμη νοσηλευόταν στη ΜΕΘ-

ΙΙ, απεβίωσε. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε μεταξύ των σωματικών βλαβών, που υπέστη το θύμα κατά τον τραυματισμό του και της προδιάθεσης της κατάστασης της υγείας του θύματος, διότι αυτή επιτάθηκε εξαιτίας του τραυματισμού του. Οι παραδοχές αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ που εφαρμόστηκαν, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού και του θανάτου του θύματος. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον ερευνώμενο 3ο λόγο κατά το Β' σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Περαιτέρω και πλέον όσων έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λπ., να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 89/2019, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012).

Με τον 4ο λόγο αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες συγγενείς του θύματος υψηλά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να λάβει υπόψη του το συντρέχον πταίσμα του θύματος, σε ποσοστό 75%, στην πρόκληση του ατυχήματος, που ήταν ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας για την ανωτέρω αξίωση των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων - οικογένεια του θύματος.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος δεν αποτελεί ίδιο αυτοτελές στοιχείο, ώστε η παράθεσή του να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά συνιστά προσδιοριστικό κριτήριο, που αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστή ουσίας, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της ανωτέρω αξίωσης, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή του πορίσματός του σε νομική έννοια, ώστε, στην περίπτωση αυτή, να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επομένως ο ερευνώμενος ως άνω λόγος (4ος Α' σκέλος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο στη σελίδα 7α της απόφασής του ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα αμφοτέρων των οδηγών, που ως εκ περισσού προσδιόρισε και αριθμητικά (75% για το θύμα και 25% για τον ασφαλισμένο της αναιρεσείουσας, οδηγό του ΤΑΧΙ) και με βάση την συγκλίνουσα αυτή υπαιτιότητα επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες - συγγενείς του θύματος, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθεμία τούτων.

Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του 4ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, (σε συνδυασμό, όπως ορθά εκτιμάται των άρθρ. 2 παρ. 1 Συντ/τος και 932 ΑΚ), με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στις αναιρεσίβλητες συγγενείς του θύματος το ποσό των 20.187,50 ευρώ σε καθεμία για αποζημίωση λόγω της ολικής καταστροφής του οχήματος του συγγενούς τους και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό της ανωτέρω διάταξης νόμου και συγχρόνως διέλαβε ελλιπή αιτιολογία κατά την κατάγνωση σ' αυτές του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ενόψει του συντρέχοντος πταίσματος του συγγενούς τους σε ποσοστό 75%, κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάστηκε στην οικογένεια του θύματος. Άλλως, εάν υποτεθεί ότι το ποσό αυτό ανέρχεται σε 20.000 ευρώ για καθεμία αναιρεσίβλητη και ότι τούτο προκύπτει, χωρίς αμφιβολία από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να καθορίσει σε κάθε συγγενή του θύματος το ποσό των 20.000 ευρώ ενόψει και της συγκλίνουσας αμέλειας του τελευταίου (75%) στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατός του, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνο, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, ο 4ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του Συντ/τος και 932 ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθεμία συγγενή του θύματος και ήδη αναιρεσίβλητες, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό (20.000 ευρώ), το οποίο είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 περ. Βδ' ΚΠολΔ. Τέλος, δεν πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, αν και αυτή ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτές λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2018 (αρ. κατ. 774/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1093/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ