Supreme Court dismisses appeal claiming contradictory rulings and evidence distortion in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court contained contradictory rulings and distorted documentary evidence, while the respondent maintained the lower court's findings were based on a correct assessment of facts. The court ruled that the alleged contradictions did not exist in the operative part of the decision and that the evaluation of evidence and common sense principles remains unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 19, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Contradictory provisions must exist in the operative part to invalidate a judgment, and evidence evaluation including common sense principles is unreviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 839 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 839/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Λεωνίδα Θεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6651/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6053/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της και των από 7 Οκτωβρίου 2009 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, συνάγεται ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση να εντοπίζεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεση της.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, και με το δεύτερο μέρος του η από τον αριθ. 19 πλημμέλεια ότι περιέχει αιτιολογίες αντιφατικές διότι καίτοι κατά το σκεπτικό της απόφασης σε κρίση υπόκεινται η από 18/24-09-2007 έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου και η από 22/23-10-2007 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 6651/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το διατακτικό απορρίφθηκε η δική της από 22/23-10-2007 έφεση και χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνει στο διατακτικό διάταξη για παραδοχή ή απόρριψη της από 18-09-2007 έφεσης του αναιρεσιβλήτου εξαφανίζει στο σύνολο της την εκκαλουμένη απόφαση (6651/2005) κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 28-06/2-7-2002 αγωγής και υποχρεώνει την εναγομένη -με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως -να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το εις αυτή ακίνητο καθώς και να του καταβάλλει το ποσό των 84.062,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι υπό το ανωτέρω περιεχόμενο δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αφού δεν πρόκειται για αντίφαση διατάξεων που εντοπίζονται στο διατακτικό εκ της οποίας να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και κατ' επέκταση να καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο του μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει διαλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτής σαφής και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία παραδοχής της έφεσης του ενάγοντος, εκδίκασης της υπόθεσης από το Εφετείο και παραδοχής της αγωγής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ. Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 1401 ΑΚ "Η αξίωση του προηγουμένου άρθρου δεν γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε.
Επίσης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή ...". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτουν τα εξής: Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι α) λύση η ακύρωση του υφισταμένου μεταξύ των συζύγων νομίμου γάμου ή η συμπλήρωση τριετούς διάστασης, β) αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αφ' ότου τελέστηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιοδήποτε τρόπο, του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου.
Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αγωγή αλλά και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή από τον δικαιούχο στον υπόχρεο κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών που αποτιμώνται σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών για τη συντήρηση και λειτουργία του κοινού οίκου και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, κατά το μέτρο που αυτές υπερβαίνουν την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση για συνεισφορά προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι αποτιμητά σε χρήμα, όχι όμως και υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου ή τέτοια που αποκτήθηκαν από αυτόν μετά το γάμο, με δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία, ούτε επίσης περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από τον υπόχρεο με διάθεση είτε αρχικής περιουσίας είτε περιουσίας που αποκτήθηκε από αυτόν με δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία.
Η ύπαρξη τέτοιων περιουσιακών στοιχείων αποτελεί ένσταση του εναγομένου υπόχρεου προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής του δικαιούχου. Προς διαπίστωση του εάν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής αυτού κατάστασης, κατά τον κρίσιμο χρόνο (τελική περιουσία) και εκείνης που υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία), η τυχόν δε προκύπτουσα, μετ' αναγωγή της αξίας αυτών στο χρόνο γέννησης της αξίωσης, διαφορά συνιστά την αύξηση της περιουσίας, για την απόκτηση της οποίας τεκμαίρεται μαχητώς ότι ο δικαιούχος συνέβαλε κατά ποσοστό 1/3, ή κατά το αιτούμενο με την αγωγή και αποδεικνυόμενο από αυτόν μεγαλύτερο ποσοστό.
Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος ή οι κληρονόμοι αυτού, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλουν, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με τη αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, ως προς το επί πλέον αυτού ποσοστό ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή συνιστά άρνηση..
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη ... στις 20.6.1988, ενώ πριν το γάμο τους είχαν ήδη αποκτήσει στις 19.12.1986 ένα τέκνο την Μ.-Β., την οποία ο ενάγων-εναγόμενος αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του από τις σχέσεις του με την εναγομένη-ενάγουσα με σχετική συμβολαιογραφική πράξη.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε το μήνα Μάιο του έτους 1998, οπότε η εναγομένη-ενάγουσα εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία, όπως ήδη έχει κριθεί τελεσίδικα με την υπ' αρ. 7446/2006 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, των διαδίκων ο ενάγων-εναγόμενος, ο οποίος είναι, ιατρός οφθαλμίατρος, δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, η δε ενάγουσα-εναγομένη είχε την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος επιφάνειας 53,72 τ.μ. ..., αξίας τότε 5.000.000 δραχμών, όπως συνομολογείται, από τη μη ειδική αμφισβήτηση της αξίας του, από την ως άνω εναγομένη, το οποίο όμως έχει ήδη εκποιηθεί (σχ.
το προσκομιζόμενο υπ' αρ. .../1997 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμ/φου Καλλιθέας Γενοβέφα Αθητάκη), πριν την ανωτέρω διάσταση τους και έχει εισπραχθεί απ' αυτήν ως τίμημα ποσόν 7.700.000 δραχμών. Από το χρόνο τελέσεως του γάμου τους μέχρι την έναρξη της διαστάσεως των διαδίκων και πιο συγκεκριμένα κατά τις πιο κάτω χρονολογίες, που εμπίπτουν στο διάστημα αυτό, οι διάδικοι απέκτησαν ο καθένας τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, της έναντι εκάστου αναφερομένης αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως των αγωγών των διαδίκων αντίστοιχα, ήτοι :
Α) Η εναγομένη-ενάγουσα τα εξής ακίνητα : α) Με το υπ' αριθ. .../30-6-1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Δήμητρας Κόλλια, από την Α. σύζυγο Π. Μ. έναν αγρό που βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου και εκτός της περιμετρικής ζώνης της πόλεως ... και στην ειδικότερη θέση ..., αξίας 2.400.000 δραχμών. β) Με το υπ' αριθ.
…/13-12-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου από τον Χ. Κ. του Β. και Α., έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., έκτασης δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα πέντε (2685) τετραγωνικών μέτρων αξίας 1.400.00 δραχμών. γ) Με το υπ' αριθ. .../3-4-1992 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη, από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ το 1/2 εξαδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου μετά της επ' αυτού ισογείου μετά υπογείου οικοδομής που βρίσκεται εντός της περιφέρειας της κοινότητας ...
του τέως Δήμου … στη θέση "..." και επί της οδού ..., εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών κατά μεν τον τίτλο κτήσεως δύο χιλιάδων εννεακοσίων τριάντα οκτώ και 10/00 (2.938,10), κατά δε νεώτερη καταμέτρηση όπως φαίνεται στο προσαρτώμενο στο παρόν παρακάτω τοπογραφικό διάγραμμα, δύο χιλιάδων εννεακοσίων τριάντα επτά και 83/00 (2.937,83) αξίας 38.997.426 δραχμών.
Επί του προπεριγραφέντος οικοπέδου υφίσταται οικοδομή συγκειμένη από Υπόγειο και ισόγειο, επιφανείας του καθενός ορόφου μέτρων τετραγωνικών διακοσίων (200,00) και όγκου του μεν ισογείου μέτρων κυβικών εξακοσίων είκοσι (620,00) του δε υπογείου μέτρων κυβικών τριακοσίων εξήντα (360,00). δ) Με το υπ' αριθ. .../21-2-1995 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ελένης Κατσίμπα, ένα οικόπεδο πρώην ιδιοκτησίας του Ι.
Τ., εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως μέτρων τετραγωνικών εξακοσίων εννέα και 0,50 (609,50) αξίας 12.093.245 δραχμών. ε) Με το υπ' αριθ. .../23-3-1996 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαμβίας Μπιτούνη, από τους Κ. Κ. και Μ. συζ. Κ. Κ. το υπό στοιχεία Γάμα Κεφαλαίο ένα (Γ-1) διαμέρισμα του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο και την περιφέρεια του δήμου ...
και επί της Λεωφόρου ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 13 έχει εμβαδόν, κατά την τελευταία του καταμέτρηση, μέτρα τετραγωνικά χίλια εκατόν σαράντα (1140) αξίας 14.876.055 δραχμών. στ) Με το υπ' αριθ. .../15-10-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Παναγιώτας Πένητα-Μπουγιούκου, από την Π. Ρ. μία ισόγεια οικία, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εκατόν δύο και ενενήντα πέντε εκατοστών (102,95 τ.μ.) με ημιυπόγειο εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εκατόν δύο και ενενήντα πέντε εκατοστών (102,95) με το οικόπεδο της, άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός οικισμού της Κοινότητας ...
εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών οκτακοσίων τριάντα και δώδεκα εκατοστών (830,12), αξίας 5.270.000 δραχμών. Β) Ο εναγόμενος - ενάγων, τα εξής δέκα ακίνητα : α) Με το αριθμ. 19710/1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γεωργακοπούλου -Μάρκελου, ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου με τα στοιχεία β -1, εκτάσεως 79 τ.μ. στην Αθήνα, επί της οδού ..., αξίας 1.500.000 δραχμών, β) Με το αριθμ.
…/27.11.1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου, ένα αγροτεμάχιο στο Μ. Α., στην περιοχή Ρ. Μ., εκτάσεως 1.148 τ.μ. από τον Γ. Κ., αξίας 459.200 δραχμών, γ) Με το αριθμ. ../27.11.1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου, ένα αγροτεμάχιο στο Μ. Α., στην περιοχή Ρ. Μ., εκτάσεως 1.202 τ.μ., από τον Σ. Κ.
του Γ., αξίας 507.000 δραχμών. δ) Με το αριθμ. ../17.1.1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου, ένα αγροτεμάχιο στο Μ. Α., στην περιοχή Ρ. Μ., εκτάσεως 268 τ.μ., από την Ά. χήρα Α. Γ. το γένος Καλοφούτη αξίας 100.000 δρχ. ε) Με το αριθμ. …/3.1.1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Πάσχου, ένα αγροτεμάχιο στο Μ.
Α., στην περιοχή Ρ. Μ., εκτάσεως 218,65 τ.μ., από τον Γ. Σ. του Ν., αξίας 120.000 δραχμών. στ) Με το αριθμ. .../24.3.1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αννας Τσαφάρά, ένα αγροτεμάχιο στη ..., στη θέση 2, εκτάσεως 1.219 τ.μ., από τους Α. Ν. του Ι. και Κ. Ν. του Α., το οποίο αποτελεί το τεμάχιο ιβ, κατηγορίας Γ παραχωρητηρίου Υπουργείο Γεωργίας, κατά δε την νεώτερη καταμέτρηση έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά χίλια διακόσια δέκα εννέα και 10/00 (1219,10), αξίας 7.000.000 δραχμών.
ζ) Με το αριθμ. .../19.6.1992 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Τσαφαρά, ένα οικόπεδο με την επ' αυτού υπάρχουσα παλιά ισόγεια κατοικία, που βρίσκεται στην ενορία ... και εντός της κωμοπόλεως ... της νήσου ..., από την Α. Π., εκτάσεως 211 τ.μ. (η οικία 40 τ.μ.), το οποίο σύμφωνα με το από 18.6.1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Α.
Δ., το οποίο φέρει τη δήλωση του ν. 651/1977 από τον συντάξαντα μηχανικό είναι εντός οικισμού και κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, αξίας 1.900.000 δραχμών. η) Με το αριθμ. .../30.7.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ερεσού Λέσβου Παύλου Παπάζογλου, έναν συκαγρό με τα επ' αυτού παλιά και ερειπωμένα κτίσματα, από τους Δ.
και Α. Κ., εκτάσεως 4.438,68 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." αγροτικής περιφέρειας ... με την ειδική ονομασία "...", αξίας 3.330.000 δραχμών. θ) Με το αριθμ. .../12.11.1994 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ερεσού Λέσβου Παύλου Παπάζογλου, ένα αγροτεμάχιο-οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "...", αγροτικής περιφερείας... με την ειδική ονομασία "..." από τον Δ.
Κ., εκτάσεως 4.230,06 τ.μ., αξίας 2.000.000 δραχμών. ι)το αριθμ. .../1.7.1997 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ερεσού Λέσβου Παύλου Παπάζογλου, μία ισόγεια οικία μετά των βοηθητικών χώρων, εμβαδού 42,64 τ.μ., με το οικόπεδο, εκτάσεως 124,69 τ.μ., πάνω στο οποίο είναι κτισμένη, την αυλή της και όλη της την περιοχή, από τους Π. και Ι.
Θ., η οποία βρίσκεται μέσα στον οικισμό του Δήμου ... ... και στην ενορία "...", αξίας 3.000.000 δραχμών. Τα προαναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης με την πρώτη αγωγή αποκτήθηκαν κυρίως με χρήματα του ενάγοντος, ο οποίος ως ιατρός οφθαλμίατρος διατηρούσε δικό του ιατρείο στη ..., επί της οδού ..., αρ. 13, από το έτος 1984 και παλαιότερα επί της οδού ..., αρ. 21, με ικανή πελατεία και μάλιστα πολλά έτη πριν από το γάμο του με την ως άνω εναγομένη.
Το έτος 1986, ήτοι πριν την τέλεση του γάμου του με την εναγομένη, ο ενάγων, κορυφαίος πλέον επιστήμονας οφθαλμολογίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό (διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λειψίας) συνέστησε με το υπ' αρ. .../86 συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Άννας Τσαφαρά την Ανώνυμη Εταιρεία υπό την επωνυμία "Ερευνητικό και Θεραπευτικό Ινστιτούτο ΟΦΘΑΛΜΟΣ Ανώνυμος Εταιρεία" (σχ.
ΦΕΚ 338/1986 τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), με μετοχικό κεφάλαιο 40.000.000 δραχμών καταβεβλημένο σε μετρητά από τον ίδιο και σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών στους τομείς της διαγνωστικής θεραπείας πάσης φύσεως παθήσεων και ιδίως του οφθαλμού, προαγωγή της ιατρικής και ιδίως της οφθαλμολογίας δι' διοργανώσεως εκπαιδευτικών ανταλλαγών και προγραμμάτων σεμιναρίων κ.λ.π..
Η ως άνω εταιρεία λειτούργησε με μεγάλη επιτυχία και καθιέρωση, υπό την προεδρεία και διεύθυνση του ιδίου του ενάγοντος, ο οποίος από τη σύσταση της κατείχε τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής. Άριστος και καταξιωμένος επιστήμων, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αμερική και ικανότητες στη δημιουργία και οργάνωση μιας οφθαλμολογικής κλινικής, με έντονη διοικητική και επιστημονική εργασία και ζήλο, κατόρθωσε να γίνει ο πρώτο όνομα στον κλάδο του, αποκομίζοντας παράλληλα σοβαρά εισοδήματα και αποκτώντας μεγάλη περιουσία κυρίως ακίνητη, ως ανωτέρω μνημονεύεται.
Οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί οργανώσεως της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και επαυξήσεως της πελατείας του λόγω των μεγαλυτέρων δυνατοτήτων της, συνεπεία των οικονομικών σπουδών της στη σχολή Saint George, δεν αποδείχτηκαν από τα προσκομισθέντα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε σε ποιο κλάδο σπουδών φοίτησε αυτή, ώστε να έχει ικανότητες οργανώσεως και συντηρήσεως μιας τέτοιας επιχειρήσεως, όπως επίσης δεν αποδείχτηκε τυχόν εμπειρία της από τυχόν προηγούμενες παρόμοιες δραστηριότητες της (είχε εργασθεί μόνον ως υπάλληλος απλή και γραμματέας) και πέραν από όλα αυτά δεν αποδείχτηκε ενεργός και ουσιαστική συμμετοχή της στην εν λόγω εταιρεία.
Όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, αυτή κατά το έτος 1987 απασχολήθηκε ενεργώς με την ίδρυση και λειτουργία δικής της εταιρείας, σε μια ματαιόπονη προσπάθεια της να αναδειχθεί σε επιχειρηματία, βοηθούμενη μάλιστα από τον ενάγοντα και κατά την έναρξη λειτουργίας της και κατά την εκκαθάριση, συμβάλλοντας και οικονομικά προς κάλυψη των χρεών αυτής (εταιρείας).
Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν, σε κάθε περίπτωση, να απασχολείται με δύο εταιρείες και να προσφέρει παράλληλα και υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο και την ανατροφή της ανήλικης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή. Εξάλλου αν αυτή είχε τις απαιτούμενες γνώσεις οργανώσεως και διοικήσεως επιχειρήσεων και ανάλογη εμπειρία, όπως η ίδια διατείνεται, θα λειτουργούσε επαξίως και επιτυχώς πρωτίστως τη δική της επιχείρηση, η οποία εν τέλει απέτυχε παταγωδώς, αφού όχι μόνο δεν απεκόμισε κέρδη, αλλ' αντίθετα δημιούργησε χρέη της τάξεως εκατομμυρίων, όπως κατωτέρω θα αναλυθούν.
Με βάση τις φορολογικές δηλώσεις του ενάγοντος (σχ. οι προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις του ενάγοντος οικονομικών ετών 1986-1999 και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα), αυτός κατά τα έτη 1986-1999 αποκόμισε τα ακόλουθα ποσά από τις άνω δραστηριότητες του, ήτοι: Το οικονομικό έτος 1986, 28.456.782 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1987, 30.944.947 δραχμές.
Το οικονομικό έτος 1988, 28.696.145 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1989, 34.305.683 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1990, 38.925.683 δραχμές. Το οικονομικό έτος-1991, 18.093.515 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1992, 26.745.864 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1993, 15.714.802 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1994, 14.500.000 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1995, 9.284.250 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1996, 64.885.776 δραχμές.
Το οικονομικό έτος 1997, 51.498.087 δραχμές. Το οικονομικό έτος 1.998, 53.371.049 δραχμές. Έτσι ο ενάγων κατά τα προαναφερόμενα έτη αποκόμισε συνολικά το ποσόν των 423.846.003 δραχμών, μέρος του οποίου διέθεσε προς δημιουργία της πρεκτεθείσας ακίνητης περιουσίας του. ως κατωτέρω θα αναλυθεί ειδικότερα. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ενάγουσα με τη δεύτερη αγωγή, απόφοιτος της ιδιωτικής σχολής γραμματέων επιχειρήσεων "Saint George", αρχικά εργάστηκε επί διετία ως υπάλληλος στην εταιρεία "ΑΝΝΙΒΑΣ Ε.Π.Ε.", ακολούθως δε από αρχές του 1984 προσελήφθη από τον ενάγοντα ως γραμματέας στο ανωτέρω ιατρείο του επί της οδού ...
στη ..., με μηνιαίες αποδοχές 25.000 δραχμές το πρώτο έτος και 50.000 καθαρά το δεύτερο έτος, ενώ από 1/1/1987 προσλήφθη επίσης από τον ενάγοντα ως υπάλληλος στην προαναφερόμενη εταιρεία του "ΟΦΘΑΛΜΟΣ Α.Ε.", όπου υπηρέτησε επί ένα έτος ακριβώς με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 62.000 δραχμών (σχ. οι προσκομιζόμενες καταστάσεις του ΙΚΑ) και από το έτος 1992 έως και 1998 ορίστηκε τιμής ένεκεν ως σύζυγος του ενάγοντος, ιδρυτή και μετόχου κατά ποσοστό 99% της ανωτέρω εταιρείας, αντιπρόεδρος αυτής τύποις και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή, με μηνιαίες αποδοχές το πρώτο έτος 100.000 δραχμών και τα επόμενα πέντε έτη 200.000 δραχμών.
Εξ άλλου η ανωτέρω εναγομένη με την οικονομική και ηθική συμπαράσταση του ενάγοντος, συζύγου της, ίδρυσε στις 14/12/1987 με το υπ' αρ. .../87 συμβόλαιο της Συμ/φου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη και μοναδικό συμμέτοχο τον πατέρα της, την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΑΞΙΣ-Α. Κ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα το επί της οδού ...
αρ. 13 γραφείο και σκοπό την εισαγωγή-εξαγωγή, εμπορία, κατασκευή ιατρικών μηχανημάτων και συναφών ειδών, ναυτιλιακές εργασίες πάσης φύσεως, εμπορία ειδών διατροφής ως και ζωοτροφών κ.λ.π.. Η πορεία όμως της εταιρείας αυτής (αρχικά με τους άνω δύο μετόχους και στη συνέχεια ως μονοπρόσωπη, μόνον από την εναγομένη) ήταν ζημιογόνος όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς των ετών 1988 έως 1999 και γι' αυτό τέθηκε σε εκκαθάριση.
Καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, η εν λόγω εταιρεία παρουσίασε κέρδη μόνον κατά το έτος 1996 και δη το ποσόν των 206.303 δραχμών, κατά δε τα λοιπά έτη παρουσίασε συνεχώς ζημίες εκατομμυρίων δραχμών κατ' έτος και συνολικά για όλα τα έτη ζημίες 60.000.000 δραχμών (σχ. οι προσκομιζόμενοι ισολογισμοί των ετών αυτών).
Συνεχής η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα της εναγομένης, όχι μόνον δεν της απέδωσε οποιοδήποτε εισόδημα, αλλά της. δημιούργησε ζημίες, μέρος των οποίων κάλυψε ο ίδιος ο ενάγων με δύο χρηματικές καταβολές συνολικού ποσού 7.110.000 δραχμών (σχ. δύο δελτία καταθέσεως της τράπεζας ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ με ημερομηνία 30/1/1997 ποσών 6.000.000 και 1.110.000 δραχμών αντίστοιχα).
Έτσι τα μοναδικά εισοδήματα της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα ήταν οι προαναφερόμενες αποδοχές της (ήτοι ποσόν 1.200.000 δραχμών το έτος 1992 και 2.400.000 δραχμών καθ' έκαστον των επομένων πέντε ετών), τις οποίες και αυτή δήλωσε στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 1992 έως 1997 (σχ. οι προσκομιζόμενες μισθολογικές καταστάσεις της εταιρείας ΟΦΘΑΛΜΟΣ Α.Ε.), παρά το ότι η ίδια, στις πρωτόδικες προτάσεις της που κατέθεσε προς στήριξη των αγωγικών ισχυρισμών της, διατείνεται ότι ναι μεν στις μισθολογικές καταστάσεις της εταιρείας φαινόταν ότι ελάμβανε ένα συμβολικό ποσό ως μέλος του Δ.Σ.
και αντιπρόεδρος αυτής, στην πραγματικότητα όμως ουδέν ποσό ελάμβανε. Τα χρηματικά όμως αυτά ποσά η εναγομένη-ενάγουσα τα κατασπατάλησε για τις προσωπικές ανάγκες και απολαύσεις της κατασπαταλώντας συγχρόνως αλόγιστα σημαντικά ποσά, τα οποία κατ' απαίτηση της ίδιας χορηγούσε συνεχώς ο υπερευκατάστατος ενάγων σύζυγος της, όπως ο ίδιος βασίμως ισχυρίζεται.
Χαρακτηριστικές στο σημείο αυτό είναι οι καταθέσεις των ενόρκων βεβαιωσάντων υπέρ του ενάγοντος-εναγομένου μαρτύρων, οι οποίοι ως λογιστές της εταιρείας του ενάγοντος, εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζουν όσα μετά πλήρους σαφήνειας ενόρκως εβεβαίωσαν και στις οποίες καταθέσεις το Δικαστήριο παρέχει πλήρη πίστη, διότι καίτοι οι μάρτυρες αυτοί δεν υπέστησαν τη βάσανο του ακροατηρίου, όμως περαιτέρω κατόπιν ποινικής διώξεως τους συνέπεια σχετικής εγκλήσεως της εναγομένης-ενάγουσας για το αδίκημα ψευδορκίας μάρτυρος, αυτοί αθωώθηκαν για το παραπάνω αδίκημα με την υπ' αρ. 52068/8.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Περαιτέρω και σχετικά με τις επικαλούμενες υπηρεσίες της εναγομένης-ενάγουσας (όσον αφορά στον τεκμαρτό υπολογισμό της επικαλούμενης συμβολής της) από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε, ότι η εν γένει προσφορά αυτής στα του οίκου ήταν σχεδόν μηδενική σε κάθε δε περίπτωση δεν υπερέβαινε την οφειλόμενη κατ' άρθρου 1389 Α.Κ.
συνεισφορά αυτής στο συζυγικό οίκο, όπως επίσης και στην ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας τους. Τούτο δε, διότι ο ενάγων είχε προσλάβει και διατηρούσε με αποκλειστικά δικά του έξοδα δύο οικιακές βοηθούς, μία εσωτερική και μία εξωτερική, μία τροφό και μία δασκάλα για την ανήλικη, ενώ η ενάγουσα είχε αναλωθεί με την κοινωνική ανέλιξη της, διαθέτοντας το χρόνο της σε κέντρα καλλωπισμού, οίκους μόδας, διαιτολόγους, μασέρ κ.λ.π., δαπανώντας αλόγιστα χρήματα.
Χαρακτηριστικό στο σημείο αυτό είναι το γεγονός ότι το έτος 1994 για μια πιστωτική κάρτα της τράπεζας Πίστεως, ο ενάγων κατέβαλε για λογαριασμό της εναγομένης το ποσόν των 7.463.830 δραχμών (σχ. η από 31/1/1995 βεβαίωση για φορολογική χρήση της τράπεζας Πίστεως). Βέβαια τα προαναφερόμενα εισοδήματα της από την τυπική κατά τα άνω παρουσία της στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ΟΦΘΑΛΜΟΣ Α.Ε. (ενόψει του ότι κατά τα επίσης προεκτεθέντα ουδέν ποσόν αυτή απεκόμισε τελικά από τη δική της εταιρεία, η οποία μόνο χρέη της δημιούργησε) δεν επαρκούσαν προς κάλυψη των δαπανών της πολυέξοδης ζωής της, τις οποίες όμως είχε αναλάβει αποκλειστικά σχεδόν ο ενάγων σύζυγος της και όχι οι γονείς της και δη η μητέρα της με χρηματοδοτήσεις από την πώληση των αναλογούντων σ' αυτή μικρών ποσοστών συγκυριότητας σε διάφορα ακίνητα, όπως αβάσιμα η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται.
Στο σημείο αυτό οι καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας είναι εντελώς ασαφείς κι αόριστες (μη αναφέρουσες ούτε τους χρόνους, ούτε το ύψος των χρηματικών ποσών, ούτε την ακριβή αιτία κάθε καταβολής) και ως εκ τούτου μη πειστικές, αναιρούμενες πλήρως από τις σαφείς, εμπεριστατωμένες και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος-εναγομένου.
Περαιτέρω και σχετικά με την από τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής επικαλούμενη συμβολή του στα αποκτήματα της εναγομένης με αυτή συζύγου του, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκαν ειδικότερα για κάθε ακίνητο-απόκτημα της εναγομένης, το οποίο σωζόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αυτής αγωγής, ήτοι για τα υπό στοιχεία γ, δ, ε και στ προαναφερόμενα ακίνητα, ενόψει του ότι τα υπό στοιχεία α και β ακίνητα είχαν ήδη πωληθεί από την εναγομένη δυνάμει του υπ' αρ. .../3.7.2002 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Χατζηγιάννη και κατά τον άνω χρόνο δεν αποτελούσαν στοιχεία της τελικής περιουσίας της εναγομένης (άλλωστε δεν υπάρχει και λόγος εφέσεως σχετικά με αυτά), τα ακόλουθα:
Η εναγομένη, όπως ήδη έχει αναφερθεί, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως της με τον ενάγοντα και δη ένα έτος μετά το γάμο τους, ήτοι από το έτος 1989 έως και το έτος 1999 απέκτησε πέντε ακίνητα, από τα οποία ήδη έχει πωλήσει δύο εξ αυτών πριν την άσκηση της αγωγής κατά τα ανωτέρω. 1) Καθ' όσον αφορά στο υπό στοιχείο -γ- ακίνητο, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. .../1992 συμβόλαιο της Συμ/φου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη, αυτό αγοράστηκε κατ' ισομοιρία από τους διαδίκους αντί του συνολικού τιμήματος των 77.994.851 δραχμών.
Μέρος του τμήματος αυτού, από δραχμές 38.997.425 δραχμών ο ενάγων κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρεία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΦΘΑΛΜΟΣ Α.Ε., ενώ από το υπόλοιπο του τιμήματος εκ δραχμών 38.997.425 μέρος από 20.000.000 δραχμές κατέβαλε, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, η εναγομένη στην ως άνω πωλήτρια, ενώ το υπόλοιπο ποσόν από δραχμές 18.991.425 ανέλαβε να καταβάλει σε έξι ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 1/10/1992 και της τελευταίας την 1/4/1995.
Όπως προκύπτει από την κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος των διαδίκων του οικονομικού έτους 1993, το καταβληθέν από την εναγομένη ποσόν των 20.000.000 δραχμών το άνω έτος 1992, προήλθε από διάθεση περιουσιακών στοιχείων που είχαν αναφερθεί στο έντυπο Ε6 της δηλώσεως του οικονομικού έτους 1992 (1/1/ έως 31/12/1991). Η ως άνω όμως δήλωση δεν έχει ελεγχθεί ως προς το αληθές ή μη των δηλωθέντων, ενώ εξάλλου η εναγομένη δεν προσκομίζει, παρά το ότι είναι ευχερές σ' αυτή, το εν λόγω έντυπο Ε6, αλλά ούτε και επικαλείται εκποίηση ακινήτου της το έτος 1992 (προηγούμενο της δηλώσεως) ή έστω προγενέστερα του έτους αυτού από την οποία να προήλθε το ποσόν αυτό των 20.000.000 δραχμών, ούτε περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η εναγομένη είχε το εν λόγω ποσόν από δωρεά, δανεισμό ή κάποια άλλη αιτία, την οποία (αιτία) άλλωστε δεν επικαλείται με εξειδικευμένο τρόπο.
Έτσι το Δικαστήριο με βάση τις προεκτεθείσες οικονομικές δυνατότητες του ενάγοντος καταλήγει στην κρίση ότι το ποσόν αυτό των 20.000.000 δραχμών της το έδωσε ο ενάγων, ο οποίος στη συνέχεια της έδινε και τα ποσά των ως άνω συμφωνηθεισών δόσεων, τα οποία όμως μέχρι και σήμερα η εναγομένη δεν έχει καταβάλει στην πωλήτρια εταιρεία.
Για όλα αυτά καταθέτουν ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυρας του ενάγοντος Κ. Σ., η αλήθεια της καταθέσεως του οποίου έχει ελεγχθεί και κατά την ποινική διαδικασία, όπως έχει προαναφερθεί, καθώς και ο ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσας υπέρ του ενάγοντος μάρτυρας, Σ. Μ., ιατρός και ένας εκ των συνεργατών του στην εταιρεία ΟΦΘΑΛΜΟΣ, ο οποίος έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί και γνωρίζει, λόγω της υφιστάμενης κατά τον επίδικο χρόνο συνεργασίας τους, εξ ιδίας αντιλήψεως, όσα αυτός μετά πλήρως σαφήνειας και κατηγορηματικότητας κατέθεσε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο ενάγων συνέβαλε αποκλειστικά (κατά ποσοστό 100%) στην απόκτηση του ακινήτου αυτού της εναγομένης, ήτοι του ποσοστού 1/2 εξαδιαιρέτου επί του περιγραφομέου ως άνω ακινήτου (αγροκτήματος μετά της επ' αυτού οικοδομής στην οδ. ... του Δήμου …). 2) Όσον αφορά στο υπό στοιχείο -δ- ακίνητο, αυτό, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. .../1995 συμβόλαιο της Συμ/φου Ελευσίνας Ελένης Κατσίμπα αγοράστηκε από την εναγομένη αντί τμήματος 12.013.245 δραχμών, η οποία στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αρ. .../2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ι.
Στρουμπούλη το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους Δ. Σ. και Ι. Σ., έναντι τιμήματος 16.500.000 δραχμών. Όπως προκύπτει από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος των διαδίκων του οικονομικού έτους 1996 (εισοδήματα κτηθέντα από 1/1/1995 έως 31/12/1995) η εναγομένη εδήλωσε ως μέλος Δ.Σ. της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας "ΟΦΘΑΛΜΟΣ Α.Ε." το ποσόν των 2.400.000 δραχμών και όχι επί πλέον ποσόν 56.144.168, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η εκκαλουμένη ως εισόδημα αυτής, ενώ αυτό ήταν εισόδημα του ενάγοντος και συγκεκριμένα το σύνολο των δηλωθέντων απ' αυτόν εισοδημάτων από αμοιβές του ως πρόεδρος του Δ.Σ.
της ανωτέρω εταιρείας του, αμοιβές του ως ιατρού Ε.Σ.Υ. και εισοδήματα φορολογούμενα με ειδικό τρόπο. Ακόμα η εναγομένη στην ίδια ως άνω δήλωση φορολογίας του επίμαχου οικονομικού έτους (1996), δηλώνει στην οικεία στήλη ζημίες από την προαναφερόμενη εταιρεία της (ΠΡΑΞΙΣ Α. Κ. Ε.Π.Ε.) ύψους 9.560.460 δραχμών. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν με βάση τα ανωτέρω εισοδήματα και χρέη της να είναι σε θέση να προβεί στην επίδικη αγορά με χρήματα δικά της.
Η εναγομένη, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος με την πρώτη αγωγή, ισχυρίζεται γενικά και αόριστα ότι βοηθήθηκε οικονομικά από τη μητέρα της, η οποία αναγκάστηκε να εκποιήσει τα ανήκοντα σ' αυτήν ποσοστά συγκυριότητας επί δέκα εξ ακινήτων, τα οποία αναλυτικά αναφέρει. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός, όπως ήδη έχει λεχθεί, δεν αποδείχτηκε.
Ας σημειωθεί επιπρόσθετα εδώ, ότι η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπέρ της εναγομένης μάρτυς Δ. Σ., καταθέτει σχετικά με τις εν λόγω εκποιήσεις, ότι "πουλούσαν (οι γονείς της) αφ' ενός για να περνούν καλά αυτοί γιατί δεν είχαν άλλους πόρους και συγχρόνως, έριχναν τα χρήματα μέσα στη δουλειά της (εννοώντας προφανώς την εταιρεία της ΠΡΑΞΙΣ Α.
Κ. Ε.Π.Ε.), φτιάξανε την εταιρεία και συγχρόνως αγοράζουν και κάποια άλλα ακίνητα, πότε μαζί με το σύζυγο της, πότε ... (χωρίς να αποτελειώνει τη φράση της) και στην συνέχεια ότι " η εναγομένη δεν ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας ... . Έχουν και ένα γυιό το Γιώργο ... πήρε και αυτός χρήματα ...". Η ως άνω μάρτυς δεν γνωρίζει τα ποσά που η μητέρα της εναγομένης εισέπραξε από τις εν λόγω εκποιήσεις, αλλ' ούτε και κυρίως τι ποσά κατέβαλε αυτή στην εναγομένη, στο γυιό της και τι κράτησε η ίδια γι' αυτήν και το σύζυγο της, όπως η ίδια η μάρτυς προανέφερε στην κατάθεση της αυτή σχετικά με τον προορισμό και την τελική τοποθέτηση των χρημάτων αυτών.
Τα εισπραχθέντα ως άνω ποσά από την εκποίηση των μικρότατων ποσοστών (7/32, 11/64, 1/8 κ.λ.π.) κατά τη διάρκεια των ετών 1984 έως 1997, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 34.249.595 δεν αποδείχτηκε από κανένα έγγραφο ή μάρτυρα ότι η προαναφερόμενη μητέρα της εναγομένης τα έδωσε όλα ή μέρος αυτών και ποίο, για οποιαδήποτε αιτία (δωρεά, γονική παροχή, δάνειο κλπ.) στην εν λόγω θυγατέρα της, η οποία εξ άλλου δεν επικαλείται ούτε και η ίδια, ορισμένη καταβολή για συγκεκριμένη αιτία, και μάλιστα την προκειμένη αγορά εκ μέρους της και δη με την καταβολή ολοκλήρου ή μέρους του τμήματος και ποίου, αλλά γενικά και αόριστα αναφέρεται σε οικονομική ενίσχυση από τη μητέρα της, προερχόμενη από το τίμημα των πωλήσεων αυτών.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και με βάση της προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες του ενάγοντος το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η εναγομένη απέκτησε το ακίνητο αυτό με χρήματα του ενάγοντος ήτοι με αποκλειστική (κατά ποσοστό 100%) συμβολή αυτού. 3) Καθ' όσον αφορά στο υπό στοιχείο -ε- ακίνητο αυτό αγοράστηκε από την εναγομένη με το υπ' αρ. .../1996 συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Ζάμβιας Μπιτούνη έναντι πιστωθέντος τιμήματος δραχμών 14.876.055, το οποίο η εναγομένη κατέβαλε μέσω ισόποσου δανείου που έλαβε από την τράπεζα Πίστεως δυνάμει της υπ' αρ. .../1996 μεταξύ τους συμβάσεως, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε ο ενάγων.
Η Τράπεζα προς εξασφάλιση της ενέγραψε στο διαμέρισμα αυτό προσημείωση υποθήκης ποσού 19.400.000 δραχμών με την υπ' αρ. 9719/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το διαμέρισμα αυτό πουλήθηκε από την εναγομένη με το υπ' αρ. .../2002 συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Ιωάννας Τζεβελέκου-Παπαϊωάννου στον Α. Σ. αντί τιμήματος 31.000.000 δραχμών.
Από το τίμημα που εισέπραξε η εναγομένη εξόφλησε το ανεξόφλητο μέρος του δανείου από 34.805,18 ευρώ, που είχε λάβει από την ως άνω Τράπεζα για την αγορά του, η οποία κατόπιν τούτου συνήνεσε στην άρση της προσημειώσεως του ακινήτου. Όπως προκύπτει από το από 4/10/2001 έγγραφο της εν λόγω Τράπεζας, τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου, που είχε λάβει η εναγόμενη για την αγορά του διαμερίσματος από δραχμές 12.467.913 και η δη 36.589,62 ευρώ, μέχρι την ημερομηνία εκείνη (4/10/2001), είχε εξοφλήσει ο ενάγων, ο οποίος είχε εγγυηθεί την ως άνω δανειακή σύμβαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο ενάγων συνέβαλε στην απόκτηση του ακινήτου αυτού της αναγόμενης κατά το άνω ποσόν των 36.589,62 ευρώ. 4) Όσον αφορά στο υπό στοιχείο -στ- ακίνητο, αυτό αγοράστηκε από την εναγομένη με το υπ' αρ. .../1999 συμβόλαιο της Συμ/φου Μεγαλουπόλεως Παναγιώτας Μπουγιούκου, έναντι τιμήματος 5.270.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε η εναγομένη από δικά της χρήματα, τα οποία είχε εισπράξει από την πώληση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της στη ..., που αποτελούσε την προαναφερόμενη αρχική περιουσία της.
Ειδικότερα η εναγομένη και η μητέρα της Κ. εισέπραξαν αντίστοιχα τα ποσά των 7.700.000 και 3.300.000 δραχμών για τα δικαιώματα τους (ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα) επί διαμερίσματος επιφάνειας 53,72 τ.μ. στην επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... στη ... πολυκατοικία πωληθέντος δυνάμει του υπ' αρ. .../1997 συμβολαίου της Συμ/φου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη.
Συνεπώς ουδεμία συμβολή του ενάγοντος αποδείχτηκε στην απόκτηση του άνω ακινήτου της εναγομένης. Από τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχτηκαν, προκύπτει, ότι ο ενάγων δεν είχε συμβολή στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης στο υπό στοιχείο -στ- ακίνητο, ήτοι το αποκτηθέν απ' αυτή δυνάμει του υπ' αρ. .../1999 συμβολαίου της Συμβ/φου Μεγαλούπολης Παναγιώτας Μπουγιούκου, καθ' όσον όμως αφορά στην κτήση των υπό στοιχεία γ, δ και ε ακινήτων, των αποκτηθέντων δυνάμει των υπ' αριθμούς 1) .../3.4.1992 συμβολαίου της Συμ/φου Καλλιθέας Γενοβέφας Αθητάκη, 2) .../21.2.1995 συμβολαίου της Συμ/φου Ελευσίνας Ελένης Κατσίμπα και ήδη πωληθέντος δυνάμει του υπ' αρ. .../2001 συμβολαίου του Συμ/φου Χαλκίδας Ι.
Στρουμπούλη και 3) .../23.3.1996 συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Ζάμπιας Μπιτούνη, πωληθέντος και τούτου ήδη δυνάμει του υπ' αρ. .../2002 συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Ιωάννας Τζεβελέκου-Παπαϊωάννου, αντίστοιχα, ο ενάγων συνέβαλε αποκλειστικά ήτοι κατά ποσοστό 100% στην κτήση 1) του υπό στοιχείο -γ- ακινήτου, ήτοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου στο προαναφερόμενο υπ'αρ. .../1992 ανωτέρω συμβόλαιο, για το οποίο ο ως άνω ενάγων ζητεί την εκ μέρους της εναγομένης μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας του εν λόγω ποσοστού της (1/2 εξ αδιαιρέτου) επ' αυτού, 2) του υπό στοιχείο -δ- ακινήτου, του περιγραφομένου στο πιο πάνω υπ' αρ. .../1995 συμβολαίου και ήδη πωληθέντος ως άνω αντί του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο αυτό και όντως ληφθέντος τιμήματος των 16.500.000 δραχμών, ήδη 48.423 ευρώ, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό του ισχυρισμού του ενάγοντος σχετικά με το ληφθέν από την εναγομένη τίμημα πωλήσεώς του ποσού 60.000.000 δραχμών, ως ουσία αβάσιμου, καθ' ότι από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδέν περί τούτου αποδείχτηκε η δε κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Κ.
Σ. στην υπ' αρ. .../2002 προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση στο σημείο αυτό είναι εντελώς ασαφής και αόριστη, 3) κατά το ποσό των 12.467.913 και ήδη 36.589,62 ευρώ, στο υπό στοιχείο - ε- ακίνητο, το οποίο ποσόν αυτός κατέβαλε στην προαναφερόμενη Τράπεζα, σε μερική εξόφληση του ληφθέντος από την εναγομένη στεγαστικού δανείου προς αγορά τούτου.
Η εκκαλουμένη υπ' αρ. 6651/2005 απόφαση στο σημείο αυτό δέχτηκε ότι το ως άνω ποσόν ανέρχεται σε 35.639,038 και όχι σε 36.539,62 ευρώ, εκλαβούσα προφανώς ως καταβληθέν ποσόν δόσεων το υπολειπόμενο προς εξόφληση ποσόν του δανείου τούτου, (ήτοι 12.144,016 ευρώ), πλην όμως η ως άνω εκκαλουμένη δεν πλήττεται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με σχετικό προς το επιδικασθέν για την αιτία αυτή ανωτέρω ποσό.
Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε ότι ο ενάγων συνέβαλε στην απόκτηση της περιουσίας της αναγόμενης σχετικά με το υπό στοιχείο-ε- ακίνητο (το περιγραφόμενο στο υπ' αρ. 1334/1996 ως άνω συμβόλαιο και πωληθέν με το υπ' αρ. .../2002 ανωτέρω συμβόλαιο) κατά το ποσόν των 35.639,08 ευρώ, δεν έσφαλε κατά τούτο, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος εφέσεως της εναγομένης πρέπει ν' απορριφθεί και περαιτέρω ν' απορριφθεί και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο πλήττεται η περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της εκκαλουμένης, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος αυτής το ποσόν των 1500 ευρώ, ως άνευ αντικειμένου, ενόψει της ανωτέρω εξαφανίσεως της εκκαλουμένης υπ' αρ. 6651/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της εφέσεως της ενάγουσας κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 6652/2005 αποφάσεως, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη αυτή (απόφαση) κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη, ως άνευ αντικειμένου ενόψει της εξαφανίσεως της άνω εκκαλουμένης αποφάσεως. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά αποδείχθηκε από τον εναγόμενο της δεύτερης (από 15-9/6-10-2003) αγωγής ότι η πιο πάνω περιουσία του, συγκειμένη εκ δέκα ακινήτων (όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή αυτή) αποκτήθηκε αποκλειστικά και μόνον με τα χρήματα αυτού (εναγομένου) από τα κέρδη της προαναφερομένης εταιρείας του, τα οποία ήταν ιδιαιτέρως υψηλά και την εν γένει προσωπική εργασίας του ως ιατρού οφθαλμιάτρου.
Μετά ταύτα η ένδικη αγωγή της ενάγουσας ήταν κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά την ερευνηθείσα ως άνω επικουρική βάση της. Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση που δέχτηκε ότι η ενάγουσα αυτή ουδεμία συμβολή είχε στην κτήση των ανωτέρω ακινήτων του ενάγοντος δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τους λόγους της εφέσεως της, με του οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη υπ' αρ. 6652/2005 απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η παραπάνω αγωγή κατά την επικουρική βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως και σχετικά με την από 28.6/2.7.2002 αγωγή του ενάγοντος, εφ' ης η εκκαλούμενη υπ' αρ. 6651/2005 απόφαση, με βάση όσα ανωτέρω αποδείχτηκαν από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ ορθά έκρινε και δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχθέν ότι, ο ενάγων συνέβαλε στην κτήση του υπό στοιχείο -ε- της αγωγής ακινήτου κατά το ποσόν των 35.639,08 ευρώ, περαιτέρω και κατά το μέρος που δέχτηκε ότι ο ενάγων, πέραν της συμβολής του αυτής στο ακίνητο της εναγομένης κατά το άνω ποσόν των 35.639,08 ευρώ, ουδόλως συνέβαλε στην υπόλοιπη περιουσία της εναγομένης, απορρίψασα κατά τα λοιπά την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι ο ενάγων συνέβαλε στην υπόλοιπη περιουσία της εναγομένης αποκλειστικά (κατά ποσοστό 100%) στην απόκτηση των υπό στοιχείων -γ- και -δ- της αγωγής προαναφερομένων και περιγραφομένων στα ως άνω υπ' αρ. .../1992 και .../1995 συμβόλαια ακινήτων, αντίστοιχα, πέραν της πιο πάνω συμβολής του των 35.639,08 ευρώ έσφαλε.
Γι'αυτό πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγου της εφέσεως του άνω ενάγοντος περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αρ. 6651/2005 απόφαση στο σύνολο της για την ενότητα της εκτελέσεως. Ακολούθως, αφού απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση της εναγομένης κατά της άνω υπ' αρ. 6651/2005 αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί η κρινόμενη από 28.6/2.7.2002 αγωγή (αριθ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, καταδικαζομένη σε δήλωση βουλήσεως, να μεταβιβάσει στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου στο διατακτικό και το υπ' αρ. .../1992 προαναφερόμενο συμβόλαιο ακινήτου και περαιτέρω να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των 84.062 ευρώ (48.422,59+35.639,08), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο Α) δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 7/20-2-2008 έφεση της ενάγουσας συζύγου κατά της υπ. αριθ.6652/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολο της ως αόριστη η από 15-9/6-10-2003 αγωγή της (περί αποκτημάτων) εξαφάνισε την απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Β)Απέρριψε την από 22/23-10-2007 έφεση της εναγομένης κατά της 6651/ 2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 28-6/2-7-2002 αγωγή του ενάγοντος συζύγου (περί αποκτημάτων) και Γ) Δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος συζύγου κατά της τελευταίας απόφασης (6651/2005) την οποία και εξαφάνισε στο σύνολο της, κράτησε και δίκασε την από 28-6/2-7-2002 αγωγή του ενάγοντος, δέχθηκε την αγωγή αυτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη αφ' ενός να προβεί σε δήλωση βουλήσεως για μεταβίβαση στον ενάγοντα του εις αυτή ακινήτου της κατά το ποσοστό που της ανήκε (1/2) και αφετέρου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 84.062 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και Α)απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας ως προς την επικουρική της βάση (συμβολή με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό) και Β) δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του ενάγοντος συζύγου, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1400 αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα με σαφήνεια και πληρότητα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η ενάγουσα δεν συνέβαλε, για τους ως άνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου με οποιονδήποτε τρόπο ούτε δε και με προσωπική προσφορά στα του συζυγικού οίκου ενόψει του ότι η εν γένει τέτοια προσφορά αυτής ήταν σχεδόν μηδενική και σε κάθε περίπτωση δεν υπερέβαινε την οφειλόμενη κατ' άρθρο 1389 Α.
Κ. συνεισφορά αυτής στο συζυγικό οίκο όπως και στην ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας τους και ότι η επαύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σ' αυτόν και ότι αντίθετα ο ίδιος συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του ως προς τα ανωτέρω ακίνητα κατά τον προεκτεθέντα τρόπο και μέρος, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων σε σχέση με την αγωγή της ενάγουσας συζύγου ενώ αντίθετα συνέτρεχαν σε σχέση με την αγωγή του ενάγοντος συζύγου.
Επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης (αριθ.δικ. 6) και ο τέταρτος πρόσθετος (αριθ.δικ. 7) κατά το σχετικό του μέρος από τους αριθ.1 και 19 με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό σχετικό τους μέρος είναι απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ.4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.
σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990). Εξάλλου κατά την περ. β' του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ως μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται και εκείνα τα οποία είχαν προσκομιστεί, αλλά αυτά δεν είχε γίνει επίκλησή τους με τις προτάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο (αριθ.δικ.5) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 11 περ β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εις τον δεύτερο λόγο μνημονευόμενα δέκα επτά έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος χωρίς να έχει γίνει εξειδικευμένη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθούν προεχόντως, ως αόριστοι, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο τους προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και δη με τις προτάσεις, ή έστω με την προσθήκη σ' αυτές, που η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στη προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις επομένως οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τέταρτος (κατά το σχετικό τους μέρος) κατ' εκτίμηση από τον αριθ.10 όχι δε και 13 που αναφέρεται στο δικόγραφο, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης(αριθ. δικ. 4) από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα εις το λόγο αυτό αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα όπως και τις με αριθ. .../2002, .../2003 και .../2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Λεμονής Καλαματιανού- Μυστικέα των οποίων γίνεται και ειδική αναφορά στην απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξετέρου κατά το εδάφιο 16 (πρώτο μέρος) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού.
Αν το δικαστήριο δεν απάντησε σε σχετικό ισχυρισμό για δεδικασμένο και δεν κάνει καθόλου λόγο γι' αυτό στην απόφαση του δεν δημιουργείται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά ο από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (Ολ. ΑΠ 1339/1985). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8 του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως και εμπροθέσμως προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί δεδικασμένου που πηγάζει από την με αριθ.403/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της 5173/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης και τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο και τα ζητήματα της ενεστώσας δίκης για τα οποία προβλήθηκε στο Εφετείο η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη ένσταση.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση α) η από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο από την προαναφερθείσα απόφαση και απέρριψε την σχετική ένσταση και β) η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής, είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου που πηγάζει από την υπ'αριθ.403/2005 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Περαιτέρω με το τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα με τις προτάσεις που κατέθεσε σ' αυτό ένσταση συμψηφισμού με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος ανταπαίτησής της ανερχομένης στο ποσό των 422.597 ευρώ που προερχόταν από την συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τον εις το λόγο αυτό εκτιθέμενο τρόπο.
Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε αυτή ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει προβολή εκ μέρους αυτής ένστασης συμψηφισμού υπό το ανωτέρω περιεχόμενο. Επομένως το Εφετείο με το να μη ασχοληθεί με τέτοια ένσταση δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ.
αυτό και όχι και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο δικόγραφο, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεις στηριζόμενος καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ένσταση αυτή.
Ο ίδιος περαιτέρω λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τον αμέσως προεκτεθέντα τρόπο είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την απόφαση ο σχετικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος.
Περαιτέρω ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. κατ' εκτίμηση μόνο 8 όχι δε και από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τον οποίο το τίμημα που εισέπραξε αυτή από τα δύο πωληθέντα ως άνω ακίνητα (δ' και ε') πριν την άσκηση της αγωγής, το δαπάνησε αυτή για τις βιοτικές ανάγκες αυτής και της θυγατέρας τους για όσο χρόνο διέμενε μαζί της και για δαπάνες νοσηλείας της και συνεπώς δεν υπήρχε σωζόμενη αύξηση της περιουσίας είναι αβάσιμος διότι από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 λόγος θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού. Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται για ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ' αυτό (Ολ.Α.Π.1/1999).
Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης (κατά τα σχετικά του μέρη) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εντύπου Ε-6 της φορολογικής δήλωσης του οικονομικού έτους 1992 της αναιρεσείουσας και το από 31-1-1995 έγγραφο της τράπεζας Πίστεως με τίτλο "βεβαίωση για φορολογική κρίση" είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν στήριξε το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.
Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά τα σχετικά του μέρη από τον αριθ. 1 β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος καθόσον η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση και τους από 7 Οκτωβρίου 2009 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 6053/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ