Legislator Case Law & Legislation
839/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment on fraud and cheque fraud damages.

Case Number 839/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by partners of a partnership against the appellate court's judgment. The appellants argued that the lower court erred in finding them guilty of fraud and in calculating damages for moral harm. The court rejected these claims, upholding the appellate court's findings of intentional deception and the awarded compensation for reputational loss.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386 of the Penal Code; Article 79 of Law 5960/1933: The Supreme Court holds that an appeal based on alleged procedural violations or misapplication of law regarding the validity of a judgment is inadmissible when the lower court's factual findings on fraud are supported by clear reasoning and the legal consequences follow logically from those facts.

Keywords

AI generated
fraudulent cheque issuance moral damages award appellate review standards partnership liability procedural violation claim

Cited Legislation

AI generated
Article 386 of the Penal Code
Article 79 of Law 5960/1933
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Civil and Commercial Court of Athens, 23/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 839 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 839/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραντώνη.

Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με επωνυμία "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και διακριτικό τίτλο ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2002 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 276/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Μαΐου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 24/18.5.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 276/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Νικολάου Καραντώνη, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 24/18-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 276/2-8-2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συννημένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (5-5-2008) νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (5-5-2008), κατά την οποία, απολιπομένης της τελευταίας, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (9-3-2009), της αναγραφής της υποθέσεως στην περίπτωση αυτή στο πινάκιο ισχυούσης ως κλήτευση αυτής για την μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 εδ. 2, 226 παρ.4 εδ. 30.

κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 24/18-5-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 276/2-8-2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 2979/ τπ 219/29-10-2002 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (α) αποζημιώσεως από την αποδιδόμενη (i) στον δεύτερο των εναγομένων και ήδη τρίτο των αναιρεσειόντων άδικη και υπαίτια πράξη της εκδόσεως, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης τούτων ομόρρυθμης εταιρείας, των αναφερομένων τραπεζικών επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη προς τούτο εμφάνισή τους από εκείνη, ως νόμιμη αυτών κομίστρια, στις πληρώτριες κατά περίπτωση τράπεζες, ως και εκείνη (ii) της απάτης, κατά την κατεύθυνσή της κατ' αμφοτέρων των εναγομένων, και (β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής από τις αιτίες αυτές βλάβης, διώκουσα παράλληλα την προσωπική κράτηση των εναγομένων.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, ερήμην των εναγομένων, η 18/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 60/6-4-2005 έφεση των εναγομένων, η 276/2-8-2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, που επιδόθηκε στις 10-5-2007, εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη 24/18-5-2007 αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια με βάση τις νομικές παραδοχές (1) ότι ο ερημοδικασθείς διάδικος θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας με την άσκηση αναιρέσεως, εφόσον ο υπογράφων την εν λόγω αίτηση δικηγόρος έχει την απαιτούμενη προς τούτο, κατά το άρθρο 98 περ.

β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα και (β) ότι αν η έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με αναίρεση είναι η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, με την έννοια ότι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως.

Ειδικότερα: I. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, εν όψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Και τούτο για τον λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο εν όψει αυτών μπορεί να ελεχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 578).

Ομοίως για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 19), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, εκ πλαγίου και ευθεία παράβαση των διατάξεων περί αδικοπραξίας, με την μορφή της απάτης, με την έννοια, στην τελευταία περίπτωση, παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών περί απάτης διατάξεων.

Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως και η νομική άποψη των αναιρεσειόντων, δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του περί της διαπραχθείσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδικοπραξίας, με την μορφή της απάτης.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των περί απάτης διατάξεων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να ελέγχονται προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι.

Ειδικότερα, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της ενσωματούμενης στην προσβαλλόμενη πρωτοβάθμιας αποφάσεως "Η ενάγουσα μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" δραστηριοποιείται στη καλλιέργεια ιχθύων και εμπορίας αυτών, διατηρώντας, ιχθυοτροφείο στη ... .

Ο δεύτερος εναγόμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος, ως διαχειριστής της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε." εδρεύει στο ..., ενώ ο τρίτος εναγόμενος είναι ο ομόρρυθμος εταίρος αυτής (βλ. το από 2.2.1990 εταιρικό της ομόρρυθμης εταιρείας , νομίμως δημοσιευμένο με αριθμό 418/1990 στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Ναυπλίου και τις από 6.9.1994, 1.1.1999 και 30.3.2004 μεταγενέστερες τροποποιήσεις με τις αντίστοιχες νόμιμες καταχωρήσεις με αριθ. 285/1994, 1/1999 και 116/2004 στα βιβλία του Πρωτοδικείου Ναυπλίου).

Στις αρχές του έτους 2002 ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων εμφανίστηκαν στα γραφεία της ενάγουσας και εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ΑΑ, ότι είναι εκ των μεγαλυτέρων ονομάτων στο χώρο των ιχθυοκαλλιεργειών, με τεράστιο τζίρο στα δύο ιχθυοτροφεία που διέθεταν, ήτοι της ως άνω εταιρείας και έτερου ομοίων συμφερόντων τους, της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" που εδρεύει στο ...

και οι οποίες είναι οικονομικά φερέγγυες, ενώ το αληθές ήταν ότι ήταν κατάχρεοι, καθόσον όφειλαν στην αγορά και σε οποιονδήποτε είχε συναλλαγές μαζί τους, όπως τράπεζες, προμηθευτές κλπ τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα να πείσουν την ενάγουσα να πωλήσει και να παραδώσει με πίστωση εμπορεύματα στην Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ Ο. Ε.", της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και τρίτος εξ' αυτών. Προς εξόφληση της ο δεύτερος εξ' αυτών, με την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της ως άνω Ομόρρυθμης Εταιρείας ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων του και με την παραπάνω ιδιότητά του, εξέδωσε στο όνομα της εταιρίας στο ...

στις 8.7.2002, 14.7.2002, 6.10.2002 και 14.10.2002 τις υπ' αριθμ. ..., ..., ...και ... τραπεζικές επιταγές εις διαταγήν της ενάγουσας ποσού 14.500, 13.500, 10.000, 13.350 Ευρώ, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην Εμπορική Τράπεζα και στην Αγροτική Τράπεζα από τους υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμούς αντίστοιχα, αν και γνώριζε ότι στους ανωτέρω λογαριασμούς της εν λόγω Ομόρρυθμης Εταιρίας στις προαναφερόμενες τράπεζες, οι οποίοι σημειώνονται επί του σώματος της επιταγής, δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο για την πληρωμή των επιταγών.

Η γνώση αυτή περί του ακαλύπτου των επιταγών υπήρχε τόσο κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών (8.7.2002, 14.7.2002, 6.10.2002 και 14.10.2002) όσο και κατά το χρόνο εμφάνισής των στις Τράπεζες με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και "EFG Eurobank Ergasias Α. Ε." αντίστοιχα (10.7.2002, 17.7.2002, 9.10.2002 και 16.10.2002). Όπως προκύπτει από την όπισθεν των επιταγών βεβαίωση των ως άνω τραπεζών, βάσει ρητής εξουσιοδότησης των πληρωτριών Τραπεζών, ήτοι Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Εμπορική Τράπεζα και Αγροτική Τράπεζα αντίστοιχα, στις οποίες τηρείτο ο λογαριασμός της ως άνω εκδότριας Ομόρρυθμης Εταιρείας, οι επιταγές εμφανίστηκαν εμπροθέσμως στις 10.7.2002, 17.7.2002, 9.10.2002 και 16.10.2002 αντίστοιχα, ήτοι εντός 8 ημερών από την έκδοσή τους και ελλείψει αντικρίσματος δεν πληρώθηκαν.

Η έκδοση υπό της ως άνω Ομόρρυθμης Εταιρείας δια του νομίμου εκπροσώπου της (δεύτερου εναγομένου), ακάλυπτης επιταγής συνιστά το υπό του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 κολαζόμενο ποινικό αδίκημα και ως εκ τούτου αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ για την οποία ευθύνονται εις ολόκληρον σε αποζημίωση τόσο το νομικό πρόσωπο της Ομόρρυθμης Εταιρείας όσο και το καταστατικό της όργανο, ήτοι ο διαχειριστής και ο εκπρόσωπος της δεύτερος εναγόμενος.

Εξάλλου η εκ μέρους του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ήτοι ότι έχουν μεγάλους τζίρους στα ιχθυοτροφεία τους και ότι είναι οικονομικά φερέγγυοι ενώ στη πραγματικότητα ήταν κατάχρεοι με αποτέλεσμα να πείσουν τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να πουλήσει και να παραδώσει εμπορεύματα με πίστωση στην Ομόρρυθμη Εταιρεία και να δεχθεί προς εξόφλησή της τις προαναφερόμενες επιταγές, ενώ εάν αυτός γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση τους ουδέποτε θα προέβαινε στην κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεων συνιστά την ποινικά κολάσιμη πράξη της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ) και συνεπώς και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ (σε συνδυασμό και με τα άρθρα 147 και 149 ΑΚ).

Κατά τον τρόπο αυτό οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων με τις ποινικά κολάσιμες πράξεις τους οι οποίες συνιστούν και αδικοπραξία, αφενός μεν της απάτης αμφότεροι και της έκδοσης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών εκ μέρους του δεύτερου εξ αυτών, ως νόμιμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρείας προξένησαν στην ενάγουσα ζημία ισόποση με το ποσό που ενσωματώνουν οι επιταγές αυτές, ήτοι 51.350 Ευρώ, την οποία πρέπει να υποχρεωθούν να αποκαταστήσουν.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν οι ποινικά κολάσιμες πράξεις της απάτης και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην απώλεια της εμπορικής φήμης και αξιοπιστίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των 3.000 Ευρώ, που κρίνεται εύλογο με βάση το βαθμό πταίσματος, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, της έκτασης της βλάβης και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών".

Η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περί της άδικης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δεύτερου και τρίτου των ήδη αναιρεσειόντων, συνισταμένης στην ψευδή παράσταση της οικονομικής καταστάσεως της εκπροσωπουμένης από τον δεύτερο τούτων ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ο τρίτος υπήρξε ομόρρυθμο αυτής μέλος, τελούντες σε γνώση της αναληθείας της, συνεπεία της οποίας πείσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης να πωλήσει και να παραδώσει εμπορεύματα με πίστωση και να δεχθεί προς εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος τις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, για τις οποίες κατά τον χρόνον εκδόσεως και της πληρωμής τους δεν υπήρχαν διαθέσιμα τα απαιτούμενα προς τούτο χρηματικά κεφάλαια στον τηρούμενο στις πληρώτριες κατά περίπτωση τράπεζες λογαριασμό.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν αδικοπραξία, με την μορφή της ποινικώς κολάσιμης πράξεως της απάτης (ΠΚ 386), από την οποία η αναιρεσίβλητη υπέστη θετική ζημία, κατά τις παραδοχές πάντοτε της ελεγχόμενης αποφάσεως, ισόποση προς το πιστωθέν τίμημα των πωληθέντων πραγμάτων, και με την έννοια αυτή κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων θετικά αξιολόγησε από νομική άποψη την αποδιδόμενη στους ήδη αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της απάτης.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος και ο τρίτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με προβαλλόμενη δι' αυτού, κατ' εκτίμηση, αναιρετική αιτίαση εκείνη της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), με την έννοια της κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως παραδοχή της αποφάσεως ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ως εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών, ως ερειδόμενος προεχόντως επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως.

Ειδικότερα, και υπό την ισχύ τη § 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 § 3 του ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεος, οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Α ΟλΑΠ 23/2007).

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 24/18-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 276/2-8-2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ