Supreme Court dismisses appeal on easement servitude case, rejecting claims of invalid reasoning regarding twenty-year non-use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a legal easement (servitude) over a property. The appellants argued the lower court erred in finding the servitude extinguished by twenty years of non-use and in rejecting claims of a new servitude. The court rejected these arguments, stating that the lower court properly considered witness testimonies and that the appellants failed to provide specific grounds for the alleged lack of reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Art. 1136, 1138 of the Civil Code: An appeal based on violation of substantive law regarding the extinction of a servitude by twenty years of non-use is inadmissible if the lower court explicitly considered relevant evidence, and a ground for appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if it lacks specificity regarding the facts or the specific errors in the court's analysis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 839 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 839/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. '....., 2. .....και 3. ...... Οι 1η και 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαρελά και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: .....κατοίκου ....και διαμένουσας λίγους μήνες το χρόνο στην ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αναγνωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 817/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή με τον πρώτο από τον αριθμό 1 εδ.α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1138 και 1136 ΑΚ, η οποία (πλημμέλεια) συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αφενός μεν ότι "Η ενάγουσα με την οικογένειά της, μέχρι τον Ιούνιο του 1995, έστω και με δυσκολία από το έτος 1989, χρησιμοποιούσαν την επίδικη δίοδο για να μεταβαίνουν στην οικία της, με αποτέλεσμα μέχρι την άσκηση της αγωγής (25-9- 2003) να μην έχει συμπληρωθεί η εικοσαετία για την απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου με αχρησία και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγομένων", αφετέρου δε ότι "η ενάγουσα δεν απέκτησε νέα δουλεία διόδου, ώστε να καταργηθεί αυτοδίκαια η παλαιά (επίδικη) δουλεία διόδου και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγομένων", ενώ, όπως αποδείχθηκε από τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ένορκες βεβαιώσεις και καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου μαρτύρων, η δουλεία υπέρ του ακινήτου της αναιρεσίβλητης έχει αποσβεσθεί αφενός λόγω εικοσαετούς αχρησίας και αφετέρου λόγω αποκτήσεως του ακινήτου αυτής ετέρας διόδου προς την οδό .....
Ο λόγος αυτός, με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθεαυτή, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1995).
ΙΙ. Επειδή με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 εδ.α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) ότι δεν ερμήνευσε σωστά τον περιεχόμενο στα υπ' αριθ. .... και .... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου και Ιωάννη Καραβάσου, αντίστοιχα, όρο περί συστάσεως μελλοντικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της αναιρεσίβλητης και καταργήσεως της επίδικης δουλείας διόδου σε περίπτωση απόκτησης ετέρας διόδου του δεσπόζοντος ακινήτου της ιδίας, διότι ενώ δέχεται ότι "δεν προκύπτει ότι με το υπ' αριθμ. ....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου συστάθηκε υπέρ του ακινήτου της ενάγουσας πραγματική δουλεία διόδου στην οικοπεδική λωρίδα με τα κεφαλαία γράμματα .... επιφάνειας 42,30 τ.μ. που βρίσκεται μέσα στο πωλούμενο με το συμβόλαιο αυτό ακίνητο, διότι στο συμβόλαιο αυτό γίνεται λόγος για σύσταση μελλοντικά της δουλείας διόδου", από τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις και πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι το δεσπόζον ακίνητο της ενάγουσας απέκτησε δίοδο προς την οδό ....
από όμορο με το δουλεύον ακίνητο και ότι η ενάγουσα δεν χρησιμοποιούσε ποτέ την επίδικη δουλεία διόδου, με αποτέλεσμα την κατάργησή της, και β) ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 202, 207 παρ.1, 288, 323, 410 και 416 ΑΚ διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα 1) "δεν κάνει λόγο για σύσταση πραγματικής δουλείας εις βάρος του ακινήτου μας υπό τον όρο της διαλυτικής αιρέσεως, η οποία σαφώς πληρώθηκε με την απόκτηση νέας διόδου προς την οδό .... ", 2) "δέχθηκε ότι δεν προκύπτει η σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ της ενάγουσας με το υπ' αριθ. ....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου..." 3) "δεν δέχεται ότι θεωρείται ως πληρωθείσα η αίρεση, αφού η ίδια η Z1...", ενώ "το γεγονός ότι η Z1 μεταβίβασε προς την .... το οικόπεδό της με το ..... συμβόλαιο, χωρίς σ' αυτό να περιλαμβάνεται ο σχετικός όρος περί συστάσεως πραγματικής δουλείας διόδου, συνιστά πλασματική πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε σε βάρος του ακινήτου μας η συσταθείσα πραγματική δουλεία διόδου, η οποία κατά συνέπεια καταργήθηκε".
Ο λόγος αυτός, έτσι όπως παραπάνω διατυπώνεται, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και ειδικότερα κατά μεν την αποδιδόμενη υπό στοιχ.α΄ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών διότι α) δεν αναφέρει τους ερμηνευτικούς κανόνες που παραβιάσθηκαν ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στα ως άνω αναφερόμενα συμβόλαια και β) υπό την επίφαση της παραβίασης ερμηνευτικών κανόνων πλήττει αποκλειστικά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, κατά δε την αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των ως άνω επικαλούμενων διατάξεων του ΑΚ διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκαν στο Εφετείο ισχυρισμοί 1) περί υπάρξεως διαλυτικής αιρέσεως ως προς την επίδικη δουλεία διόδου και πλασματικής πληρώσεως αυτής, και 2) περί υπάρξεως συμβάσεως υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της αναφερομένης ως άνω Z1 για την αντιμετώπιση των οποίων εσφαλμένα εφαρμόστηκαν ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστούν, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκαν οι επικαλούμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
ΙΙΙ. Επειδή, ο τρίτος από τον αριθ.11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των 1654 και 1655/2005 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, τις οποίες οι αναιρεσείουσες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη του περί απόσβεσης της επίδικης δουλείας διόδου ισχυρισμού τους, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως αναμφίβολα προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, το Εφετείο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητώς μνημονεύει.
IV. Επειδή, κατά την έννοια του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την προεκτεθείσα διάταξη λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση ή αντένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών 1) ως προς τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειουσών (εναγομένων-εκκαλουσών) περί απόσβεσης της ένδικης δουλείας διόδου λόγω εικοσαετούς αχρησίας, διότι δεν αιτιολογεί επαρκώς "για ποιο λόγο οι καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειουσών δεν παρέχουν επαρκή πίστη και αντίθετα είναι αξιόπιστες οι καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, καθώς και τον όρο που εμπεριέχεται στα συμβόλαια .... και ...." και 2) ως προς την πλήρωση, δια της υπερεικοσαετούς συνεχούς χρήσεως κτήσης νέας δουλείας διόδου, της διαλυτικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσειουσών επίδικη δουλεία διόδου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφετέρου δε λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρει τις κρίσιμες παραδοχές της εκκαλουμένης ως προς τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, καθώς και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/04/2006 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 817/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ