Legislator Case Law & Legislation
838/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding equal pay for equal work in public sector.

Case Number 838/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, finding the lower court's refusal to grant equal pay unconstitutional. The appellant argued that a specific regulation discriminated against a worker compared to central ministry employees performing identical duties. The court ruled that the regulation was not arbitrary and thus did not violate the constitutional principle of equality, leading to the annulment of the lower decision and the rejection of the appeal on its merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 of the Constitution; The principle of equality prohibits arbitrary discrimination against workers performing identical work under similar conditions, but allows for different regulations if justified by general social or economic reasons.

Keywords

AI generated
constitutional equality equal pay for equal work public sector employment arbitrary discrimination labor law dispute annulment of judgment costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 of the Constitution
ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144
ΚΠολΔ 577 παρ.1
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
ΚΠολΔ 577 παρ.3
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
ΚΠολΔ 324
ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2
Art. 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 838 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 838/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρόνη Μαυροειδή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Αραβαντινού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 363/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 2990/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 7-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 2990/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 363/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης ...2-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύεται όχι μόνο η άνιση εφαρμογή του νόμου, άλλα και η άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων εννόμων σχέσεων από το νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορούν να επιχειρούν, αυθαιρέτως, δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι, για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και αποδοχών.

3. Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του ν. 3329/2005 ορίζεται ότι "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης, που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 €) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.

Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών, που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των ΠεΣΥΠ, τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.

Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας.

Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ μηνιαίως χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων τα οποία ανατέθηκαν σ’ αυτούς εξαιτίας των αναφερόμενων στην εισηγητική έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.

Με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου και των Υγειονομικών Περιφερειών, για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και την επέκτεινε σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή φορέων μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν αποσπασθεί και παρέχουν εργασία στην ως άνω Κεντρική Υπηρεσία (πρβλ.

ΑΠ 801/2015, ΑΠ 348/2014, ΑΠ 565/2011).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, με την ένδικη από 18-2-2010 αγωγή, ισχυρίστηκε ότι το "Κέντρο Βρεφών Η ΜΗΤΕΡΑ", το οποίο με το ν. 2646/1998 συγχωνεύθηκε ως υπηρεσία στο συσταθέν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας", που υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού και στη συνέχεια, με το ν. 3106/2003, μετατράπηκε σε αποκεντρωμένη και ανεξάρτητη υπηρεσιακή μονάδα του Γ’ ΠεΣΥΠ και ήδη, δυνάμει του άρθρου 9 του ν. 4109/2013, έχει ενταχθεί, ως αποκεντρωμένη υπηρεσία, στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", τον προσέλαβε την 1-1-1984 σε κενή οργανική θέση, με σχέση έμμισθης εντολής, ως νομικό σύμβουλο.

Ότι έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία που καθορίζεται από τις διατάξεις που άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, καθώς και τις .../21-4-1997 (ΦΕΚ Β’ 319) και .../18-2-2004 (ΦΕΚ Β’ 355) κοινές υπουργικές αποφάσεις. Ότι με το άρθρο 35 του ν. 3329/2005, καθιερώθηκε από 1-1-2005 για όλους τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η καταβολή μηνιαίου επιδόματος ειδικής απασχόλησης, ποσού 200 ευρώ και από 1-9-2007 ποσού 300 ευρώ.

Ότι η μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος και στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε περιφερειακές υπηρεσίες του ως άνω Υπουργείου ή στα ΝΠΔΔ αρμοδιότητας και εποπτείας αυτού, όπως και το ήδη αναιρεσείον, συνιστά συνταγματικά ανεπίτρεπτη άνιση μεταχείριση των τελευταίων έναντι των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του ίδιου Υπουργείου και ότι, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισότητας, δικαιούται να λάβει και αυτός το εν λόγω επίδομα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ως άνω επίδομα ειδικής απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 28-2-2010, συνολικού ποσού 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 363/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2990/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προκύπτει από αυτή, το κατ’ έφεση δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: Ότι το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Βρεφών Η ΜΗΤΕΡΑ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καθώς και στη δικονομική θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", που συστήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4109/2013 και δημιουργήθηκε με τη συγχώνευση πέντε νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μεταξύ των οποίων και το αρχικώς εναγόμενο, προσέλαβε τον ενάγοντα δικηγόρο ως νομικό σύμβουλο από 1-1-1984, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με σχέση έμμισθης εντολής.

Ότι ο ενάγων, με την με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιλίου, είχε ζητήσει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.900 ευρώ, ως οφειλόμενο επίδομα ειδικής απασχόλησης του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2007. Ότι επί της αγωγής εκείνης, είχε εκδοθεί η 440/2009 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ότι ο ενάγων δικαιούται το προαναφερθέν επίδομα για το προηγούμενο του ενδίκου ως άνω χρονικό διάστημα και η αγωγή έγινε δεκτή.

Ότι η προαναφερόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, καθόσον κατ’ αυτής, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7-1-2010, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο και ότι από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, δεσμεύεται το κατ’ έφεση δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο να κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται το παραπάνω επίδομα του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 ως 28-2-2010, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9.000 ευρώ.

Ακολούθως, δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, την έκανε δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό. 5. Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση, διότι ο ενάγων δικηγόρος, νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία στο αρχικά εναγόμενο και ήδη στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα ούτε ευθέως κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ούτε εμμέσως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Πράγματι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή και με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αυτός ανήκει σε διαφορετική κατηγορία και έχει διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας του, όρους απασχόλησης και αποδοχών, σε σχέση με τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στους οποίους η χορήγηση του επιδόματος είναι δικαιολογημένη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Ως εκ τούτου, η μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στην περίπτωση του ενάγοντος δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Γι’ αυτό και το Πολυμελές Πρωτοδικείο θα έπρεπε να έχει απορρίψει την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, μη δεσμευόμενο από την ενώπιον αυτού επικληθείσα 440/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, ως δήθεν παράγουσα δεδικασμένο, αφού εκείνη είχε εκδοθεί επί αγωγής που επιδίωκε την ευθεία εφαρμογή του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 στην περίπτωση του ενάγοντος, ενώ τώρα πρόκειται για αγωγή που επιδιώκει την καταβολή του επιδόματος κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ήτοι για νομική αιτία διαφορετική από την προηγούμενη (ΚΠολΔ 324).

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αποδίδεται σε αυτή η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, μετά από έφεση του ενάγοντος, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών επιδίωκε την παραδοχή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι η αγωγή είναι πράγματι μη νόμιμη και, συνεπώς, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα. Κατόπιν αυτού, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2990/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της εφέσεως.

Απορρίπτει την έφεση.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ