Legislator Case Law & Legislation
838/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy sale, ruling EU Regulation overrides Greek publicity requirements.

Case Number 838/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the bankruptcy company's challenge to a property sale. The court found the lower court incorrectly imposed stricter Greek publicity rules than required by EU Regulation 1346/2000 for cross-border insolvency proceedings. Consequently, the appeal was granted in part, the case remitted to the same court with a new panel, and the bankrupt individual was ordered to pay the company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8, 14, 15, 21(1) and 22 of Council Regulation (EC) No 1346/2000; The law of the Member State where the immovable property is situated governs the sale of assets in insolvency proceedings, meaning national publicity requirements cannot exceed those mandated by the Regulation.

Keywords

AI generated
Bankruptcy Insolvency Proceedings Cross-Border Insolvency Regulation 1346/2000 Publicity Requirements Sale of Immovable Property Applicable Law Remittal to Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 8, 14, 15, 21(1) and 22 of Council Regulation (EC) No 1346/2000
Article 2, 5 and 6 of the AN 635/1937
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178(1), 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 838 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 838/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζουγανάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: H. D. E., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του οριστικού συνδίκου πτωχεύσεως του Γ. Α. του Χ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριβουρέα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/1972/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 12/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31-10-2013 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αρ. 884/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την από 29-7-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 125/1972/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η από 18-12-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως προς τον πρώτο και την τρίτη των εναγομένων και είχε γίνει δεκτή αυτή εν μέρει ως προς την δεύτερη εναγομένη και νυν αναιρεσείουσα και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα έναντι της ομάδας των πιστωτών της πτώχευσης του Γ. Α. (μη διάδικου στην παρούσα δίκη) της πώλησης αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του που ευρίσκεται στα Γιαννιτσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 8, 14 και 15, 21παρ.1 και 22 -του Κανονισμού(ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας-, συνάγονται μεταξύ άλλων ότι, μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας: α) το δίκαιο του κράτους μέλους ρυθμίζει αποκλειστικά τα αποτελέσματα που επέρχονται σε συμβάσεις πωλήσεως ακινήτου από τον οφειλέτη, β) η προστασία του καλόπιστου αγοραστή ακινήτου από τον οφειλέτη, η οποία πώληση έπρεπε να εγγραφεί υποχρεωτικά σε δημόσιο βιβλίο προβλεπόμενο από το νόμο προκειμένου να παράγει αποτελέσματα έναντι πάντων, το κύρος της πώλησης ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους στο οποίο ευρίσκεται το ακίνητο ή το οποίο επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου, γ) επί εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, ρυθμίζεται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους της εκκρεμοδικίας, δ) ο σύνδικος μπορεί με αίτησή του να δημοσιεύσει την σχετική απόφαση (αφερεγγυότητας) σε όλα τα κράτη μέλη και ε) να την καταχωρίσει σε δημόσιο βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ.1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: "...Ο Κανονισμός 1346/2000 "Περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας" είναι πράξη κοινοτική. Σύμφωνα με το άρθρο 288 Σ.Λ.Ε.Ε. (πρώην 249 Ε.Κ.) έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δεν απαιτείται, εκτός αν προβλέπονται σ' αυτόν μέτρα υλοποίησης του, πράγμα που δεν συμβαίνει με τον ως άνω Κανονισμό. Τα κράτη μέλη λόγω του χαρακτήρα του κανονισμού έχουν υποχρέωση, αρνητικά, να μη διατηρούν ούτε να εισάγουν στο εθνικό δίκαιο ρυθμίσεις αντίθετες με τις ρυθμίσεις του και θετικά να λαμβάνουν κάθε μέτρο που θα εξασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού. ... ... Κάθε οφειλέτης για τον οποίο ανοίγεται η κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας σε ένα κράτος μέλος θεωρείται εκ μόνου αυτού του γεγονότος ότι βρίσκεται σε πτώχευση σε όλη την κοινότητα. Ο Κανονισμός ως κοινοτικό - ενωσιακό δίκαιο ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτόνομο, ανεξάρτητα από την ερμηνεία των διατάξεων του εθνικού δικαίου, εκτός αν αυτός παραπέμπει σ' αυτές.

Συνεπώς, πρέπει να αναζητείται, σε περίπτωση κενών του Κανονισμού, το πνεύμα του ευρωπαίου νομοθέτη για αποτελεσματική εφαρμογή αυτού (τελολογική ερμηνεία). Από άποψη αντικείμενου ο Κανονισμός ισχύει για όλες τις συλλογικές διαδικασίες που έχουν τέσσερα χαρακτηριστικά: α) διαδικασία συλλογική, δηλαδή αποκλείεται η ατομική εκτέλεση, β) αφερεγγυότητα του οφειλέτη που εξειδικεύεται κατά το εκάστοτε εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και συνεπάγονται γ) μερική η ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση, δηλαδή αφαίρεση της διοίκησης της περιουσίας από τον οφειλέτη και μεταφορά του δικαιώματος αυτού στο σύνδικο και δ) διορισμό συνδίκου που προσδιορίζεται ανά κράτος μέλος στο παράρτημα Γ του Κανονισμού (άρθρ. 1 παρ.1).

O Κανονισμός χρησιμοποιεί το νεότερο όρο της "αφερεγγυότητας" αντί της *πτώχευσης*. Αφερέγγυος είναι γενικά εκείνος του οποίου το παθητικό είναι μεγαλύτερο του ενεργητικού του, όμως αυτός δεν δίδει τον ορισμό της αφερεγγυότητας και προς αποφυγή αβεβαιότητας, περιέλαβε στα Α και Β παραρτήματά του συλλογικές διαδικασίες των εθνικών νομοθεσιών που έχουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά (άρθρ.2α) που τις χαρακτηρίζει ως "διαδικασίες αφερεγγυότητας".

Αυτές απαριθμούνται ανά κράτος μέλος, για δε την Ελλάδα, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η πτώχευση. Από άποψη υποκειμένου ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε περίπτωση αφερεγγυότητας οφειλέτη, εφόσον η σχετική διαδικασία συνεπάγεται πτωχευτική απαλλοτρίωση, μερική η ολική, και διορισμό συνδίκου. Οφειλέτης είναι φυσικό η νομικό πρόσωπο, έμπορος η ιδιώτης (προοίμιο σημ.9).

Σε σχέση με την εξ υποκειμένου έκταση εφαρμογής του Κανονισμού, ουσιώδη σημασία έχουν τα κριτήρια εφαρμογής αυτού και ειδικότερα το "Κέντρο των κύριων συμφερόντων" του οφειλέτη (αρθ. 3 παρ.1) και η "εγκατάσταση" του οφειλέτη (αρθ. 3 παρ.2). Ο Κανονισμός στο άρθρο 4 καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματα της και υιοθετεί τον Κανόνα της LEX CONCURSUS (ιδιαίτερη μορφή της LEX FORI), δηλαδή το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της συλλογικής διαδικασίας.

Ο εν λόγω πρωταρχικός κανόνας της LEX CONCURSUS δεν έχει απόλυτη και ανεξαίρετη εφαρμογή, αλλά διατυπώνονται στον Κανονισμό ως διέποντες αποκλειστικά συγκεκριμένα θέματα "άλλοι Κανόνες σύγκρουσης νόμων" που εφαρμόζονται αντί αυτής (LEX CONCURSUS). 'Έτσι, στο άρθρο 8 αυτής επί λέξει ορίζεται: "Σύμβαση με αντικείμενο ακίνητο.

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί συμβάσεως παρεχούσης δικαίωμα κτήσεως και καρπώσεως ακίνητου, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το ακίνητο, ενώ το κύρος δικαιοπραξίας που συνάπτεται μετά την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας με περιεχόμενο τη διάθεση εξ επαχθούς αιτίας ακίνητου, πλοίου αεροσκάφους υποχρεωτικά εγγραφομένου σε δημόσιο βιβλίο η κινητών αξιών, που προϋποθέτουν για την ύπαρξη του την έγγραφη σε δημόσιο βιβλίο προβλεπόμενο, διέπεται από το δίκαιο του κράτους, όπου βρίσκεται το ακίνητο ή το οποίο επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου (άρθρ.14).

Επίσης, ο Κανονισμός καθιερώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων με αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων που αφορούν την έναρξη, διεξαγωγή και περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, κύριας και δευτερευουσών, καθώς και των αποφάσεων που συνδέονται άμεσα με αυτές τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Η αρχή αυτή φέρει τον τίτλο "βασική" στο άρθρο 16 παρ.1. Η κήρυξή της έναρξης μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας από τα κατά το άρθρο 3 αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους, αναγνωρίζεται στο έδαφος όλων των άλλων κρατών μελών, μόλις αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της στο κράτος έναρξης. Έτσι, καθιερώνεται η αρχή της άμεσης και καθολικής για όλο τον κοινοτικό χώρο αναγνώρισης των διαδικασιών αφερεγγυότητας με την επιφύλαξη βέβαια της τήρησης των κανόνων δημοσιότητας η έγγραφης σε δημόσιο βιβλίο (άρθρα 21 και 22).

Η γενική αυτή αρχή για αναγνώριση ισχύει για όλες τις διαδικασίες που καλύπτονται από τον κανονισμό και ανοίγονται σε ένα κράτος μέλος, ακόμα και αν, λόγω της ιδιότητος του οφειλέτη, π.χ. μη έμπορος, θα ήταν αδύνατη στα υπόλοιπα κράτη η κατ' αυτού έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας. Η απόφαση έναρξης της κυρίας διαδικασίας παράγει άνευ ετέρου σε κάθε άλλο κράτος τα αποτελέσματα που ορίζει το δίκαιο του κράτους έναρξης, ο εν λόγω δε κανόνας υφίσταται τους δύο περιορισμούς του άρθρου 17 παρ.1 (μη διαφορετική πρόβλεψη από τον κανονισμό και μη κίνηση σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος τοπική η δευτερεύουσα διαδικασία του άρθρου 3 παρ.2).

Η ως άνω αναφερόμενη επιφύλαξη των άρθρων 21 και 22 (διατυπώσεις δημοσιότητας και καταχώρηση σε δημόσια βιβλία) δεν αποτελούν προϋποθέσεις για την αναγνώριση των διαδικασιών αφερεγγυότητας και την αναγνώριση των εξουσιών του συνδίκου, υποχρεωτική δημοσίευση (με επιμέλεια του συνδίκου ή άλλης αρχής) μπορεί να επιβληθεί μόνο από κράτος μέλος στο οποίο ο οφειλέτης έχει εγκατάσταση.

Και σ' αυτήν όμως την περίπτωση η υποχρεωτική δημοσίευση δεν θα αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης της διαδικασίας (άρθρο 21 παρ.2). Η ως άνω βασική αρχή της αυτόματης αναγνώρισης αφενός και η έλλειψη γενικού συστήματος εξάρτησης της αναγνώρισης από προηγούμενη δημοσιότητα, αν και εγγυάται την άμεση αποτελεσματικότητα της απόφασης για έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι ενδεχόμενο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταλήγει σε μη δίκαιες συνέπειες σε βάρος καλόπιστων τρίτων, και γι' αυτό και ο ουσιαστικός κανόνας του άρθρου 24 παρ.1 αυτού περί "ελευθερώσεως" με τα δύο δικονομικά τεκμήρια της παρ.2 του αυτού άρθρου, ήτοι του τεκμηρίου άγνοιας του εκπληρώσαντος την παροχή προς όφελος οφειλέτη που είναι υποκείμενο σε διαδικασία αφερεγγυότητας σε άλλο κράτος μέλος, ενώ θα έπρεπε να την εκπληρώσει προς το σύνδικο πριν από τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 21 και του τεκμηρίου γνώσεως του εκπληρώσαντος την παροχή μετά τις διατυπώσεις δημοσιότητας, τα οποία είναι μαχητά Περαιτέρω, από το σύνολό των διατάξεων του πτωχευτικού δικαίου του Εμπ.Ν, και ειδικότερα των άρθρων 534, 592 επ., 637, 644 και 667 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 προκύπτει ότι η κήρυξή της πτωχεύσεως από την πρωία της δημοσιεύσεως της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, επάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον πτωχεύσαντα που ανάγονται στο πρόσωπο η στην περιουσία του.

Βασική δυσμενής συνέπεια είναι ότι ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει πλέον ο σύνδικος, και έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται με τους όρους του νόμου, με δε την παρ.4 του άρθρου 2 του ως άνω α.ν. επί λέξει ορίζεται: "Από της εν εδαφ.1 προθεσμίας είναι αυτοδικαίως άκυρος ως προς την ομάδα πάσα δικαιοπραξία γενομένη υπό του πτωχεύσαντος η προς τον πτωχεύσαντα και αφορώσα την πτωχευτικήν περιουσίαν".

Καθιερώνεται, δηλαδή, με την εν λόγω τελευταία διάταξη αυτοδίκαιη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, είτε γίνεται από τον πτωχεύσαντα είτε γίνεται προς τον πτωχεύσαντα και αφορά πτωχευτική περιουσία. Αυτή (ακυρότητα), η οποία, σημειωτέο είναι σχετική αφού τέθηκε μόνο προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών, δεν προϋποθέτει ζημία της τελευταίας, ο δε σύνδικος μπορεί να επικαλεσθεί αυτή (ακυρότητα) και αν η πτωχευτική περιουσία δεν υπέστη οποιαδήποτε ελάττωση από τη γενόμενη δικαιοπραξία, ακόμη και προκειμένου περί ακίνητου, κατ' εκείνου που αγνοούσε την κήρυξή της πτωχεύσεως.

Τα συμφέροντα του ακύρως συμβληθέντος τρίτου προστατεύονται από την ιδιότητα αυτού ως ομαδικού πιστωτού, όσον αφορά στο τίμημα που τυχόν κατέβαλε. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι στην υπό κρίση υπόθεση έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις του Εμπ.Ν. και ο α.ν. 635/1937, που ναι μεν καταργήθηκαν με το άρθρο 181 του Ν. 3588/2007, από την έναρξη ισχύος του στις 16-9-2007, εξακολουθούν όμως να ισχύουν και να εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 182 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου, στις εκκρεμείς διαδικασίας, όπως εν προκειμένω, που η διαδικασία πτώχευσης (22-6-2006) άρχισε πριν από τις 16-9-2007.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ακόμα, ότι: Ο Γ. Α. (πρώτος εναγόμενος της ενδίκου αγωγής, μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ετύγχανε ιδιοκτήτης μιας ατομικής μεταφορικής επιχειρήσεως, η οποία είχε την έδρα της στην οδό ... ... του ... με τον διακριτικό τίτλο *A. T.*. Στις 30-3-2006 υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο BITBURG με την εν λόγω ιδιότητά του αίτηση με την οποία ζητούσε σχετικά έγγραφα προς απόδειξη της εν λόγω αιτήσεως- δηλώσεώς του.

Επί της εν λόγω αιτήσεως-δηλώσεως αυτού (Γ. Α.) που έλαβε τον αριθμό φακέλου ... 20/06 εκδόθηκε στις 26-4-2006 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία διέτασσε την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας (πτωχεύσεως) από ώρα 12.00 της 26-4-2006, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22 του έχοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή Γερμανικού πτωχευτικού κώδικα, διόρισε δε, μεταξύ άλλων, ως προσωρινό σύνδικο αυτής τον νομικό παραστάτη H.-D., νυν ενάγοντα - εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο).

Ακολούθως, για τον ίδιο ως άνω αριθμό φακέλου εκδόθηκε στις 22-6-2006 από το αυτό δικαστήριο απόφαση, η οποία έκρινε τον προαναφερόμενο Γ. Α. αφερέγγυο, δηλαδή τον κήρυξε σε κατάσταση πτωχεύσεως από ώρας 07.30 της 22-6-2006, απαγόρευσε τη διάθεση της ενεστώσας και μελλοντικής του περιουσίας κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας και διατήρησε τον ως άνω προσωρινό σύνδικο ως σύνδικο πλέον (κύριο-οριστικό) αυτής (πτώχευσης). 'Έτσι, επήλθε η συνέπεια, από την εν λόγω ημερομηνία, που ορίζει το άρθρο 35 του Γερμανικού Πτωχευτικού Κώδικα, δηλαδή η αυτοδίκαιη στέρηση αυτού (Γ.

Α.) της διοικήσεως της πτωχευτικής του περιουσίας, το οποίο (εφαρμόζεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, ως το δίκαιο του κράτους μέλους (Γερμανίας) έναρξης της συλλογικής διαδικασίας. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι με την ως άνω δεύτερη απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου κλήθηκαν οι πιστωτές του εν λόγω πτωχεύσαν τος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους μέχρι τις 5-9-2006 (άρθρα 38 και 174 του Γερμ.

Πτωχ. Κ.) και στις 6-9- 2006 έγινε η συνέλευση αυτών και μετά από την εξέλεγξη των εν λόγω πιστώσεων την ίδια ημερομηνία, ανήλθαν αυτές στο ποσό των 284.000 ευρώ. Η απόφαση κηρύξεως του Γ. Α. σε κατάσταση πτωχεύσεως επιδόθηκε, κατ' επιταγή αυτής σ 'αυτόν στις 26-6-2006. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Γ. Α. στις 15-2-2007, δυνάμει του υπ' αριθμό. ...15-2-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Γόντικα- Χονδρού, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών (...) στις 23-2-2007, πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην δεύτερη εναγόμενη-νυν εκκαλούσα, το κείμενο στην περιοχή της κοινότητας ... ακίνητό του, και πιο συγκεκριμένα έναν αγρό, εμβαδού 12.000 τ.μ. με των επ' αυτού εγκαταστάσεων αιγοτροφείου και τυροκομείου, αντί τιμήματος 750.000 ευρώ.

Επί του εν λόγω ακίνητου, το οποίο αποτελεί διαιρετό και αυτοτελές τμήμα μείζονος ακίνητου (χερσολείβαδου) αυτός (άνω πωλητής) κατέστη κύριος δυνάμει της υπ' αριθμό. ...25-5-1998 περιλήψεως κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών, νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών (...).

Το κύρος της εν λόγω δικαιοπραξίας και με δεδομένο ότι, όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσης αναφέρεται, εφόσον για τον σ' αυτή (δικαιοπραξία) έχοντα την ιδιότητα του πωλητή, για τον οποίο όμως έχει ανοίξει η κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας με την προαναφερόμενη απόφαση του δικαστηρίου του Μπίτμπουργκ στις 22-6-2006 και από ώρα 07.30, θεωρείται εκ μόνου αυτού του γεγονότος ότι βρίσκεται σε πτώχευση σε όλη την κοινότητα, θα κριθεί, εφόσον συνήφθη μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας με περιεχόμενο τη διάθεση εξ επαχθούς αιτίας ακίνητου, από το ελληνικό δίκαιο, όπου και αυτό βρίσκεται.

Αυτή (άνω δικαιοπραξία) είναι, σύμφωνα με τα επίσης στην ως άνω νομική σκέψη αναφερόμενα, αυτοδικαίως άκυρη (άρθρ. 2 παρ.4 του α.ν. 635/1937) έναντι της ομάδας των πιστωτών της πτώχευσης του Γ. Α., επειδή ο τελευταίος από της πρωίας της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση αυτοδικαίως στερήθηκε την εξουσία διοικήσεως της περιουσίας του, στην οποία περιλαμβάνεται το ακίνητο, χωρίς αυτή (αυτοδίκαιη ακυρότητα) να προϋποθέτει ζημία αυτής (ομάδας), ο δε ενάγων ως σύνδικος μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα και αν ακόμη η πτωχευτική περιουσία δεν υπέστη οποιαδήποτε ελάττωση από αυτή (δικαιοπραξία) ακόμη και κατά της δεύτερης εναγομένης, αγοράστριας του ακίνητου, που αγνοούσε την κήρυξή της πτωχεύσεως.

Δηλαδή η εν λόγω αυτοδίκαιη ακυρότητα της δικαιοπραξίας προτείνεται και έναντι του καλής πίστεως τρίτου. Για την "αυτόματη" αναγνώριση στην Ελλάδα της προαναφερομένης αλλοδαπής πτωχευτικής αποφάσεως με βάση τις αναφερόμενες στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσης διατάξεις του Κανονισμού 1346/2000, που ισχύει από 31-5-2002, η ως άνω αναφερόμενη επιφύλαξη των άρθρων 21 και 22 δεν αποτελούν προϋποθέσεις για την αναγνώριση των διαδικασιών αφερεγγυότητας και την αναγνώριση των εξουσιών του συνδίκου, υποχρεωτική δε δημοσίευση θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο από κράτος μέλος στο οποίο ο οφειλέτης έχει εγκατάσταση και εν προκειμένω από το Ελληνικό κράτος, αν το ως άνω ακίνητο ήθελε θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην έννοια "της εγκατάστασης", προϋπόθεση όμως που δεν αποδείχθηκε ότι επισυνέβη στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Επίσης, αδιάφορο τυγχάνει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για το κύρος της εν λόγω δικαιοπραξίας και το γεγονός ότι το καταβληθέν για την απόκτηση του ενδίκου ακίνητου τίμημα από την δεύτερη εναγόμενη αντιστοιχεί στην πραγματική εμπορική του αξία. Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι γι' αυτό ο ως άνω ουσιαστικός κανόνας του άρθρου 24 παρ.1 του Κανονισμού περί "ελευθερώσεως" καθιερώνει το μαχητό τεκμήριο της άγνοιας, για αυτόν που ήταν καλόπιστος, δηλαδή αυτόν που εκπλήρωσε την παροχή στον οφειλέτη πριν από τις διατυπώσεις, δημοσιότητας του άρθρου 21 και έτσι δεν μπορεί να εναχθεί από τον σύνδικο για την εκ νέου εκπλήρωσή της παροχής, μάλιστα δε, όπως, επίσης, προελέχθη, η δεύτερη εναγόμενη για το ήδη καταβληθέν τίμημα τυγχάνει δανείστρια της ομάδας των πιστωτών, ικανοποιούμενη από το προϊόν της ρευστοποιήσεως της πτωχευτικής περιουσίας...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, τις διατάξεις των άρθρων 8, 14, 21 παρ. 1, 22, 24 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, άρθρ. 4, 5, 6, α.ν. 635/1937, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις αυτές, είναι βάσιμα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, ο Γ. Α. κηρύχθηκε σε αφερεγγυότητα με την από 22-6-2006 απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου του Μπίτμπουργκ, η εν λόγω απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου περί κηρύξεως του οφειλέτη Γ. Α. σε αφερεγγυότητα, άρχισε να ισχύει και να αναγνωρίζεται αυτόματα από 12:00 ώρας της 26-4-2006, τόσο στην Γερμανία όσο και στα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ανάγκη τηρήσεως άλλης διατυπώσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου συνδίκου. Ο πτωχός Γ. Α., στις 15-2-2007 πώλησε στην αναιρεσείουσα ακίνητο/αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του που κείται στα Γιαννιτσά, ήτοι περίπου 10 μήνες μετά την έναρξη της αφερεγγυότητας, η δε πώληση αυτή είναι άκυρη έναντι πάντων και της αναιρεσείουσας η οποία κατέβαλλε το προσήκον πραγματικό τίμημα στον Γ. Α..

Περαιτέρω όμως σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, η πώληση του εν λόγω αγροτεμαχίου στα Γιαννιτσά και το κύρος αυτής ρυθμίζονται από το ελληνικό δίκαιο σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του Κανονισμού, σε σχέση με την ισχύ της αποφάσεως περί αφερεγγυότητας του γερμανικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σε περίπτωση κηρύξεως πτωχεύσεως με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, γίνεται δεκτό ότι η απόφαση ισχύει μεν άμεσα από την πρωία της δημοσιεύσεως, προβλέπεται όμως και η τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας με εγγραφή της σε δημόσια βιβλία (ΔΔΔΤΝ) για την προστασία των καλόπιστων τρίτων που τυχόν θα συναλλάσσονταν, με τον πτωχό, ήτοι (ΕμπΝ 532, άρθρα 2,5 και 6 ΑΝ 635/1937, που εφαρμόζονται εδώ λόγω του χρόνου της κήρυξης της πτώχευσης),όπως άλλωστε ισχύει και με τις αντίστοιχες αποφάσεις γερμανικών δικαστηρίων στη Γερμανία.

Στον ενιαίο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την έναρξη ισχύος του Κανονισμού αυτού, δεν έχει προβλεφθεί ακόμη τήρηση τέτοιων βιβλίων δημοσιότητας για την καταχώριση αποφάσεων αφερεγγυότητας, αντίστοιχων με τα βιβλία δημοσιότητας των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών όπου αυτά τηρούνται, με πρακτικό αποτέλεσμα την αδυναμία ευχερούς πληροφόρησης των κηρυσσομένων πτωχεύσεων σε όλα τα κράτη μέλη.

Επομένως, η εφαρμογή και τήρησης διαφορετικών διατυπώσεων δημοσιότητας για αποφάσεις δικαστηρίων άλλων κρατών μελών, εν προκειμένω του γερμανικού, από εκείνες τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται για τις ελληνικές, αφενός μεν δεν δικαιολογείται ούτε ευρίσκει έρεισμα σε κάποια διάταξη του ενωσιακού δικαίου εν γένει, ούτε όμως ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες αντίθετα, στις περιπτώσεις πωλήσεως ακινήτων, ορίζουν ως εφαρμοστέες τις διατάξεις του κράτους μέλους που ευρίσκεται το ακίνητο.

Το Εφετείο, με το να απαιτήσει διαφορετικές προϋποθέσεις δημοσιότητας για την εφαρμογή της αποφάσεως περί κηρύξεως σε αφερεγγυότητα του οφειλέτη Γ. Α., από εκείνες που απαιτούνται για τις ελληνικές καίτοι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ούτε από τον Κανονισμό ούτε από άλλη διάταξη, παραβίασε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 8, 14 και 15, 21παρ.1 και 22 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ΕμπΝ 532, άρθρ. 2,5 και 6 ΑΝ 635/1937, ενώ, έπρεπε να δεχθεί ότι στην περίπτωση της πώλησης ακινήτου, εφαρμόζονται και για τις αλλοδαπές αποφάσεις, οι προϋποθέσεις δημοσιότητας ανεξάρτητα από την αυτοδίκαιη επέκταση της ισχύος του "δεδικασμένου" της, σε όλο τον χώρο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσις που αποβλέπει στο συμφέρον της ομάδας των πτωχευτικών πιστωτών, και οι διατάξεις εκείνες προστασίας των καλόπιστων τρίτων περί δημοσιότητας της ίδιας απόφασης, που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τις αντίστοιχες ελληνικές αποφάσεις, όπως άλλωστε και οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού ορίζουν.

Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης έτσι της εξέτασης του δεύτερου λόγου αναίρεσης και να παραπεμφθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 4187867/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 242/5-11-2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 884/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 4187867/2013 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 242/5-11-2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ