Supreme Court dismisses appeal on civil liability grounds, upholding lower court's factual findings and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding civil liability. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and misapplied common sense regarding the defendant's financial aid after a death, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(17), 559(1)(10)(a), 559(1)(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to re-evaluate factual findings or evidence assessment, and an appeal based on alleged contradictions in the lower court's reasoning is inadmissible if the reasoning is not explicitly flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 838 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 838/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδρεαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Τ., 2) Δ. συζ. Ι. Π., 3) Ό. Π. του Ι., 4) Α. Π. του Ι., όλων κατοίκων ..., 5) Χ. Μ. του Χ., χας Χ. Π., κατοίκου ... και 6) Φ. Ν. του Α., χας Ί., το γένος Κ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2000 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων {για τον εαυτό τους και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου (τότε) τέκνου τους ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων}, καθώς και του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1664/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στη συνέχεια, συνεκδικάζοντας την ως άνω αγωγή με την από 28-2-2003 αγωγή των ήδη 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της Ε. χας Ε. Π., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, εξέδωσε τις αποφάσεις: 567/2005 και 1059/2007 μη οριστικές και 1044/2008 οριστική, η οποία διορθώθηκε με την 3171/2008 απόφασή του. Τέλος εκδόθηκε η 3651/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 11-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε την λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των παρακάτω αναφερομένων διατάξεων: 1 ) Του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α' "Γενικά μέτρα ασφαλείας δι' εκσκαφάς" του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού", στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι: "Προ της ενάρξεως εργασιών εκσκαφών πρέπει να ερευνάται, τη συνεργασία των αρμοδίων φορέων, η ύπαρξις και η θέσις, εις τον χώρον του εργοταξίου, δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, φωταερίου, ύδατος κ.λπ.
και να γίνεται η κατά περίπτωσιν απαιτουμένη απομόνωσις ή μεταφορά των. Αι εκσκαφαί εν γένει εκτελούνται διά μηχανικών μέσων, λαμβανομένης προνοίας αντιστηρίξεως των πρανών της εκσκαφής των παρακειμένων οικοδομών, των καταστρωμάτων οδών κ.λπ. Αι αντιστηρίξεις μελετώνται υπό αρμοδίου Μηχανικού. Πάντα τα επισφαλή ή προεξέχοντα τμήματα βράχων, λίθων ή χωμάτων, τα οποία δύνανται εκ τυχαίας πτώσεως να προξενήσουν ατυχήματα εις τους πλησίον απασχολουμένους εργαζομένους, πρέπει να κατακρημνίζονται συμφώνως προς τας οδηγίας εμπείρου προσώπου, να μην επιτρέπεται δε η ανάληψις εργασίας προ της βεβαιώσεως υπό του αρμοδίου εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού ότι δεν υπάρχει κίνδυνος".
Με το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ. ορίζεται ότι: "Κατά τας εκσκαφάς πρέπει να αποφεύγεται η πλησίον των ανοιγμάτων συγκέντρωσις των υλικών εκσκαφής, εργαλείων ή άλλων βαρών. Ταύτα πρέπει να τοποθετώνται εκτός του εύρους κατακλίσεως του πιθανού πορίσματος ολισθήσεως, ώστε να αποκλείεται κίνδυνος κατολισθήσεως ή καταρρεύσεώς των εντός του χώρου των εκσκαφών". 2 ) Του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Β' "Μέτρα ασφαλείας κατά την εκσκαφήν θεμελίων και τάφρων" του αυτού ως άνω Π.Δ. 1073/1981, σύμφωνα με το άρθρο 9 του οποίου, κατά την εκσκαφή θεμελίων, τάφρων ή ορυγμάτων, επιμήκων ή μεμονωμένων, η αντιστήριξη για βάθη μεγαλύτερα των εμφαινομένων, στο διαλαμβανόμενο στο άρθρο αυτό διάγραμμα, είναι υποχρεωτική.
Η αντιστήριξη παραλείπεται εάν η εκσκαφή πραγματοποιείται σε βράχο και σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ισορροπία των πρανών εκσκαφής έχει εξασφαλισθεί διά καταλλήλου κλίσεώς τους. Η αντιστήριξη πραγματοποιείται παραλλήλως προς την πρόοδο των εργασιών και εάν υπάρχει ανάγκη, διά καταλλήλων μεθόδων ή δια μηχανικών μέσων εξ αποστάσεως, άνευ της εισόδου των εργαζομένων στην εκσκαφή (παρ. 1).
Απαγορεύεται η κάθοδος εργαζομένων στην εκσκαφή προ της λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, πλην εκείνων οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι για την λήψη των μέτρων τούτων (παρ. 2). Για την παρεμπόδιση πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως στην εκσκαφή, πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλονται από κράσπεδο ύψους τουλάχιστον 15 εκατοστών του μέτρου, η δε επένδυση της τάφρου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται τέτοια επένδυση, να εξέχει της επιφανείας του εδάφους, τουλάχιστον κατά 15 εκατοστά του μέτρου (παρ. 3).
Σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ., η αντιστήριξη επί εκσκαφών τάφρων μεγάλου μήκους, όπως π.χ. για τοποθέτηση αγωγών ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τηλεφώνου κ.λπ., πραγματοποιείται κατά τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Τα προϊόντα εκσκαφής τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 60 εκατοστών του μέτρου από το χείλος του ορύγματος.
Κατά τις εκσκαφές σε οδούς και συναφείς κοινόχρηστους χώρους, λαμβάνονται κατά περίπτωση και τα αντίστοιχα μέτρα ασφαλείας, τα οποία προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις του ισχύοντος Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Περαιτέρω, ο Ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" προβλέπει:
Στο άρθρο 3 τις υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολόκληρου του έργου, ορίζεται δε με το άρθρο αυτό ότι: α) "Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1) Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2) Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3) Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος".
β) Στο άρθρο 4 ο ίδιος νόμος προβλέπει τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, οι οποίες είναι: 1) "Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει, πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2) Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη την διάρκεια της διακοπής. 3) Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο".
γ) Στο άρθρο 5 ο εν λόγω Ν. 1396/1983 προβλέπει τις υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου τμήματος του έργου, οι οποίες είναι: "Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1) Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2) Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχουν αναλάβει. 3) Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου, το οποίο έχουν αναλάβει".
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είναι μηχανολόγος - μηχανικός και αναλαμβάνει ως εργολάβος την εκτέλεση μηχανολογικών έργων. Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ του εναγομένου και του υπηκόου Αλβανίας Ε.
Π. του Ι., κατόχου νόμιμης άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, ο πρώτος προσέλαβε στις 19-11-1998 και απασχολούσε τον δεύτερο ως ανειδίκευτο εργάτη στην εκτέλεση μηχανολογικών έργων, που πραγματοποιούσε σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της εταιρείας, με την επωνυμία "Γ. Κ. και Υιοί Α.Ε.". Ειδικότερα, ο εναγόμενος, κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 1998 είχε συνάψει σύμβαση με το νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρείας Γ.
Κ., δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει και εκτελούσε το έργο των μηχανολογικών εγκαταστάσεων (υδραυλικά - αποχέτευση - κλιματισμό) στα ξενοδοχεία "ΠΑΝΟΡΑΜΑ", "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΛΛΑΣ" και "ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ VILLAGE", που βρίσκονται στην περιοχή "Ψαλίδι" της νήσου Κω, των οποίων την εκμετάλλευση είχε η ως άνω εταιρεία. Στις 18-3-1999 - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - σε εκτέλεση της προαναφερθείσας συμβάσεως εργασίας, ο Ε.
Π. εργαζόταν μέχρι ώρα 16.30' περίπου στο ξενοδοχείο "ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ VILLAGE", οπότε κλήθηκε από τον Γ. Κ. να μεταβεί, μαζί με άλλα μέλη του συνεργείου του εναγομένου, στο ξενοδοχείο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΛΛΑΣ", προκειμένου να προβούν, στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου αυτού, στην τοποθέτηση πλαστικών σωλήνων αποχέτευσης, ώστε να κατασκευασθεί ο αποχετευτικός αγωγός, που θα συνέδεε το άνω ξενοδοχείο με τον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό του Δήμου της Κω, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ Γ.
Κ. και εναγομένου. Ειδικότερα - συνεχίζει το Εφετείο - η τοποθέτηση των αποχετευτικών αυτών σωλήνων έπρεπε να γίνει, εντός τάφρου (χάνδακα), η οποία είχε ήδη διανοιχθεί, μήκους 60 μέτρων, πλάτους ενός (1) μέτρου περίπου και βάθους 3,80 μέτρων περίπου. Η διάνοιξη της τάφρου αυτής είχε γίνει στις 17 και 18-3-1999 από τον Γ.
Κ. με εκσκαπτικό μηχάνημα και δικό του συνεργείο και όχι από συνεργείο του εναγομένου, καθόσον δεν περιλαμβανόταν στο έργο, που είχε συμφωνηθεί να εκτελέσει ο τελευταίος, η διάνοιξη, εξόρυξη και επιχωμάτωση της εν λόγω τάφρου, αλλά μόνο η τοποθέτηση και σύνδεση των σωλήνων αποχέτευσης. Πράγματι, ο Ε. Π., όπως και άλλα μέλη του συνεργείου του εναγομένου, μετέβησαν στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου "ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΛΛΑΣ", όπου, χωρίς την παρουσία του επιβλέποντος μηχανικού του έργου Σ.
Γ., αλλά υπό την παρουσία του Γ. Κ. και του εναγομένου, ο οποίος έφθασε λίγο αργότερα και δη περί ώρα 19.00' με 19.30', εισήλθαν στην διανοιχθείσα τάφρο και άρχισαν να απασχολούνται με την τοποθέτηση των σωλήνων αποχέτευσης. Στην τάφρο όμως αυτή - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - δεν είχαν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, τα οποία όφειλε κατ' αρχήν να λάβει ο Γ.
Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυρίας του έργου, ήτοι της ανωτέρω εταιρείας, με την επωνυμία "Γ. Κ. και Υιοί Α.Ε.", και διενεργήσας, διά του συνεργείου του, την διάνοιξη και εξόρυξη της τάφρου και ειδικότερα: α) δεν είχαν πραγματοποιηθεί αντιστηρίξεις των πρανών της τάφρου, για την ασφάλεια των εργατών, κατά την διάρκεια των εργασιών τους, εντός αυτής, β) δεν είχαν απομακρυνθεί τα προϊόντα της εκσκαφής (τμήματα ασφάλτου, λίθοι, χώματα κ.λπ.), που ήταν συσσωρευμένα γύρω από την περίμετρο της τάφρου, τα οποία μπορούσαν με την πτώση τους να προξενήσουν ατύχημα στους εργαζομένους εντός της τάφρου και γ) δεν είχε αντληθεί η ποσότητα ύδατος που υπήρχε εντός της τάφρου, ύψους στάθμης 60 εκατοστών περίπου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται διάβρωση του εδάφους και μαλακό υπόστρωμα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Ε. Π., μαζί με τα άλλα μέλη του συνεργείου του εναγομένου, ο οποίος βρισκόταν ήδη εκεί, τοποθετούσαν τους σωλήνες εντός της τάφρου και τους συνέδεαν μεταξύ τους. Όταν ολοκληρωνόταν ένα τμήμα της τάφρου (με την σύνδεση των σωλήνων), ο Γ. Κ., οδηγώντας έναν ερπυστριοφόρο φορτωτή, χωρίς να κατέχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης τέτοιου μηχανήματος, το οποίο προκαλούσε έντονες δονήσεις επί του εδάφους, προέβαινε, με μεγάλη ταχύτητα, σε επιχωμάτωση του ολοκληρωμένου τμήματος της τάφρου.
Περί ώρα 00.30' της 19-3-1999 και ενώ οι εργάτες του συνεργείου του εναγομένου εκτελούσαν τις παραπάνω εργασίες, υποχώρησαν πέτρες και χώματα από τις πλευρές της τάφρου και καταπλάκωσαν τον εντός αυτής εργαζόμενο Ε. Π., με αποτέλεσμα να υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού.
Στην επέλευση του θανατηφόρου αυτού εργατικού ατυχήματος - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - ανεξάρτητα από την ευθύνη άλλων προσώπων (όπως του έχοντος με την ως άνω ιδιότητα αναλάβει την εξόρυξη και επιχωμάτωση της τάφρου Γ. Κ.), συνετέλεσε και πταίσμα του εναγομένου, εργοδότη του θανόντος Ε. Π. και εργολάβου του έργου της τοποθέτησης και σύνδεσης των σωλήνων αποχέτευσης.
Και τούτο διότι, μολονότι ο εναγόμενος παρευρίσκετο στο χώρο εργασίας, όπου συνέβη το ατύχημα αρκετές ώρες πριν συμβεί αυτό και είχε διαπιστώσει, ως έμπειρος εργολάβος, τον κίνδυνο υποχώρησης των χωμάτων από την παντελή έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας και την, κατά την διάρκεια των εργασιών, προκαλούμενη έντονη δόνηση του εδάφους και ισχυρή πίεση των πρανών της τάφρου από το βαρύ ερπυστριοφόρο μηχάνημα, με το οποίο ο Γ.
Κ. εκτελούσε τις εργασίες επιχωμάτωσης της τάφρου, αυτός (εναγόμενος) από έλλειψη της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή κατά την εκτέλεση από εργολάβο των εργασιών τοποθέτησης και σύνδεσης των σωλήνων αποχέτευσης εντός τάφρου, επέτρεψε υπό την εκεί παρουσία του την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών από τον θανόντα, υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, ενώ όφειλε, κάτω από τις συνθήκες αυτές, επιμελώς ενεργώντας και συμμορφούμενος με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Π.Δ. 1073/1981, να απαγορεύσει την κάθοδο των εργατών του συνεργείου του (ήτοι και του Ε.
Π.) στην επισφαλή τάφρο προς εκτέλεση εργασιών και σε κάθε περίπτωση να απαγορεύσει την συνέχιση των εργασιών αυτών και να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνσή τους από εκεί, από την στιγμή που μετέβη στο εργοτάξιο και διαπίστωσε ότι αυτοί εργάζονταν εντός της τάφρου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου - είπε το Εφετείο - ότι προέτρεψε τους εργαζόμενους να σταματήσουν τις εργασίες και να εξέλθουν από την τάφρο, αλλά αυτοί αρνήθηκαν επειδή τελείωναν τις εργασίες, εκτός του ότι δεν αναιρεί την κατά τ' άνω αμελή συμπεριφορά του, αφού είχε υποχρέωση όχι να προτρέψει τους εργαζόμενους να σταματήσουν τις εργασίες, αλλά να απαγορεύσει σ' αυτούς τις εργασίες τοποθέτησης και σύνδεσης των σωλήνων αποχέτευσης, την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει αυτός, εντός της επισφαλούς τάφρου, σε κάθε περίπτωση διαψεύδεται από τις καταθέσεις των παρευρισκομένων εργατών.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος, μετά το επίδικο εργατικό ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θάνατο του εργαζόμενου Ε. Π., ηλικίας 23 ετών, κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ) Ι. Π., πατέρα του θανόντος, για την αντιμετώπιση έκτακτων οικογενειακών αναγκών του εξαιτίας του θανάτου του υιού του, το ποσό των 3.000.000 δραχμών στις 27-4-2000 και το ποσό των 4.000.000 δραχμών στις 3-1-2001, όπως τούτο προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο αποδείξεις δαπανών, με ημερομηνίες 27-4-2000 και 3-1-2001.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αποφάνθηκε, συνεκτιμώντας τις εν γένει κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των διαδίκων, τις οποίες εκθέτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι συγγενείς του ως άνω θανόντος δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του, οφειλομένου σε υπαιτιότητα (αμελή συμπεριφορά) του αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει επίσης εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατέληξε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, πατέρα και μητέρα του θανόντος, το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, αδελφούς του θανόντος και το ποσό των 5.000 ευρώ σε καθεμία από τις πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, γιαγιάδες του θανόντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ευθύνης (και) του αναιρεσείοντος για τον θάνατο του ως άνω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, ως εργολάβος υπεύθυνος για την εκτέλεση των εργασιών της τοποθετήσεως και συνδέσεως των σωλήνων αποχετεύσεως εντός της διανοιχθείσας τάφρου, βάθους τριών μέτρων και ογδόντα εκατοστών (3,80), όφειλε, όπως είχε υποχρέωση από την δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Π.Δ. 1073/1981, να απαγορεύσει την κάθοδο του εργαζομένου στο δικό του συνεργείο Ε.
Π. (θανόντος) εντός αυτής προς εκτέλεση των παραπάνω εργασιών, από την στιγμή που διαπίστωσε ότι δεν είχαν ληφθεί τα προς τούτο αναγκαία μέτρα ασφαλείας και σε κάθε περίπτωση όφειλε να απαιτήσει την απομάκρυνση του θανόντος από την επισφαλή τάφρο. Με βάση δε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και τις προπεριγραφείσες συνθήκες εργασίας συντρέχει, εν προκειμένω, και γενική αμέλεια του αναιρεσείοντος, αφού αυτός, ως έμπειρος εργολάβος, δεν προέβλεψε, αν και μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι εντός της συγκεκριμένης τάφρου από την υποχώρηση των χωμάτων, λόγω της παντελούς ελλείψεως των ως άνω αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και των έντονων δονήσεων που προξενούσε ο εν λειτουργία ερπυστριοφόρος φορτωτής που χειριζόταν ο Γ.
Κ. και έτσι επέτρεψε σ' αυτούς την εκτέλεση και σε κάθε περίπτωση την συνέχιση των παραπάνω εργασιών εντός της τάφρου. Επομένως, μετά από αυτά, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος της ευθύνης του αναιρεσείοντος στην επέλευση του ένδικου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, όπως επίσης και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, γιατί οι αιτιολογίες που περιέχει για τα μέτρα ασφαλείας και την ευθύνη του αναιρεσείοντος για την λήψη αυτών είναι αντιφατικές, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η παραπάνω πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι (ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταποδείξεως, χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος Ι.
Π., ένορκη εξέταση του εναγομένου, έγγραφα). Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ως άνω διατάξεως (πρώτη περίπτωση). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση, ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε ως "οιονεί δικαστικό τεκμήριο" υπαιτιότητας αυτού, το γεγονός ότι, μετά τον θάνατο του Ε. Π., κατέβαλε στον πατέρα του Ι. Π., ως οικονομική βοήθεια, το ποσό των 3.000.000 δραχμών στις 27-4-2000 και το ποσό των 4.000.000 δραχμών στις 3-1-2001, ενώ αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, το οποίο και παραβίασε το Εφετείο, ότι σε περίπτωση αδόκητου θανάτου νέου ανθρώπου εξ ατυχήματος, η παροχή οικονομικής βοήθειας προς τους στενούς συγγενείς αυτού (θανόντος) συνιστά πράξη φιλανθρωπίας και μόνο και επ' ουδενί ενέχει συναποδοχή ευθύνης ή υπαιτιότητας για πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του χορηγήσαντος την οικονομική βοήθεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως εκφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση του Μ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3651/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ