Supreme Court remands case for retrial due to lower court's failure to apply mandatory contract law provisions regarding unauthorized agency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 7211/2008. The appellant argued the lower court erred by not applying specific articles of the Civil Code regarding unauthorized agency and public procurement rules. The Court found the lower court violated substantive law by failing to apply these mandatory provisions, thus remanding the case for retrial while awarding costs to the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300, 330, 922 of the Civil Code; The lower court must apply mandatory provisions regarding unauthorized agency and public procurement; failure to do so constitutes a procedural error requiring remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 838 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 838/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ (Ο.ΚΑ.ΝΑ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παναγόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "INERLLIGRNT COMMUNICATION SYSTEMS AND SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ", με τον διακριτικό τίτλο "ICSS" που εδρεύει στη Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 609/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7211/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29 Απριλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των πρώτου και πέμπτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο (Ολ. ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ.. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση, από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφ` όσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει περαιτέρω να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του Α.Κ., δεχόμενο την αγωγή παρά την αοριστία της, ήτοι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν εξέθετε στο δικόγραφο της αγωγής την ακριβή ημερομηνία επικοινωνίας μετά της πρώτης εναγομένης, ή ακόμη από πού προκύπτει ότι η εναγομένη επικοινώνησε μέσω των τηλεφώνων του Ε.Κ.Κ.Ε.Ε.
Θεσσαλονίκης με κάποιον (και ποίον) εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης και γενικώς η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα δεν εξέθετε επαρκώς όλα τα περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως. Οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό αναίρεσης αοριστίες της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν νομική, αλλά ποσοτική αοριστία της αγωγής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, παράθεση των οποίων δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, στοιχείο του ορισμένου της αγωγής.
Επομένως ο παραπάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, περιέχονται σε αυτή με αρκετή πληρότητα και εξειδίκευση τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 914, 922, 297 και 298 Α.Κ.
Απορριπτέος εξάλλου είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, υπαγόμενος και αυτός στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, νόμιμη, με συνέπεια να νομιμοποιείται η ενάγουσα στην άσκησή της κατά του εναγομένου.
ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 957/2003).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (Α.Π. 272/2008, Α.Π. 330/1977 ΝΟΒ 25,1342).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα εξής: " Το πρώτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών (Ο.Κ.Α.Ν.Α)" που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί Παράρτημα στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Μοναστηρίου αρ.14, όπου λειτουργεί κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης, με την επωνυμία "Εξειδικευμένο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Κοινωνικής Ένταξης (Ε.Κ.Κ.Ε.Ε.)"• Η δεύτερη εναγομένη Ε.
Τ. Τ., κάτοικος ..., κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος γραφείου του εναγομένου, στο πιο πάνω Παράρτημα. Στις αρχές του Ιουνίου του έτους 2003, η εναγομένη τηλεφώνησε από τα γραφεία του Παραρτήματος Θεσσαλονίκης, στην ενάγουσα εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και δραστηριοποιείται σε διάφορους τομείς προμήθειας προϊόντων και παροχής υπηρεσιών σχετικών με την υψηλή τεχνολογία και τις τηλεπικοινωνίες και της παρέστησε ψευδώς σε γνώση της, ότι, δήθεν το πρώτο εναγόμενο ενδιαφερόταν να αγοράσει φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές για τους υπαλλήλους του στο Παράρτημα Θεσσαλονίκης.
Ζήτησε δε, για δήθεν λογιστικούς λόγους, η τιμολόγηση των Η/Υ να γίνει, απευθείας, σε φυσικά πρόσωπα και, συγκεκριμένα, υπαλλήλους του πρώτου εναγομένου που θα υποδείκνυε η εναγομένη, η οποία υποσχέθηκε, ότι τα τιμολόγια θα εξοφλούνταν από ειδικό κονδύλιο του εναγομένου. Έτσι, παρέπεισε την ενάγουσα να πωλήσει και να παραδώσει τα ακόλουθα ηλεκτρονικά είδη, τα οποία παρέλαβε η εναγομένη από τα γραφεία της εταιρείας curier, με την επωνυμία "A.C.S. COURIER", στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα: 1) δύο (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, με σάκα μεταφοράς και πρόγραμμα γραφείου MICROSOFT OFFICE XP PRO, για τους οποίους εκδόθηκε το με αριθμό 5/23-6-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, στο όνομα της εναγομένης, συνολικής αξίας, με τον Φ.Π.Α, 4.956 ευρώ 2) ένα (1) Η/Υ με σάκα μεταφοράς και πρόγραμμα γραφείου, για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 4/23-6-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας 2.478 ευρώ, στο όνομα Ε.
Ρ.. 3) τρεις (3) Η/Υ με σάκα μεταφοράς και πρόγραμμα γραφείου, καθώς και ένα εκτυπωτή, για τους οποίους εκδόθηκε το με αριθμό 7/3-7-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, στο όνομα της εναγομένης, συνολικής αξίας 6.962,01 ευρώ. 4) δύο (2) Η/Υ με σάκα μεταφοράς, για τους οποίους εκδόθηκε το με αριθμό 9/15-7-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής στο όνομα Ε.
Ρ., συνολικής αξίας 3,304 ευρώ. 5) δύο (2) Η/Υ με σάκα μεταφοράς, για τους οποίους εκδόθηκε το με αριθμό 10/15-7-2003 τιμολόγιο -δελτίο αποστολής στο όνομα της εναγομένης, συνολικής αξίας 4.248 ευρώ. 6) ένα (1) Η/Υ για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 11/15-7-2003 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής στο όνομα της εναγομένης, αξίας 2.478 ευρώ. 7) ένα (1) Η/Υ με σάκα μεταφοράς, για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 12/16-7-2003 τιμολόγιο- δελτίο αποστολής στο όνομα Κ.
Ι., αξίας 2.678 ευρώ. 8) ένα (1) Η/Υ με σάκα μεταφοράς, για τον οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 13/16-7-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, στο όνομα Χ. Κ., αξίας 2.678,60 ευρώ και 9) δύο (2) Η/Υ με σάκες μεταφοράς, για τους οποίους εκδόθηκε το με αριθμό 14/28-7-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, στο όνομα της εναγομένης, συνολικής αξίας 3.304 ευρώ.
Κατά τα παραπάνω η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στη δεύτερη εναγομένη (15) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνολικής αξίας, μαζί με τα αναφερόμενα άλλα είδη, 33.087,21 ευρώ, τίμημα που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί κατά την παράδοση. Τα είδη και οι ποσότητες των πιο πάνω εμπορευμάτων, καθώς και η αξία τους, δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο.
Η εναγομένη, όμως, χρησιμοποιώντας τη συσκευή ΡΑΧ, το τηλέφωνο και τη σφραγίδα του Παραρτήματος Θεσσαλονίκης του εναγομένου Οργανισμού, με διάφορες προφάσεις ανέβαλε συνεχώς την εξόφληση των τιμολογίων. Ενδεικτικά, για τούτο είναι τα προσκομιζόμενα μηνύματα (ί3χ) της 1-8-2003, 17-8-2003, 20-8-2003, 18-9-2003, 23-9-2003, 26-9-2003, 29-9-2003, 1-10-2003, 16-10-2003, 24-10-2003, 27-10-2003, τα οποία η εναγομένη άλλα υπέγραφε με το όνομα της, ενώ άλλα υπέγραφε με ονόματα υπαλλήλων του εναγομένου, ή προσώπων αγνώστων στο εναγόμενο, τα οποία η δεύτερη εναγομένη εμφάνιζε ως, δήθεν, εκπροσώπους του (όπως Κ., Ι., Ε., Ι.).
Στο μεταξύ, πίστωσε τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας με το ποσό των 7.000 ευρώ, έναντι της αξίας των τιμολογίων. Στις 18-11-2003 η ενάγουσα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της απέστειλε μήνυμα Ϊ3χ στα γραφεία του εναγομένου, στο Παράρτημα Θεσσαλονίκης και στις 20-11-2003 πληροφορήθηκε από την εκεί υπεύθυνη Κατάρτισης Ε.Κ.Ε.Κ, Ε.
Χ., ότι το εναγόμενο αγνοούσε παντελώς τις επίδικες αγορές από την εναγομένη. Την τελευταία το εναγόμενο κατεμήνυσε στις 8-12-2003 και στις 10-12-2003 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της αορίστου χρόνου. Με το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με αριθμό 1108/2006, που εκδόθηκε κατόπιν της παραπάνω έγκλησης, καθώς και της από 22-12-2003 έγκλησης της ενάγουσας, η εναγομένη παραμπεμφθηκε να δικαστεί στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία σε βάρος της ενάγουσας, αλλά και του εμπόρου Λ.
Μ., από τον οποίο, με τον ίδιο απατηλό τρόπο, είχε αγοράσει 24 φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνολικής αξίας 51.276,50 ευρώ. Ας σημειωθεί, ότι τους υπολογιστές αυτούς, καθώς και τους επίδικους, η εναγομένη μεταπώλησε σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό της και ιδιοποιήθηκε το τίμημα των πωλήσεων.......... Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, πλήρως αποδεικνύεται, ότι η δεύτερη εναγομένη, υπάλληλος του πρώτου και, συνεπώς, προστηθείσα από αυτόν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας της, τέλεσε παράνομα και υπαίτια αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, στην οποία προξένησε ζημία ύψους 26.087,21 ευρώ (33.087,21 αξία τιμολογίων μείων 7.000 ευρώ που κατέβαλε έναντι αυτών).
Την αδικοπραξία αυτή τέλεσε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της, η οποία όμως ιδρύει αντικειμενική ευθύνη αποζημίωσης του προστήσαντος εναγομένου, πληρουμένων των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, όπως αυτές προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεδομένου και του ότι είναι προφανής ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης που τέλεσε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της.
Περαιτέρω, ο προστήσας, ο οποίος ευθύνεται αντικειμενικά, μπορεί να επικαλεστεί συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντα, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Η ένσταση του εναγομένου όμως, περί συντρέχοντος πταίσματος δεν εμπεριέχεται στον ισχυρισμό του για αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντα, ο οποίος συνιστά άρνηση της αγωγής.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το πρώτο εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του πρότεινε τον ισχυρισμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας, διότι σε πλήρη γνώση της ή έστω από βαρεία αμέλεια της, δεν διέγνωσε πως η δεύτερη εναγομένη, υπάλληλος του, δεν το εκπροσωπούσε και ακόμη, ότι παρέβλεψε, ότι η προμήθεια υλικών του εναγομένου πραγματοποιείται όχι με απευθείας αγορά, αλλά κατά τα οριζόμενα για τις προμήθειες του Δημοσίου.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής. Η εκκαλούμενη απόφαση που την εκτίμησε ως ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, την δέχθηκε στην ουσία της και απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει, επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης, να εξαφανισθεί.
Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί η αγωγή στην ουσία της. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο κρίνει, ότι η ενάγουσα, από την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης δεν υπέστη ηθική βλάβη, αφού δεν απεδείχθη ότι υπέστη πλήγμα του εμπορικού ονόματος και της φήμης της στην αγορά, από το γεγονός ότι δεν εξοφλήθηκαν τιμολόγια της ύψους 26.087,21 ευρώ, έστω και με τις απατηλές δικαιοπραξίες που μετήλθε η εναγομένη και το σχετικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης των 200.000 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Μετά από αυτά, η ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας σαφώς περιέχει τα στοιχεία της αδικοπραξίας και της πρόστησης, των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου εφεσίβλητου, πρέπει να γίνει μερικά δεκτή και στην ουσία της. Απορριπτέα κρίνεται η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, που προτείνει το εφεσίβλητο ως άμυνα κατά της έφεσης, διότι, τα περιστατικά στα οποία επιχειρεί να την στηρίξει, ίδια κατά περιεχόμενο με τον πιο πάνω ισχυρισμό του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας, δεν πληρούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, το πρώτο εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό των 26.087,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο....". Με το να απορρίψει, όμως, το Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο δεν υποχρεούται σε αποζημίωση της αναιρεσιβλήτου - εκκαλούσας για το λόγο ότι αυτή συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στην πρόκληση της ζημίας, συνιστάμενο στο ότι, αν και αυτή γνώριζε άλλως αγνοούσε από αμέλεια ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε εξουσία προς κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων, για την κατάρτιση των οποίων έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από τις εφαρμοζόμενες αναλογικά, σύμφωνα με το άρθρο 68 του εκδοθέντος σε εκτέλεση των ν. 2161/1993 και ν. 1729/1987 Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών, διατάξεις του ν. 2362/1995 για τις προμήθειες του Δημοσίου, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 922, υπό την έννοια ότι δεν τις εφήρμοσε ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει.
Συνεπώς οι σχετικοί πρώτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 7211/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ως άνω 7211/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος. και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ