Legislator Case Law & Legislation
838/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence review and insufficient reasoning specificity.

Case Number 838/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court failed to properly review evidence and provided insufficient reasoning for rejecting set-off and retention claims. The court ruled that the lower court had considered all evidence and that the appeal arguments lacked the necessary specificity to establish procedural errors.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11), 8, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision indicates all evidence was reviewed, and an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the lower court rejected the claim as legally inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility insufficient reasoning evidence review set-off claim retention claim procedural error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 327 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 694/2003
OL.AP 20/2005
OL.AP 32/1996
OL.AP 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 838 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 838/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μασούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15855/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1617/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-10-2006 αίτησή του και τους από 13-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε η επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε άποψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και οι οποίες εκτιμήθηκαν ανάλογα με το βαθμό της γνώσης και το μέτρο της αξιοπιστίας τους, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, εφόσον επιτράπηκε η απόδειξη με μάρτυρες είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις ομολογίες τους που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους.

Από τη γενική αυτή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο και δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν νόμιμα και 1) τις από 28.5.2002 και 16.4.2002 καταθέσεις των δικαστικών επιμελητών .... και ...... στην ποινική δίκη κατά του αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση του αναφερομένου στην ένδικη αγωγή ποσού σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, 2) την κατάθεση του Γ1, οφειλέτη του αναιρεσιβλήτου, 3) την από 20.1.2003 μήνυση του αναιρεσείοντα κατά των Ψ1 και ......, 4) την από 15.5.2002 ανακοπή του Γ1 κατά του αναιρεσιβλήτου, 5) την με αριθ. 16212/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 6) τις από 14.1.2002 και 30.1.2002 εξώδικες δηλώσεις του αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο και 7) την από 15.1.2002 εξώδικη του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τους σχετικούς του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η προβαλλόμενη με τους σχετικούς του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του υιού του αναιρεσιβλήτου, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προβληθείσα κατ' αυτού από τον αναιρεσείοντα ένσταση εξαίρεσης του άρθρου 400 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δικ., γιατί ο μάρτυρας αυτός δεν προσδοκά έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης, ως αβάσιμη, η δε κρίση αυτή του Εφετείου για την ύπαρξη ή όχι συμφέροντος, ως αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 313/1994).

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν α) ως αβάσιμες και οι προβαλλόμενες με τους σχετικούς του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ως αληθινά, χωρίς αποδείξεις, τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό του πόρισμα πραγματικά περιστατικά της υπεξαίρεσης από τον αναιρεσείοντα του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικού ποσού, αφού, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη παραδοχή αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) αναφέρονται σε αυτή τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα και β) ως απαράδεκτες οι προβαλλόμενες με τους σχετικούς του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δικ., αιτιάσεις για κακή εκτίμηση από το Εφετείο των αποδεικτικών αυτών μέσων, η οποία δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατ' άρθρο 450 παρ.1 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απαγορεύεται συμψηφισμός, αν η ενέργεια του υποχρέου σε αποζημίωση από αδίκημα είναι δόλια, χωρίς και να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία αυτού (υποχρέου) να συνιστά ποινικό αδίκημα.

Απαγορεύεται δε ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του δράστη κατά του θύματος που προέρχεται από αδίκημα, είτε η ανταπαίτηση αυτή είναι προγενέστερη, είτε μεταγενέστερη της κύριας απαίτησης. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ένσταση συμψηφισμού προς την επίδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, που προέρχεται από το αδίκημα της υπεξαίρεσης από τον αναιρεσείοντα κατά του αναιρεσιβλήτου, με ανταπαίτηση του αναιρεσείοντα κατά του αναιρεσιβλήτου, που δεν προέρχεται από αδικοπραξία, αλλά αμοιβή του για την εκτέλεση εντολής, δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη του ΑΚ και η προβαλλόμενη με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση του αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 132/2003).

Δεν αποτελούν δε "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολ.Δικ. και δεν ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης επουσιώδεις ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης και αυτοπρόσωπης εμφάνισης και κατάθεσης των διαδίκων (ΑΠ 1084/1993, ΑΠ 412/1976). Επομένως η προβαλλόμενη με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντα για αναβολή της δίκης μέχρι τελεσιδικίας της ποινικής δίκης κατ' αυτού (αναιρεσείοντα) για υπεξαίρεση του αιτούμενου με την ένδικη αγωγή ποσού των δραχμ. 6.455.000 και αυτοπρόσωπης εμφάνισης και κατάθεσης του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η προβαλλόμενη με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντα, για επίσχεση της ένδικης απαίτησης του αναιρεσείοντα της συμφωνηθείσης αμοιβής του για την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε από τον αναιρεσίβλητο προς είσπραξη της οφειλής του Γ1 προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) από την με αριθ. ......

τραπεζική επιταγή ποσού δραχ. 6.000.000, αφού δεν επικαλείται με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης του ότι επανέφερε την ένσταση αυτή με λόγο εφέσεώς του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε προκύπτει από την έφεση ότι έγινε επαναφορά της ένστασης αυτής στη δευτεροβάθμια δίκη.

Σε κάθε δε περίπτωση η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού κατ' άρθρο. 327 ΑΚ δικαίωμα επίσχεσης δεν υπάρχει κατά αξιώσεων κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός. Όπως δε προαναφέρθηκε κατά της ένδικης απαίτησης του αναιρεσιβλήτου δεν επιτρέπεται συμψηφισμός, με αποτέλεσμα η παραπάνω περί επισχέσεως ένσταση του αναιρεσείοντα να μην αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ.

και να μην ιδρύεται από τη μη λήψη αυτής υπόψη από το Εφετείο ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η αιτίαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες αναγκαίες για την επάρκειά τους, έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 32/1996).

Εξ άλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τις ενστάσεις ως μη νόμιμες ή απαράδεκτες (Ολ.ΑΠ 44/1990). Επομένως οι προβαλλόμενες με το δικόγραφο του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του αδικήματος της υπεξαίρεσης και την απόρριψη των ενστάσεων του συμψηφισμού και επίσχεσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα στο δικόγραφο της αναίρεσης εξειδίκευση του σφάλματος αυτού του Εφετείου με την αναφορά των επιπλέον, αναγκαίων για την επάρκεια της αιτιολογίας της, περιστατικών.

Ως προς δε την ένσταση συμψηφισμού και διότι η ένσταση αυτή απερρίφθη από το Εφετείο ως μη νόμιμη (απαράδεκτη) και επομένως δεν ιδρύεται κατά τα προεκτεθέντα, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως έννομο συμφέρον. Επομένως η από τον εναγόμενο -αναιρεσείοντα προβαλλόμενη με το σχετικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο την εξέταση της επικουρικής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσης της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αλλά και ως αβάσιμη, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί την κυρία επί του αδικήματος βάση της ένδικης αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο την εξέταση της επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσης αυτής αφού η βάση αυτή ασκήθηκε επικουρικά για την περίπτωση απόρριψης της κυρίας βάσης της αγωγής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθ. 1617/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26-2-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ