Legislator Case Law & Legislation
837/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction citing lack of specific reasoning and erroneous application of substantive criminal law.

Case Number 837/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for fraud exceeding 120,000 euros. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning and misapplied substantive criminal law regarding the fraud elements. The court rejected these claims, ruling that the lower court's main judgment on guilt was sufficiently reasoned and that the appellant's denial of the crime's constitution was not a separate argument requiring independent analysis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific reasoning or erroneous application of substantive law is inadmissible if the lower court's judgment on guilt is fully reasoned and the appellant's defense constitutes a denial of the crime rather than a distinct legal argument.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific reasoning requirement fraud conviction substantive criminal law lack of independent argument

Cited Legislation

AI generated
Article 466 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 473 paragraph 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 474 paragraph 2A of the Code of Civil Procedure
Article 405 paragraph 1 of the new Penal Code
Article 386 paragraph 1 of the Penal Code
Article 510 paragraph 1 items A, D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 578 section 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 837 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 837/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Φ. του Ν.-Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιάνναρο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 632,947/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 9028/4-12-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 8/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη, από 4.12.2023, δήλωση (αίτηση) του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Φ. Γ. του Ν. - Ι. και της Α., κατοίκου ..., οδός ... και νυν κρατούμενου στο Κ.Κ. Χαλκίδας, για αναίρεση της υπ' αρ. 632, 947/1/6.2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο), για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ζημία που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, σε ποινή καθείρξεως έξη (6) ετών, ασκήθηκε νομότυπα, με επίδοση της ανωτέρω δήλωσης (αίτησης) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 11.12.2023 (αρ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 9028/11.12.2023), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου, την 22.11.2023, είναι δε παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 2Α, 4 του ΚΠΔ), καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε και την υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων της.

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-7-2019, για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της απάτης, που προβλέπεται στο άρθρο 386 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και του οποίου η ποινική δίωξη υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ (π.δ. 283/1985) ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα, "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Η ανωτέρω διάταξη που απαιτεί πλέον την υποβολή έγκλησης για αξιόποινη πράξη που πριν διωκόταν αυτεπαγγέλτως, συνιστά αναμφισβήτητα επιεικέστερο νόμο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. ΠΚ και εφαρμόζεται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής (ΑΠ 769/2023, ΑΠ 346/2021, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 1885/2019, ΑΠ 1737/2019).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Τέλος, υπέρβαση εξουσίας ,που συνιστά τον κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ Θ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ,αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας), και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει [αρνητική υπέρβαση εξουσίας] (ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 232/2022, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 19/2017).

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύουν τους εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα, αυτός αιτιάται ότι το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί κηρύξεως απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης για το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, αφού η παθούσα ουδέποτε υπέβαλε σε βάρος του έγκληση για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που διώκεται πλέον κατόπιν υποβολής εγκλήσεως, αλλά και ουδέποτε προέβη σε δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο, σε δεύτερο βαθμό, τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απάτης με συνολικό όφελος και αντίστοιχη προκληθείσα συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000,00 ευρώ, σε βάρος της παθούσας ήτοι για παράβαση του άρ. 386 παρ.1 - 3 εδάφ.

β' του ισχύσαντος ΠΚ (π.δ. 283/1985), κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως (από 27.2.2009 ). Η σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την ένδικη πράξη ασκήθηκε κατόπιν της από 30.12.2010 έγκλησης της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Α. Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, εγγράφως ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε δε και προφορικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη διότι η παθούσα δεν δήλωσε εντός της προσδιοριζόμενης προθεσμίας με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 νέου ΠΚ των 4 μηνών από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κώδικα ήτοι μέχρι 30.10 του 2019, ότι επιθυμεί την πρόοδο της προκειμένης εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, παρά μόνο για πρώτη φορά με προφορική δήλωση εξέφρασε τέτοια επιθυμία κατά τη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ το γεγονός ότι είχε υποβάλει εις βάρος του την από 30/12/2010 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ζητώντας την ποινική δίωξη και την τιμωρία του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή, διότι η μήνυση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως νομότυπη και άρα ως υποστατή, αφού αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι πέραν της προθεσμίας των 3 μηνών από τότε που η παθούσα έλαβε γνώση της σε βάρος της απάτης και των δραστών αυτής.

Το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον ανωτέρω προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως εξής: "Η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ξεκίνησε μετά την από 30/12/2010 μήνυση - έγκληση, της πολιτικώς ενάγουσας Σ. Α., η οποία υποβλήθηκε, 3 και πλέον έτη από το χρόνο τέλεσης της πράξης που διώκεται ο κατηγορούμενος.

Ωστόσο, η ως άνω έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο υποβολής της (30/10/2010) διατάξεις, δεδομένου ότι πρόκειται περί αυτεπαγγέλτως διωκόμενων πράξεων, όπως ήταν η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β, 386 παράγραφος 1 και εδάφιο β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, η τρίμηνος προθεσμία του άρθρου 117 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αποτελούσε προϋπόθεση του νομότυπου και παραδεκτού της εγκλήσεως μόνο προκειμένου περί κατ' έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων, περίπτωση μη συντρέχουσα, εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της υποβολής της εγκλήσεως διατάξεις.

Και τούτο, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 50 του προϊσχύσαντος κώδικος ποινικής δικονομίας και του άρθρου 18 του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικος, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως και μόνο κατ' εξαίρεση, στις ρητά οριζόμενες από τον ποινικό κώδικα ή άλλους νόμους περιπτώσεις, κατ' έγκληση του παθόντος.

Επί των αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων, κινείται κατόπιν αναφοράς, μήνυσης ή άλλης είδησης για την τέλεση αξιόποινης πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 117 παράγραφος 1 του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικος όταν ό νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο αποτέλεσμα εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε.

Η εκπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης συνεπάγεται την οριστική παύση της ποινικής δίωξης... σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων για τη δίωξη των οποίων δεν απαιτείτο έγκληση, και τότε δεν απαιτείτο έγκληση για το αδίκημα της απάτης, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 117 ΠΚ.

Στην από 30/12/2010 μήνυσή της, η μηνύτρια ζητούσε ρητά την ποινική δίωξη του νυν κατηγορουμένου, και δήλωσε ρητώς ότι παρίσταται ως πολιτική αγωγή. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου". Έτσι όπως έκρινε η προσβαλλόμενη ορθά τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β , 386 παράγραφος 1 και εδάφιο β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, 117 παρ. 1 , 464 νΠΚ ερμήνευσε και τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου απέρριψε ο δε σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' και Θ' περ. γ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω παθούσα με την υποβολή της από 30.10.2010 μήνυσής της κατά του αναιρεσείοντος δήλωνε κατ' ουσίαν και τη βούλησή της για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα η εν λόγω μήνυση να υποκαθιστά την προβλεπόμενη από το άρθρο 464 ΠΚ δήλωση και να πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης αυτής, ενώ δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η μήνυση δεν υποβλήθηκε εντός του τριμήνου από το χρόνο τέλεσης της πράξης, διότι τότε η πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1009/2022, ΑΠ 756/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 550/2021, ΑΠ 346/2021, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 557/2020, ΑΠ 773/2020, ΑΠ 2010/2019).

III. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών....Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.

Στη συνέχεια το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ της περ. α' της παραγράφου 3 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την παρ. 2 περ. δ' του άρθρου 24 του Ν. 4055/2012, και το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την παρ. 1 περ. 1δ' του άρθρου 24 του Ν. 4055/2012.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ιδίου ως άνω άρθρου του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ ορίζεται ότι: "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.

Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Με τις ανωτέρω διατάξεις του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ καταργήθηκε η επιβαρυντική περίπτωση τέλεσης της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των 30.000 ευρώ και η εν λόγω αξιόποινη πράξη, οσάκις το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι τρόποι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εσωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.

Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ιδίου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 971/2023, ΑΠ 1077/2022, ΑΠ 121/2021).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης εκτείνεται όχι μόνον στη κρίση για την ενοχή, αλλά και στη κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί, είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο.

Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς) είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος), πράγμα που όπως προαναφέρθηκε συμβαίνει στα εγκλήματα της απάτης.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.

ΑΠ 3/2008, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1662/2022).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης , πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ.

Φ. του Ν.-Ι. υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "APRILIA FASHION Α.Ε.", με έδρα στην Γλυφάδα Αττικής και νόμιμο εκπρόσωπο τον Α. K., η οποία δραστηριοποιούνταν στο χώρο της εμπορίας ενδυμάτων και ειδών αξεσουάρ και την εκμετάλλευση και διαχείριση ακινήτων σε όλη την επικράτεια.

Ο κατηγορούμενος κατείχε διευθυντική θέση και μαζί με τον Ν. Π. και ουσιαστικά διοικούσαν την εταιρεία. Η εγκαλούσα Σ. Α. του Ι. στις 22/01/2007 , σε ηλικία 22 ετών περίπου, άρχισε να εργάζεται στον τομέα πωλήσεών της. Αντικείμενο της εργασίας της εγκαλούσας ήταν η επίδειξη των ενδυμάτων και αξεσουάρ που εμπορεύονταν.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η εγκαλούσα είχε αποκτήσει φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και την οικογένειά του. Λίγους μήνες, μετά την έναρξη της εργασίας της στην εν λόγω εταιρεία και μάλιστα στις αρχές Ιουλίου 2007, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την εγκαλούσα στο χώρο εργασία της στην εταιρεία και ζήτησε τη βοήθειά της, προκειμένου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, να πραγματοποιήσει μια επένδυση αγοράς ακινήτου στην Λέρο.

Ειδικότερα ο εν λόγω κατηγορούμενος ανέφερε στην εγκαλούσα ότι αυτός δήθεν προτίθεται να πραγματοποιήσει μια μεγάλη επένδυση αγοράς ακινήτων και δημιουργίας επιχειρήσεων στη Λέρο, στον οικισμό ..., για την οποία χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί με δάνειο από τράπεζα και συγκεκριμένα για την αγορά των ακινήτων, πλην όμως, ότι δήθεν για φορολογικούς λόγους και φορολογικές του εκκρεμότητες δεν μπορεί τυπικά να δανειοδοτηθεί ο ίδιος από πιστωτικό ίδρυμα.

Έτσι της πρότεινε να αγοράσει στο όνομα της, αλλά για λογαριασμό του ιδίου ένα οικόπεδο στη Λέρο, έναντι τιμήματος ποσού 250.000 ευρώ, που στο σύνολό του θα λάμβανε από δανειοδότηση από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος α. ε. (στο εξής ΑΤΕ). Μάλιστα, όπως της ανέφερε, είχε ήδη συνεννοηθεί με την ΑΤΕ, για τη χρηματοδότηση με χορήγηση δανείου ποσού 250.000ευρώ, στο όνομα της εγκαλούσας, προκειμένου εκείνη να λάβει το σχετικό δάνειο και να αγοράσει για την πραγματοποίηση της άνω επένδυσης συγκεκριμένο ακίνητο στη Λέρο, στο όνομα της, εικονικά και για λογαριασμό του.

Παράλληλα ο κατηγορούμενος τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα έχει θα καμία υποχρέωση σε βάρος της και ότι αυτός θα αναλάμβανε πλήρως την αποπληρωμή του δανείου. Η εγκαλούσα, αρχικά ήταν αρνητική στην πρόταση του εργοδότη της, πλην όμως ο τελευταίος επέμεινε πραγματοποιώντας καθημερινές επισκέψεις σε αυτήν στο χώρο εργασίας της, ασκώντας της πιέσεις και καθησυχάζοντας την ανησυχία της λέγοντάς της ότι πρέπει να τον εμπιστευθεί όπως και ο ίδιος εμπιστεύεται εκείνη και επαναλαμβάνοντας ότι η ίδια απλώς και μόνον θα υπέγραφε τη δανειακή σύμβαση αντ' αυτού (του πρώτου κατηγορουμένου), ο οποίος και μόνο θα αναλάμβανε εξ ολοκλήρου την αποπληρωμή του δανείου αυτού.

Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, εμφανιζόμενος στην εγκαλούσα ως μέτοχος και στέλεχος της εργοδότριας εταιρείας, επιδεικνύοντας δήθεν καλή οικονομική κατάσταση και διάγοντας πολυτελή βίο με τη χρήση πολυτελούς αυτοκινήτου και ακριβών ηλεκτρονικών συσκευών, φορώντας ακριβά ρούχα κλπ δημιούργησε στην εγκαλούσα την πεποίθηση ότι ο ίδιος τελούσε σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση που του επέτρεπε και δικαιολογούσε να προβαίνει στην δήθεν επιχειρούμενη από αυτόν επένδυση, προέβαινε στην καταβολή των δόσεων του δανείου.

Έτσι, η εγκαλούσα, υπό την ανωτέρω πίεση, αλλά και έχοντας πειστεί για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου από αυτόν ως εργοδότη της, αλλά και λόγω της δήθεν εύρωστης οικονομικής του κατάστασης δέχθηκε να υπογράψει την εν λόγω δανειακή σύμβαση. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο κατηγορούμενος σε ουδεμία επένδυση είχε αποφασίσει να προβεί σε ακίνητο της Λέρου, ούτε άλλωστε είχε κάνει κάποια ενέργεια προκειμένου να πραγματοποιήσει την αναφερθείσα από αυτόν επένδυση στη Λέρο, αλλά η αγορά του ακινήτου ήταν προσχηματική, προκειμένου να καρπωθεί ο ίδιος το ποσό του δανείου που θα εκταμιεύονταν για την αγορά του ακινήτου από την εγκαλούσα, ούτε είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί σε μια τέτοια επένδυση, αλλά ούτε και να προβεί στην καταβολή των δόσεων του δανείου που θα ελάμβανε ή εγκαλούσα στο όνομά της.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η εγκαλούσα, έχοντας πλέον πειστεί από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του πρώτου κατηγορουμένου να συναινέσει στην πρότασή του, μετέβη αρχικά, στις 10/07/2007, μαζί με αυτόν, στη συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Ε. Β. όπου υπέγραψε το με αριθμό 2503/2007 πληρεξούσιο, με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον άγνωστο σε αυτήν Γ.

Ε. του Θ., τον οποίον της υπέδειξε ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να προβεί για λογαριασμό της στην αγορά ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου ευρισκομένου στη θέση "..." του οικισμού ..., εκτάσεως 336 τετραγωνικών μέτρων. Ακολούθως δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Λέρου Ε.

Α. Τ., το άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της εγκαλούσας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά 2/3 εξ αδιαιρέτου το ακίνητο περιήλθε στους Α. Κ. του Κ. και της M. K. του D., επίσης εργαζόμενο[υ]ς στην εταιρεία "APRILIA FASHIONS A.E.", αντί συνολικού τιμήματος 150.000 ευρώ, καταβλητέου κατά την εξ αδιαιρέτου αναλογία καθ' εκάστου αγοραστή, η εξόφληση του οποίου βεβαιώθηκε από τον αγοραστή δυνάμει της υπ' αριθμόν .../2007 πράξεις εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Λέρου.

Ακολούθως, στις 25/07/2007, η εγκαλούσα μετέβη συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο Γ. Φ. στο Υποκατάστημα της Τράπεζας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." στην Καισαριανή, στο οποίο διευθύντρια ετύγχανε η Σ. Π. του Α., με την οποία όμως η εγκαλούσα δεν συναλλάχθηκε, ούτε συνομίλησε μαζί της. Αμέσως μετά την άφιξη της εγκαλούσας στο κατάστημα της Τράπεζας, μία υπάλληλος της Τράπεζας της ζήτησε το Δελτίο Αστυνομικής της Ταυτότητας και το Εκκαθαριστικό σημείωμα του προηγούμενου έτους και αφού η εγκαλούσα της τα παρέδωσε, η υπάλληλος της Τράπεζας της υπέδειξε το κείμενο της δανειακής σύμβασης και της ζήτησε να το υπογράψει, πράγμα που η εγκαλούσα έπραξε, χωρίς να το ελέγξει, αφού ήταν πεπεισμένη από τον πρώτο κατηγορούμενο, με τις ψευδείς παραστάσεις του, ότι το κείμενο αυτό είχε ήδη ελεγχθεί και ήταν σύμφωνο προς τις μεταξύ τους συμφωνίες.

Με τον τρόπο αυτό η εγκαλούσα υπέγραψε, ως οφειλέτρια την με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου ευρώ 250.000 για την αγορά του 1/3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση ...

Περαιτέρω όμως, η εγκαλούσα χωρίς να έχει συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι οι υπογραφές που θέτει αφορούν τη σύμβαση δανείου της ίδιας και μόνο, και χωρίς να το γνωρίζει υπέγραψε και άλλες δύο συμβάσεις δανείου, ως εγγυήτρια και δη παραιτούμενη των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως κατά ώστε να εκτελείται ως οφειλέτης.

Πιο συγκεκριμένα, υπέγραψε ως εγγυήτρια και δη παραιτούμενη των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως κατά ώστε να ευθύνεται ως αυτοφειλέτης. Πιο συγκεκριμένα, υπέγραψε ως εγγυήτρια: α) την υπ' αριθμόν ... "Σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Στεγαστικού Δανείου ΕΥΡΩ 250.000, για την αγορά 1/3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση "..." Λέρου Δωδεκανήσου", με οφειλέτη τον Α.

Κ. και β) την υπ' αριθμόν ... "Σύμβαση Τοκοχρεολυτικού Στεγαστικού Δανείου ευρώ 250.000 για την αγορά 1/3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση "..." Λέρου Δωδεκανήσου", με οφειλέτρια την M. K. του D. Επομένως, για την αγορά ενός και μόνο ακινήτου, αντί τιμήματος 150.000 ΕΥΡΩ, χορηγήθηκαν συνολικά τρία (3) στεγαστικά δάνεια, ύψους 250.000 ΕΥΡΩ έκαστο, ήτοι χορηγήθηκε συνολική δανειοδότηση 750.000 ΕΥΡΩ, γεγονός το οποίο καταδεικνύει περίτρανα ότι η αγορά του ως άνω ακινήτου ήταν προσχηματική και ο κατηγορούμενος εξ αρχής απέβλεπε στην είσπραξη των εκταμιευθέντων ποσών του δανείου, έχοντας ουσιαστικά μεθοδεύσει τη λήψη τριών δανείων που καθένα από αυτά υπερέβαινε κατά πολύ το τίμημα της αγοραπωλησίας.

Τα ανωτέρω δάνεια εκταμιεύτηκαν στις 26/07/2007 και όλο το προϊόν των δανείων ύψους 747.450 ευρώ πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό της άγνωστης στην εγκαλούσα μεσίτριας Α. Μ. Ε. και της μητέρας της Α. Ε., με αριθμό λογαριασμού ... του υποκαταστήματος Καισαριανής, από τον λογαριασμό των οποίων εν συνεχεία πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό του Γ.

Φ. και της N. B. και με τον τρόπο αυτό περιήλθε στον κατηγορούμενο, ο οποίος το ωφελήθηκε παρανόμως. Δυνάμει των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων η ΑΤΕ, λόγω της μη πληρωμής των συμφωνημένων δόσεων, παρά τη συμφωνία του κατηγορουμένου να προβαίνει ο ίδιος στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμόν .../2010 διαταγής πληρωμής κατά των ανωτέρω τριών αγοραστών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η οποία κοινοποιήθηκε στην εγκαλούσα στις 07/02/2011 και με την από 28/01/2011 επιταγή προς εκτέλεση χρώμα επιτασσόμενη αυτή να καταβάλει για την επιδικασθείσα απαίτηση το ποσό των 829.155,89 ευρώ, με αποτέλεσμα να υποστεί η εγκαλούσα αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της από την εις βάρος της τελεσθείσα απάτη.

Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν κατηγορίας, κατά το διατακτικό. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από τα ως άνω αvαγνωσθέντα έγγραφα, όσο και από τις σαφείς και πειστικές για το Δικαστήριο καταθέσεις τόσον της εγκαλούσας όσο και του μάρτυρα Α. Κ.

του Κ., οι οποίοι εξεταζόμενοι νομότυπα στο ακροατήριο, επιβεβαίωσαν την ως άνω εγκληματική συμπεριφορά του πρώτου των κατηγορουμένων."... Στη συνέχεια δε, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξη (6) ετών του ότι: "Στην Καισαριανή Αττικής την 25 Ιουλίου 2007, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ το συνολικό όφελος που επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που προκάλεσε υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του έτους 2007 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα Σ. Α. του Ι., υπάλληλο της Ανωνύμου εταιρείας συμφερόντων του με την επωνυμία "APRILIA FASHION", στην οποία εταιρεία κατείχε ο ίδιος διευθυντική θέση, ότι αυτός δήθεν προτίθεται να πραγματοποιήσει μία μεγάλη, επένδυση αγοράς ακινήτων και δημιουργίας επιχειρήσεων στη Λέρο, στον οικισμό ...

και ότι για την αιτία αυτή χρειάζεται να χρηματοδοτηθεί με δάνειο από Τράπεζα για την αγορά των ακινήτων, πλην όμως, ότι δήθεν για φορολογικούς λόγους και φορολογικές του εκκρεμότητες δεν μπορεί τυπικά να δανειοδοτηθεί ο ίδιος από πιστωτικό ίδρυμα. Πρότεινε λοιπόν στην εγκαλούσα να λάβει εκείνη το σχετικό δάνειο ποσού 250.000 ευρώ και να αγοράσει για την πραγματοποίηση της άνω επένδυσης συγκεκριμένο ακίνητο στο Λέρο, στο όνομά της, εικονικά και για λογαριασμό του, με τη συμφωνία ότι δεν θα δημιουργηθεί καμία υποχρέωση σε βάρος της και ότι αυτός θα αναλάμβανε πλήρως την αποπληρωμή του δανείου, την οποία διασφάλιζε αφενός ως εργοδότης της εγκαλούσας, αφετέρου με την δήθεν καλή του οικονομική κατάσταση, την οποία επιδείκνυε στην εγκαλούσα παριστώντας ότι διάγει δήθεν πολυτελή βίο οδηγώντας ακριβά αυτοκίνητα, φορώντας ακριβά ρούχα και επιδεικνύοντας σύγχρονα κινητά τηλέφωνα.

Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε κάνει καμία ενέργεια προκειμένου να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιχειρηματική επένδυση σε ακίνητα στη Λέρο, ούτε είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί σε μία τέτοια επένδυση, αλλά ούτε και να αποπληρώσει το ανωτέρω δάνειο που θα ελάμβανε η εγκαλούσα στο όνομα της και για λογαριασμό της.

Ως αποτέλεσμα των άνω ψευδών παραστάσεων του κατηγορουμένου ήταν ότι η εγκαλούσα πείσθηκε να προβεί στην κάτωθι ενέργεια: Αφού υπέγραψε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Ε. Β. το υπ' αριθμόν .../2007 Πληρεξούσιο, με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον άγνωστο σε αυτήν Γ. Ε. του Θ., τον οποίο της υπέδειξε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να προβεί για λογαριασμό της στην αγορά 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου ευρισκομένου στη θέση "..." του οικισμού ..., εκτάσεως 336 τ.μ., ακολούθως δυνάμει του υπ' αριθμό ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Λέρου Ε. Α. Τ., το άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της εγκαλούσας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά 2/3 εξ αδιαιρέτου το ακίνητο περιήλθε στους Α. Κ. του Κ. και M. K. του D., επίσης εργαζόμενους στην εταιρεία "APRILIA Fashion ΑΕ." αντί συνολικού τιμήματος 150.000 ευρώ, καταβλητέου κατά την εξ' αδιαιρέτου αναλογία καθ' εκάστου αγοραστή, η εξόφληση του οποίου βεβαιώθηκε από τον αγοραστή δυνάμει της υπ' αριθμόν ...-2007 πράξης εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Λέρου, εν συνεχεία στις 25/07/2007, στην Καισαριανή και στο εκεί Υποκατάστημα της Τράπεζας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η εγκαλούσα έχοντας πεισθεί από τις άνω ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, υπέγραψε ως οφειλέτρια την υπ' αριθμόν ... "Σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Στεγαστικού Δανείου ευρώ 250.000 για την αγορά 1/3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση ....

Στον ίδιο τόπο και χρόνο η εγκαλούσα υπέγραψε εν αγνοία της, ως εγγυήτρια, παραιτούμενη των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως και ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης α) την υπ' αρ. ... " Σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Στεγαστικού Δανείου ευρώ 250.000 για την αγορά 1/3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση ... με οφειλέτη τον Α.

Κ." και β) την υπ' αριθμόν ... " Σύμβαση Τοκοχρεωλυτικού Στεγαστικού Δανείου ευρώ 250.000 για την αγορά 1 /3 οικοπέδου με διώροφη οικία και υπόγειο στη θέση "...", με την M. Κ. του D. Για την αγορά του άνω ακινήτου χορηγήθηκαν συνολικά, τρία στεγαστικά δάνεια, ύψους 250.000 ευρώ έκαστο, ήτοι χορηγήθηκε συνολική δανειοδότηση 750.000 ευρώ.

Τα ανωτέρω δάνεια εκταμιεύθηκαν στις 26/07/2007 και όλο το προϊόν των δανείων, ύψους 747.450 ευρώ πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό της, άγνωστης στην εγκαλούσα μεσίτριας Α. Μ. Ε. και της μητέρας της Α. Ε. με αριθμό λογαριασμού ... του Υποκαταστήματος Καισαριανής, από το λογαριασμό των οποίων εν συνεχεία πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό του Γ.

Φ. και της N. B. και με τον τρόπο αυτό περιήλθε στον κατηγορούμενο, ο οποίος το ωφελήθηκε παρανόμως. Δυνάμει των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων η ΑΤΕ, λόγω της μη πληρωμής των συμφωνημένων δόσεων, παρά τη συμφωνία του κατηγορουμένου να προβαίνει ο ίδιος στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμόν .../2010 Διαταγής Πληρωμής κατά των ανωτέρω τριών αγοραστών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η οποία κοινοποιήθηκε στην εγκαλούσα στις 07/02/2011 με την από 28/01/2011 επιταγή προς εκτέλεση, επιτασσόμενη αυτή να καταβάλλει για την επιδικασθείσα απαίτηση το ποσό των 821.155,89 ευρώ, πλέον τόκων, δικαστικής δαπάνης και εξόδων και συνολικά το ποσό των 902.855,68 ευρώ, με αποτέλεσμα να υποστεί η εγκαλούσα αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της από την εις βάρος της τελεσθείσα απάτη".

V. Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 5 παρ.1, 14, 16,17, 18, 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 51, 52, 79 του ν.

ΠΚ και άρ. 386 παρ.3 περ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείες ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ήτοι:

α) ότι ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έχοντας την ιδιότητα του μετόχου της ανώνυμης εταιρείας APRILIA FASHION και του ιδρυτικού μέλους αυτής κατέχοντας διευθυντική θέση μαζί με τον Νικόλαο Παπαθανασίου διοικούσαν ουσιαστικά την εταιρεία αυτή και δημιούργησε ψευδώς στην εγκαλούσα την πεποίθηση ότι ο ίδιος τελούσε σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση που του επέτρεπε να προβαίνει στη δήθεν επιχειρούμενη από αυτόν επένδυση και στην καταβολή των δόσεων του δανείου, ενώ ο ίδιος ουδεμία επένδυση είχε αποφασίσει να ενεργήσει και η αγορά του ακινήτου ήταν προσχηματική προκειμένου να καρπωθεί ο ίδιος το ποσό του δανείου που θα εκταμιεύονταν για τη δήθεν αγορά του ακινήτου από την εγκαλούσα, β) ότι παρέστησε ψευδή γεγονότα στην εγκαλούσα, η οποία ήταν υπάλληλος της ανώνυμης εταιρείας την οποία διοικούσε, ότι προτίθεται να πραγματοποιήσει μια μεγάλη επένδυση αγοράς ακινήτων και δημιουργία επιχειρήσεων στη Λέρο και ότι, επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος για φορολογικούς λόγους να δανειοδοτηθεί, ζήτησε να λάβει εκείνη το σχετικό δάνειο, ποσού 250.000 ευρώ και αυτός αναλάμβανε πλήρως την αποπληρωμή του, την οποία διασφάλιζε ως εργοδότης της και με τη δήθεν καλή οικονομική του κατάσταση καθώς εμφανιζόταν μπροστά της να διάγει πολυτελή βίο και να εμφανίζεται με πολυτελή αυτοκίνητα, αν και γνώριζε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν αναληθή, γ) το αποτέλεσμα των ψευδών αυτών παραστάσεων ήταν να πειστεί η εγκαλούσα και να υπογράψει το υπ' αριθμόν 2503/ 2007 πληρεξούσιο προς άγνωστο σε αυτή πρόσωπο που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο προκειμένου να αγοράσει εξ ονόματός της το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στη θέση ...

του οικισμού "..." της νήσου Λέρου, εκτάσεως 336 τετραγωνικών μέτρων καθώς και το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Τ., με το οποίο έλαβε στην κυριότητά της το ποσοστό του 1/3 του ανωτέρου ακινήτου υπογράφοντας την ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου ποσού 250.000 ευρώ καθώς και της υπογραφής, εν αγνοία της, ως εγγυήτριας, παραιτούμενη των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως και ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης, των με αριθμούς ...

και ... συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσών 250.000 ευρώ εκάστης, δ) τον τρόπο περιέλευσης του συνολικού ποσού στον κοινό λογαριασμό του κατηγορουμένου ο οποίος ωφελήθηκε παρανόμως από την μη πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων παρά τη συμφωνία να προβαίνει ο ίδιος στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, ε) την αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε από την έκδοση της με αριθμό .../2010 διαταγής πληρωμής κατά των τριών αγοραστών μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα στην οποία κοινοποιήθηκε στις 07/02/2011 και με την από 28/01/2011 επιταγή προς εκτέλεση ζητήθηκε να καταβάλει για την επιδικασθείσα απόφαση το συνολικό ποσό οφειλής πλέον των τόκων και δικαστικής δαπάνης και εξόδων συνολικού ποσού 902.855,68 ευρώ και στ) το ότι η κρίση του δικαστηρίου για τα ανωτέρω υπό στοιχείο ε' αναφερόμενα ενισχύεται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις της εγκαλούσας και του μάρτυρα Α.

Κ., οι οποίοι επιβεβαίωσαν την ως άνω εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η περιλαμβανόμενη στον δεύτερο λόγο ειδικότερη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εν προκειμένου δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, είναι αβάσιμος, γιατί αυτός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας και, συνεπώς, το παραπάνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού επ' αυτού απάντησε με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Επομένως οι από τις διατάξεις του άρθρου 510 παράγραφος ένα στοιχείο Α', Δ' και Ε' πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους παραπονείται ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

VI. Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 578 § 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2023 ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Γ. Φ. του Ι. κατά της 632, 947/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ