Supreme Court dismisses appeal on tax status facts, ruling lower court's evaluation of employment nature is unreviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding his tax status. The appellant argued the court failed to consider his employment as a foreign language teacher, claiming it lacked commercial character, whereas the lower court found his advertising agency work established his commercial status. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and its factual assessment is unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of a lower court's evaluation of facts regarding the nature of employment and commercial status is unreviewable if the lower court examined the argument and reached a contrary conclusion based on the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 837 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 837/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... Αιτωλικού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φραίμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «CΟΣΜΟΤΕ ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 06.11.2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 05.12.2020 προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιτωλικού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου (λόγω συγχώνευσης του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού και της μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων του στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου) και 164/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26.08.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 26.08.2019 (με αριθμό ειδ. κατάθεσης 4/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 164/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 17, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. .../11-11-2019, .../12-11-2019, .../11-11-2019 και .../11-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, Δημητρίου Θεοδωράκη, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον αρμόδιο για παραλαβή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1η, 2η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η τρίτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς EUROBANK ERGASIAS ΑΕ.
Επομένως, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
[II] Η κρινόμενη από 26.08.2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 164/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 36/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων δεν κατέθεσε το προβλεπόμενο από την παρ.3 του άρθρου 495 παράβολο, διότι με την υπ’ αριθμ. 120/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, του έχει αναγνωρισθεί το ευεργέτημα πενίας, κατ’ άρθρο 199ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ, η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
[III] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή». Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ’ αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 «περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων» ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται, ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι’ αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 257/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ.
[IV] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου την από 20.12.2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103/2012 αίτησή του κατά των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών [και κατά της Ι. συζ. Κ. Α., ως προς την οποία όμως καταργήθηκε η δίκη απαρχής ήτοι και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1495/2007) επειδή ο αιτών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εφέσεως (για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια της παρούσης αποφάσεως), παραδεκτά κατ’ άρθρο 294 ΚΠολΔ, με δήλωσή του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά τη έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως στο εφετείο, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης εκείνης, βλ. δεύτερη σελίδα της 1647/2017 ως άνω εφετειακής αποφάσεως], επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών του οφειλών προς τις καθ’ ων η αίτηση, αιτούμενος τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής του κατάστασης και των εισοδημάτων του, προκειμένου να απαλλαγεί από τα χρέη του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 36/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, η οποία απέρριψε την ως άνω αίτηση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, λόγω μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητος στο πρόσωπο του αιτούντος.
Ο αιτών, ήδη αναιρεσείων – εκκαλών προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 07.08.2014 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε με την 164/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
[V] Με τον δεύτερο κατά σειρά αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα, ο αναιρεσείων εντοπίζει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια στις παρακάτω παραδοχές της ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δη, ότι αυτή επακριβώς δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο ότι:
«όπως προκύπτει από την με αριθμό …/10-7-2012 βεβαίωση [...] ο εκκαλών λειτουργούσε στο ... Αιτωλικού επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα υπηρεσίες που παρέχονται από διαφημιστικά γραφεία [...]». Ήτοι, ότι το ως Εφετείο δικάσαν ως άνω δικαστήριο, χωρίς επαρκείς άλλως με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε εμπορική ιδιότητα κατά το χρόνο παύσεως των πληρωμών του, χωρίς, ωστόσο, αφ’ενός να προσδιορίζει: (α) ποιες ακριβώς εργασίες διαφημίσεως και επί ποίου αντικειμένου ασκούσε δραστηριότητα και σε ποια διαστήματα, (β) την ποσότητα και την ένταση των διαφημιστικών εργασιών που ασκούσε ώστε να κριθεί αν ήταν μικρέμπορος, περαιτέρω δε ενώ δέχθηκε ότι «εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών και προέβη σε ίδρυση φροντιστηρίου ξένων γλωσσών στο …», στη συνέχεια δέχθηκε αντιφάσκοντας με την προηγούμενη παραδοχή του ότι «λειτουργούσε στο ...
Αιτωλικού επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα υπηρεσίες που παρέχονται από διαφημιστικά γραφεία [...]» και έτσι, με την ανεπαρκή και αντιφατική ως άνω αιτιολογία δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α’ Ν. 3869/2010.
Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες των ως άνω ερευνώμενων δύο αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κατ’ ακριβή λεκτική αντιγραφή:
«| Ο εκκαλών – αιτών είναι 46 ετών, γεννηθείς του έτος 1971, δεν έχει τέκνα και όπως ο ίδιος κατέθεσε είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος αναφέρει εργάσθηκε ως καθηγητής αγγλικών και προέβη στην ίδρυση φροντιστηρίου ξένων γλωσσών στο … . Από την προσκομιζόμενη δε με αριθμό 320/10-7-2012 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Δ.Ο.Υ. Μεσολογγίου προκύπτει ότι ο εκκαλών λειτουργούσε στο ... Αιτωλικού επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα υπηρεσίες που παρέχονται από διαφημιστικά γραφεία για το χρονικό διάστημα από 11.03.2004 έως 31.12.2010, οπότε υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών. Περαιτέρω, ο εκκαλών – αιτών εγγράφηκε στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ στις 11.07.2012 (βλ. το προσκομιζόμενο δελτίο ανεργίας). Αποδείχθηκε ακόμη ότι σε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχαν χορηγηθεί στον ανωτέρω τα παρακάτω δάνεια: 1) ...., 2)… .
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα – αιτούντα εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2007 έως 2011 προκύπτει ότι ο ανωτέρω δήλωνε εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος οικονομικών ετών 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, σύμφωνα με τα οποία το εισόδημα του από εμπορικές επιχειρήσεις ανερχόταν σε 7.682,81 ευρώ, 8.250 ευρώ, 8.320 ευρώ, 5.860 ευρώ και 4.166,64 ευρώ για καθένα από τα ανωτέρω έτη αντίστοιχα), ενώ από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2009, 2010 και 2011 προκύπτει ότι τα εισοδήματα του αιτούντος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα προέρχονται αποκλειστικά από την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα.
Εξάλλου, ο καλών – αιτών, με το δικόγραφο των προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνομολογεί ότι από το 2011 είναι άνεργος, δεν διαθέτει κανένα εισόδημα και τον συνδράμουν συγγενείς και φίλοι, με αποτέλεσμα σχεδόν όλες οι υποχρεώσεις του να παραμένουν ανεξόφλητες, μεταξύ των οποίων και οι οφειλές του προς το δημόσιο, ήτοι προς τον ασφαλιστικό φορέα ΟΑΕΕ, στον οποίο οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ.
Αποδεικνύεται λοιπόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι ο αιτών κατά τον χρόνο που έπαψε την εμπορία του (31.12.2010) και την οικονομική του δραστηριότητα είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών του προς τους πιστωτές του και επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, αφού κατά το χρόνο παύσεως των πληρωμών του είχε την εμπορική ιδιότητα|».
Ακολούθως, το εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω, απέρριψε εκ του πράγματος και την ιδιότητα του μικρέμπορου, δηλαδή βιοπαλαιστή με μικρής κλίμακα απασχόληση, του οποίου η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική του καταπόνηση, το δε κέρδος που αποκομίζει από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής του καταπόνησης.
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις – έστω και συνοπτικές – αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του χωρίς να αλληλοαναιρούνται και επομένως έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Οι αναφερόμενες ελλείψεις της αποφάσεως (ως προς το σκέλος του αναιρετικού λόγου, που αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία), ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, στην οποία το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Όσον αφορά τον ίδιο ως άνω λόγο, ως προς το σκέλος του για αντιφατικότητα της αποφάσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποία επίδραση είχε η αιτιολογία αυτή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτού και ως αβάσιμος κατ’ ουσία, αφού ουδεμία αντίφαση διαπιστώνεται δεδομένου ότι στο περιεχόμενο της ένδικης από 20.12.2020 αιτήσεώς του για υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, αυτήν την απασχόληση (καθηγητή αγγλικών και ίδρυση φροντιστηρίου) επακριβώς ανέφερε, ενώ στη συνέχεια με την από 07.08.2014 έφεσή του διευκρίνισε ότι το επάγγελμα του είναι αυτό του καθηγητή αγγλικών, πλην όμως από το 2004 έκανε έναρξη γραφείου, με περιορισμένο αντικείμενο κατασκευή ιστοσελίδας στα Αγγλικά. Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ο ως άνω δεύτερος κατά σειρά λόγος εφέσεως.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 01.01.2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί με αυτοτελή υπόσταση, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016). «Πράγματα» υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006).
Δεν αποτελούν «πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 117/2013).
[VII] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 164/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως εφετείο, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης μοναδικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι η πραγματική επαγγελματική απασχόλησή του στο κρίσιμο διάστημα, ήταν αυτή του καθηγητή διδασκαλίας ξένης γλώσσας (η οποία δεν προσδίδει εμπορική ιδιότητα αν δε παρέχεται υπό συνθήκες οργανωμένου φροντιστηρίου), και όχι αυτή της παροχής διαφημιστικών εργασιών και δη ιστοσελίδων, για την οποία έγινε η δήλωση ενάρξεως στη Δ.Ο.Υ.
Μεσολογγίου, όπως δέχθηκε το δικάσαν ως Εφετείο ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό, που αποτελούσε τον μοναδικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 και τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η κύρια δραστηριότητα την οποία ασκούσε ο αιτών – εκκαλών κατά το χρόνο παύσεως των πληρωμών του, η οποία και του προσέδωσε την εμπορική ιδιότητα κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ήταν αυτή της λειτουργίας επιχείρησης με κύρια δραστηριότητα υπηρεσίες που παρέχονται από διαφημιστικά γραφεία.
Επομένως έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και αφού τον αξιολόγησε ειδικά κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί το ορθό. Η κρίση αυτή όμως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον αφορά την εκτίμηση πραγμάτων.
[VIII] Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο « [...] Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019), ενώ τέλος, δεν περιλαμβάνεται διάταξη για παράβολο, αφού δεν έχει καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα, λόγω του ευεργετήματος πενίας, που του έχει αναγνωρισθεί, κατά τα προαναφερόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.08.2019 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 4/2019 αίτηση τoυ Κ. Α. του Ι. για αναίρεση της με αριθμό 164/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ