Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper service of notice to absent party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a traffic accident case. The appellant argued that the lower court erred in accepting blood test documents that allegedly failed to meet specific medical protocol requirements. However, the Court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to appear at the hearing and was not properly summoned, violating procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 339 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the hearing or was not legally and timely summoned, rendering the proceedings void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 837 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 837/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείον τον Δ.Π του Γ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μωρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ν. του Α., 2) Ο. συζ. Μ. Ν., το γένος Α. Υ, 3) Σ. Ν του Μ, 4) Ε. χας Α. Ν, το γένος Γ. Σ, 5) Α. Υ. του Σ, 6) Μ. συζ. Α. Υ., το γένος Χ. Δ., κατοίκων , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 7) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2008 αγωγή των ήδη 1ου έως και 6ης των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-10-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1450/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 7ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 24-1-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων. Από την …. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Σ. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο (7-2-2020) επιδόθηκε παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Κων.
Τσώκο, πληρεξούσιο δικηγόρο των 1ου έως και 6ης των αναιρεσιβλήτων, που τους εκπροσώπησε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αντίκλητός τους.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ (ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).
Με την από 30-3-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμ 1688/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 1688/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι συγγενείς του Α. Ν., Μ. Ν., Ο. Ν., Σ. Ν., Ε. χήρα Α. Ν. Α. Υ. και Μ. συζ. Α. Υ. άσκησαν την από 16.1.2008 (αριθμ.
Καταθ. ..) αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας …..ΑΕ και εναντίον του Δ. Π., απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Α.
Ν. στο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 9-12-2007 στην λεωφόρο ..., όταν το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο συνεπέβαινε ο θανών στην θέση του συνοδηγού, οδηγούμενο από τον Δ. Π. και ασφαλισμένο στην ... εξετράπη της πορείας του, εξήλθε του οδοστρώματος και προσέκρουσε σε τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Α.
Ν.. Η παραπάνω αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 16-10-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας ... εναντίον του Δ. Π.. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1450/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 16-1- 2008 κύρια αγωγή και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Εναντίον της ως άνω απόφασης άσκησε την από 11-8-2009 έφεσή της η ασφαλιστική εταιρία ..., της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 489/76 υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις αυτής που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα ως ειδικός διάδοχός της το Επικουρικό Κεφάλαιο, νυν αναιρεσίβλητο.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1688/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας …., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει τις παραπάνω αγωγές. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητά με την από 30-3-2012 αίτησή του ο Δ. Π. ασφαλισμένος στη ...
στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχός της το Επικουρικό Κεφάλαιο, νυν αναιρεσίβλητο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 262/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "...απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "...σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες" (παρ. 3).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οργανισμό του ελεγχόμενου οδηγού σε ποσοστό 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή σε ποσοστό 0,25 και άνω χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα, μετρούμενο με αλκοολική συσκευή, αποτελεί, κατά πρόβλεψη του νόμου, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β παράγραφος 1 περ. Β' του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.
Α'/14.5.2007), ορίζεται ότι "...εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 262/2018).
Περαιτέρω κατ' εφαρμογή των άρθρων 17 § 1 εδ. γ' και 6β § 1 εδ. β' του ισχύοντος από τις 14.5.07 ν. 3557/07, με τις οποίες αναμορφώθηκε το άρθρο 6β του ν. 489/1976, αφ' ενός καταργήθηκε η παραπάνω AYE, αφ' ετέρου για την συνομολογηθείσα στο ασφαλιστήριο εξαίρεση της απαλλαγής του ασφαλιστή από την οικεία ευθύνη του, απαιτείται, κατά την ρητή πλέον του νόμου διατύπωση, να συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και της επελεύσεως του ζημιογόνου και συγκροτούντος την ασφαλιστική περίπτωση, τροχαίου ατυχήματος.
Η εν λόγω προϋπόθεση απαιτείται εφ' όσον η ασφαλιστική περίπτωση, δηλονότι το τροχαίο ατύχημα συνέβη μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3557/07, και ασχέτως αν στην ασφαλιστική σύμβαση η εν λόγω εξαίρεση έχει συμφωνηθεί με βάση την διατύπωση της προϊσχύσασας αντίστοιχης ρυθμίσεως του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/ΑΥΕ, κατά την οποία ήταν δυνατόν να συμφωνηθεί η εξαίρεση της ασφαλιστικής καλύψεως και αν ακόμη η διαπιστωθείσα "μέθη" ουδεμία επίδραση είχε στο ατύχημα (ΑΠ 158/2015) Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2015). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 150/2016).
Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς αποδείξεις και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση στο διατακτικό.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αρ. 8α και αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι "Οι ενάγοντες στην κύρια αγωγή τους δεν επικαλέστηκαν προς θεμελίωση της αμέλειάς μου στην πρόκληση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του οικείου τους που συνεπέβαινε στο όχημά μου την ύπαρξη μικρής ποσότητος οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών στο αίμα μου αλλά απέδωσαν τούτο στην απώλεια του ελέγχου του οχήματος μου λόγω υπερβολικής ταχύτητας, γεγονός που επιβεβαίωσε και η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1450/2009 οριστική απόφαση του ΜΠΑ.
Δηλ., κατά τους ενάγοντες και κατά το περιεχόμενο της ένδικης κυρίας αγωγής τους δεν συνέδεσαν αιτιωδώς την μείωση της οδηγικής μου ικανότητος και την εξ αυτής επέλευση του ενδίκου ατυχήματος στην επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, αλλά απότοκος του ενδίκου ατυχήματος υπήρξε η αμελής και μη συνετή οδήγησή μου κατά τους ενάγοντες.
Ομοίως και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ως φέρουσα και το σχετικό βάρος δεν απέδειξε ότι το οινόπνευμα και οι τοξικές ουσίες συνετέλεσαν αιτιωδώς στην μείωση της οδηγικής μου ικανότητος και της εξ αυτής επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος όπως ορθά έκρινε η υπ' αριθμ. 1450/2009 οριστική απόφαση. Επ' αυτών η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη ουδεμία αναφορά κάνει και παρά τον νόμο έλαβε υπόψη της αποδείξεις που ΔΕΝ προσκομίστηκαν και πράγματα που δεν προτάθηκαν".
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την από 11-8-2009 έφεση που άσκησε το Επικουρικό Κεφάλαιο που υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ".." λόγω ανακλήσεως της αδείας της, κατά της υπ' αριθμ 1450/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγός του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γεγονός που συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ 1450/2009 απόφασή του αφού συνεκδίκασε την αγωγή των συγγενών του θανόντος Α. Ν.που τραυματίσθηκε θανάσιμα κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 9-12-2007, συνεπιβάτη στο όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων Δ. Π., με την οποία στρεφόταν κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Δ.
Π. και της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία είχε ασφαλισμένο το όχημά του για την έναντι τρίτων ευθύνη του από ατυχήματα καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ".." στη θέση της οποίας υπεισήλθε το "..", δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλλει ότι αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής για το λόγο ότι αυτός οδηγούσε το ασφαλισμένο σ' αυτήν αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γεγονός που συνετέλεσε στο ατύχημα, η περίπτωση δε αυτή έχει εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη.
Ο ερευνώμενος πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα στήριξε το αγωγικό της αίτημα στο γεγονός ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου οχήματος οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης και το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα στο τμήμα της απόφασης που ενδιαφέρει εν προκειμένω αναφέρονται τα εξής: "Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου την ώρα του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος αφού στο αίμα του, σε ποσότητα που λήφθηκε, δύο ώρες περίπου μετά το ατύχημα όπως αυτό προκύπτει από το προσαγόμενο πρωτόκολλο αιμοληψίας και συντάχθηκε από αρμόδια όργανα του τμήματος τροχαίας Ελληνικού, ανιχνεύτηκε οινόπνευμα σε ποσότητα 0,69 gr ανά lit. αίματος.
Να σημειωθεί ότι πέραν της ποσότητος αυτής οινοπνεύματος, που σύμφωνα με το άρθρο 42 κ.ο.κ. ως ισχύει και ίσχυε από 1999 (Ν. 2696/1999 και Ν. 2693/2001) προσέδιδε στον οδηγό απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση (βλ. αποζημίωση από τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα Αθ. Κρητικού Συμπλήρωμα στη Τρίτη έκδοση έτους 1998 παρ. 1941 Α) στο αίμα του οδηγού ανιχνεύθηκε και η παρουσία μεθυλεστέρα της εκγονίνης και βενζοϋλοεκγονίνης, που αποτελούν μεταβολίτες της κοκαΐνης.
Η παρουσία στο αίμα οινοπνεύματος στην ποσότητα αυτή αποδεικνύεται από προσαγομένη έκθεση τοξικολογική εξέταση του αίματος του οδηγού αυτού, που έγινε στο εργοστάσιο της ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών... Η κατάσταση της μέθης συνετέλεσε στο αποτέλεσμα αυτό διότι ακριβώς λόγω της μέθης του, χωρίς κανένα εμπόδιο στην πορεία του, πλην της ελαφριάς ολισθηρότητας του οδοστρώματος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, και στη συνέχεια δεν ηδύνατο να σταματήσει αυτό έτσι ώστε να μη συγκρουσθεί με την κολώνα της ΔΕΗ, αλλά αντιθέτως αν και ολόκληρος ο χώρος γύρω από το αυτοκίνητο την ώρα της σύγκρουσης ήταν κενός, εκείνος άφησε το αυτοκίνητο να επιπέσει στην κολώνα της ΔΕΗ".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου της, ήδη αναιρεσείβλητου, λόγω της ενεργοποίησης του όρου εξαίρεσης, εξαιτίας της μέθης αυτού κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με την παρεμπίπτουσα αγωγή προβλήθηκε ο ισχυρισμός της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη για το λόγο ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου οχήματος τελούσε υπό την επήρεια μέθης και το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, και αφού εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο οι αποδείξεις που αφορούν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα που αναφέρεται παραπάνω.
Ειδικότερα, το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα με τις παραδοχές, προκλήθηκε στις 9-12-2007, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 3557/2007, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 14-5-2007 και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/ 2007) για να ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη πρέπει η αλκοόλη, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού και υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια του νόμου να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και να επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού.
Τέτοια δε περιστατικά αιτιώδους συνάφειας, που συνιστούν προϋπόθεση για τη θεμελίωση λόγου απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου της οδηγού - ήδη αναιρεσείοντα και καταδεικνύουν ανικανότητα αυτού να οδηγεί λόγω της μέθης, στην οποία τελούσε και να έχουν επιδράσει στην αμελή συμπεριφορά του κατά την οδήγηση του οχήματός του, αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι, το Εφετείο για την ανίχνευση ποσοστού αλκοόλης εφάρμοσε την ΥΑ Κ4 585/1978, η οποία όμως είχε καταργηθεί από τον Ν. 3557/2007, ο οποίος, όπως εκτέθηκε προηγουμένως άρχισε να ισχύει από 14-5-2007 και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (9-12-2007) πλην όμως ανέφερε και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 6β παρ. 1 περ.
β' του Ν. 489/1976, σύμφωνα με την αληθή έννοια του οποίου, η μέθη πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με σοβαρές κυκλοφοριακές παραβάσεις, που υποδηλώνουν παράτολμη συμπεριφορά του οδηγού με υπερεκτίμηση των συνθηκών κυκλοφορίας και των ικανοτήτων του στην οδήγηση, δηλαδή περίπτωση ατυχήματος, που δικαιολογείται να συμβεί από οδηγό, που τελεί υπό την επίδραση αλκοόλης και δεν αρκεί οι κυκλοφοριακές παραβάσεις να συνιστούν απλές τυπικές κυκλοφοριακές παραβάσεις, που συνήθως διαπράττονται από αμελείς οδηγούς, τέτοια δε περιστατικά αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς αποδείξεις και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση στο διατακτικό, τέτοια δε δεν αναφέρονται εν προκειμένω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/ 2010, ΑΠ 259/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ·τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός όμως είχε επικαλεσθεί νομίμως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικό του και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 140/2015 ΑΠ 1373/ 2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού όπως τούτο βεβαιώνει αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Συγκεκριμένα αναφέρει: "Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων -έξι πρώτων εφεσίβλητων στην παρούσα δίκη- που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου καθώς και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Επομένως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (κατάθεση μάρτυρος), το οποίο είχαν προσκομίσει οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός όμως είχε επικαλεσθεί νομίμως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους του και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού των αντιδίκων του.
Περαιτέρω από την παραπάνω αναφορά του Εφετείου, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλόμενης αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο εκείνο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την προαναφερόμενη κατάθεση του μάρτυρος. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο δεύτερος λόγος, καθόσον αφορά την κατάθεση του μάρτυρος, από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). 'Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.
Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 91/2017, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014). Κατά την διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο, κατά την εργατική διαδικασία, κατά την οποία, κατά παραπομπή του άρθρου 681Α' του ίδιου Κώδικα, εκδικάσθηκε η προκειμένη διαφορά για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου.
Από την εν λόγω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο δύναται μεν να λάβει υπόψη και άκυρα αποδεικτικά μέσα, στερούμενα δηλ. για το έγκυρο αυτών, των προϋποθέσεων του νόμου και απλώς δεν επιτρέπεται να λάβει υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη προβλεπόμενα δηλαδή από το νόμο (ήτοι από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ.
ή από άλλη ειδική διάταξη). Την ρύθμιση αυτή υπαγόρευσε στο νομοθέτη όχι μόνο η κατά τεκμήριο απλότητα των δικαζόμενων κατά την ειδική αυτή διαδικασία υποθέσεων, αλλά και η ανάγκη σύντομης εκδικάσεώς τους και ανευρέσεως της ουσιαστικής αλήθειας (ΑΠ 1936/2013). Περαιτέρω, με την 43500/5691/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ.
Β'), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. και έχει επίσης εδώ εφαρμογή, καθορίστηκαν οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που είναι η αιμοληψία και χρήση αλκοολικής συσκευής στον εκπνεόμενο αέρα. Η διαγραφόμενη, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, διαδικασία ανιχνεύσεως των εν λόγω απαγορευμένων ουσιών δεν είναι αποκλειστική.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής προσδιορίζουν την διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ. κατά την τέλεση του εγκλήματος και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής. Έτσι, τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξετάσεως αίματος του οδηγού και ανιχνεύσεως οινοπνεύματος κ.λπ., παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1304/2015, ΑΠ 1936/2013).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος πρωτοκόλλου αιμοληψίας του υπαιτίου οδηγού του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όπου αναφέρεται ότι η αιμοληψία πραγματοποιήθηκε την 7-12-2007 ενώ το ατύχημα συνέβη την 9-12-2007, και συνεπώς το αποσταλέν δείγμα δεν προέρχεται από αίμα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος κατά το ένδικο ατύχημα αλλά είναι δείγμα αίματος που λήφθηκε από τρίτο οδηγό σε άλλο τροχαίο ατύχημα, το δε δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι εσφαλμένη η αναγραφόμενη ημερομηνία λήψεως και το δείγμα του αίματος είναι του συγκεκριμένου οδηγού. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, όπως αποδεικνύεται από το από 7-12-2007 προσκομισθέν πρωτόκολλο αιμοληψίας του υπαιτίου οδηγού του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, "ΔΕΝ ΛΗΦΘΗΚΑΝ (2) δείγματα αίματος (5 ml κατ ελάχιστο όριο σε κάθε δείγμα για ανίχνευση αλκοόλης όπως ο νόμος και η σχετική υπουργική απόφαση επιτάσσει, με αποτέλεσμα η υπ' αριθμ. πρωτ. 3142/7.3.08 πρώτη έκθεση τοξικολογικής εξέτασης την οποία μετ' επικλήσεως προσήγαγε η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προσάγει και τώρα στις ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ να αναφέρει επί λέξει τα εξής: ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
Το αίμα ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΗΚΕ κατά την ανάλυση, 2
Παρακαλείσθε στο εξής να αποστέλλετε δείγματα αίματος και ούρων που αφορούν το ίδιο άτομο με μία ενιαία εντολή.
Από την μετ' επικλήσεως προσαγόμενη υπ' αριθμ. Πρωτ. ... ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ το αποσταλέν αίμα είχε συνολικό όγκο 6 κ.εκ. και ΟΧΙ (10 κ.εκ.) όπως ο νόμος ορίζει. Η εν λόγω Έκθεση Τοξικολογικής Εξέτασης αναφέρει επί λέξει: "ΕΙΔΟΣ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ: Δυο πλαστικά σωληνάρια με την ένδειξη "Π. Δ." περιείχαν αίμα ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΟΓΚΟΥ 6 κ.εκ.
Έτσι Το ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ με την ως άνω ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ενημερώνει το ΤΜΗΜΑ ΤΡΟΧΑΙΑΣ .. ότι κατά την πρώτη τοξικολογική εξέταση το αποσταλέν αίμα ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΗΚΕ κατά την 1η ανάλυση διότι δεν είχε αποσταλεί ποσότητα αίματος 10ml όπως ο νόμος ορίζει και επιτάσσει, αλλά ποσότητα 6ml κατά τα ως άνω εκτιθέμενα.
Έτσι ενισχύεται ο ισχυρισμός ότι δεν πρόκειται για αίμα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος διότι ο ιατρός στο ως άνω από 7/12/2007 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΑΙΜΟΛΗΨΙΑΣ αναφέρει ότι στις 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2007 έλαβε 2 δείγματα αίματος 5ml κατ' ελάχιστο όριο σε κάθε δείγμα για ανίχνευση αλκοόλης ενώ στην πραγματικότητα η αποσταλείσα ποσότητα αίματος ήταν συνολικού όγκου 6 κ.εκ.
σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3142/7.3.2008 ως άνω έκθεση τοξικολογικής εξέτασης. Έτσι ελλείψει επαρκούς αίματος κατά τα ως άνω εκτεθέντα δεν έλαβε χώρα τοξικολογική εξέταση και επί του β' δείγματος αίματος όπως ο νόμος και η σχετική υπουργική απόφαση επιτάσσει με αποτέλεσμα η τοξικολογική εξέταση του αίματος με τις συνθήκες που έλαβε χώρα κατά τα ως άνω εκτιθέμενα να είναι έωλη και αναξιόπιστη και να μην παράγει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες έννομες συνέπειες προς ζημία των σχετικών εννόμων συμφερόντων του υπαιτίου οδηγού και δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση απόδειξη ότι αυτός κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ.
Η ως άνω αναιρεσιβαλόμενη απόφαση με το να δεχτεί όλως αυθαιρέτως κόντρα στο περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου ότι "είναι εσφαλμένη η ημερομηνία λήψεως αίματος η 7/12/2008 (ενώ η πραγματική είναι 9/12/2008) και ότι τα δύο δείγματα αίματος με 5 ml ανά δείγμα ανέφεραν λανθασμένα τον όγκο του ληφθέντος αίματος (ενώ ο πραγματικά αποσταλείς όγκος αίματος ήταν 6 κ.εκ.)" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".
Επί του ισχυρισμού του αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, όσον αφορά το ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω δέχθηκε τα εξής: "Η παρουσία στο αίμα οινοπνεύματος στην ποσότητα αυτή αποδεικνύεται από προσαγομένη έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του αίματος του οδηγού αυτού, που έγινε στο εργοστάσιο της ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το αληθές του γεγονότος ότι αυτή η έκθεση αναφέρεται στο αίμα του οδηγού Δ.Π. δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το πρωτόκολλο αιμοληψίας που συντάχθηκε για την απόδειξη της λήψεως του αίματος από τον ιατρό Μ. Γ. και τον Αστυφύλακα Κ. Χ. αναφέρει λανθασμένα τον όγκο του ληφθέντος αίματος του οδηγού (δύο δείγματα αίματος με 5 ml ανά δείγμα ενώ στην πραγματικότητα, όπως η τοξικολογική έκθεση αναφέρει ελήφθησαν συνολικά 6 ml αίματος του οδηγού) και την χρονολογία του ατυχήματος (αναφερόμενος χρόνος ατυχήματος η 7/12/2007 ώρα 05:10, ενώ ο αληθής η 9/12/2007 ώρα 04:40), απορριπτόμενων ως ουσία αβασίμων όσα ο εκκαλών ισχυρίζεται στην αντέφεσή του".
Επομένως ο ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, αλλά αφού ανέγνωσε ορθά τα παραπάνω έγγραφα τα αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά στα εν λόγω έγγραφα και αφού συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Επίσης το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεχόμενο "ότι το πρωτόκολλο αιμοληψίας που συντάχθηκε για την απόδειξη της λήψεως του αίματος από τον ιατρό Μ. Γ. και τον Αστυφύλακα Κ. Χ. αναφέρει λανθασμένα τον όγκο του ληφθέντος αίματος του οδηγού (δύο δείγματα αίματος με 5 ml ανά δείγμα ενώ στην πραγματικότητα, όπως η τοξικολογική έκθεση αναφέρει ελήφθησαν συνολικά 6 ml αίματος του οδηγού)" δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, αλλά αφού ανέγνωσε ορθά τα παραπάνω έγγραφα τα αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Με την 43500/ 5691/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ. Β'), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. και έχει επίσης εδώ εφαρμογή, και όχι η με αριθμό 13382φ705 11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 κοινή απόφαση των υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας τάξης, την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι ισχύει, ενώ αυτή καταργήθηκε μετά την έκδοση της προαναφερομένης κοινής απόφασης και σύμφωνα με την οποία έκρινε ότι εν προκειμένω τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αιμοληψία, την τοξικολογική έρευνα του αίματος και την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων αυτών στον εν μέθη οδηγό, καθορίστηκαν οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που είναι η αιμοληψία και χρήση αλκοολικής συσκευής στον εκπνεόμενο αέρα.
Η διαγραφόμενη, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, διαδικασία ανιχνεύσεως των εν λόγω απαγορευμένων ουσιών δεν είναι αποκλειστική. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής προσδιορίζουν την διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ.
κατά την τέλεση του εγκλήματος και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής. Έτσι, τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξετάσεως αίματος του οδηγού και ανιχνεύσεως οινοπνεύματος κ.λπ., παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια.
Κατ' ακολουθία και υπό την εκδοχή ότι με τον ως άνω λόγο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί όλως αυθαιρέτως κόντρα στο περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου ότι "είναι εσφαλμένη η ημερομηνία λήψεως αίματος η 7/12/2008 (ενώ η πραγματική είναι 9/12/2008) και ότι τα δύο δείγματα αίματος με 5 ml ανά δείγμα ανέφεραν λανθασμένα τον όγκο του ληφθέντος αίματος (ενώ ο πραγματικά αποσταλείς όγκος αίματος ήταν 6 κ.εκ.)" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο αυτοκινήτου ευρίσκετο, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έλαβε υπόψη έγγραφα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου, δοθέντος ότι η αιμοληψία πραγματοποιήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που επιτάσσει η 43500/5691/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ.
Β' ), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., με την οποία καθορίστηκαν οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που είναι η αιμοληψία και χρήση αλκοολικής συσκευής στον εκπνεόμενο αέρα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόσω πρόκειται περί αποδεικτικών μέσων, προβλεπομένων από το νόμο (άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δικ.), ήτοι περί εγγράφων, που ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως και, επομένως, ακύρων, που, όμως, επιτρεπτώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο δίκασε την παρούσα υπόθεση, κατά την διαδικασία των άρθρων 671 επ.
του Κ.Πολ.Δικ., για την μόρφωση της κρίσεώς του αναφορικά με το επίμαχο ως άνω ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όλως επικουρικά, με τις ανωτέρω αιτιάσεις ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, που όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/ 2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου έβδομου των αναιρεσιβλήτων, το οποίο κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2012 αίτηση για την αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθμ. 1688/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου έβδομου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.