Legislator Case Law & Legislation
837/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank insolvency ruling, citing exclusive administrative authority of Central Bank.

Case Number 837/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven female employees against a lower court ruling regarding their employment contracts with two Greek banks. The employees argued that the appellate court erred in declaring one bank solvent without sufficient factual findings, while the banks contended that insolvency status is an administrative matter. The court ruled that determining a bank's solvency falls exclusively within the competence of the Central Bank of Greece, rendering judicial review of this specific issue inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 68 of Law 3601/2007; Art. 5 of Law 4021/2011; The determination of a credit institution's solvency is an exclusive administrative function of the Central Bank of Greece and cannot be subject to judicial review.

Keywords

AI generated
bank insolvency Central Bank authority judicial review employment contracts administrative competence

Cited Legislation

AI generated
Art. 68 of Law 3601/2007
Art. 5 of Law 4021/2011
Para. 17 of Art. 10 of Law 405/2012
Code of Civil Procedure Art. 176, 183, 191 para. 2

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 837 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 837/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., 3) Α. συζύγου Α. Ν. - Β., κατοίκου ..., 4) Α. Π. - Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 7) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Παπαλιάγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κωσταρά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φούλης Ευαγγελίδου - Τσικρικά και Στέργιου Σπυρόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1567/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως δύο εφέσεων, η 539/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-12-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγουσες με την ένδικη, από 9-1-2013 αγωγή (με αριθμό κατάθεσης .../10-1-2013) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκθέτουν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 180/2004 και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, απασχολήθηκαν ως καθαρίστριες επί σειρά ετών σε καταστήματα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ), έως την 30-4-2005 (και κάποιες έως την 31-3-2005).

Ότι άσκησαν αγωγή εναντίον της ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η καθεμιά συνδέεται με αυτή με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης και να υποχρεωθεί η ΑΤΕ να τις απασχολεί με το πλήρες ωράριο των τραπεζοϋπαλλήλων. Ότι με την 1552/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την 3875/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι αγωγές έγιναν δεκτές.

Ότι στη συνέχεια με την 46/2012 απόφαση της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, η οποία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, υποκαθιστάμενη από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι εν γένει έννομες σχέσεις της ΑΤΕ, όχι όμως και οι έννομες σχέσεις αυτής με τρίτους, που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας.

Ότι λίγες ημέρες μετά την ως άνω μεταβίβαση, τον Αύγουστο 2012, η πρώτη εναγομένη δια του ειδικού εκκαθαριστή της κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών λόγω ανάκλησης της αδείας της και θέσης αυτής υπό εκκαθάριση, ενώ η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων στην ΑΤΕ, όχι όμως και τις ενάγουσες, που υποχρεώθηκαν να συνάψουν συμβάσεις εργασίας με την εταιρία καθαριότητας "..." μέσω της οποίας παρέχουν υπηρεσίες καθαριότητας.

Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, γιατί δεν οφείλεται στη θέση της πρώτης εναγομένης σε εκκαθάριση, αφού το υγιές μέρος της μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγομένη. Ότι, ως εκ τούτου, η πρώτη εναγόμενη έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και η δεύτερη εξ αυτών, που την υποκατέστησε, ευθύνεται ομοίως, ως διάδοχός της υπεισελθούσα στις συμβατικές σχέσεις.

Με την αγωγή ζητούν αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας από την πρώτη εναγομένη και να υποχρεωθεί η δεύτερη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και β) να καταβάλει στην κάθε μία εξ αυτών για μισθούς υπερημερίας τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1567/2013 οριστική απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά αυτής, οι ενάγουσες άσκησαν δύο ξεχωριστές εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη 539/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, απορρίφθηκαν οι εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως οι ενάγουσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

2. Στο άρθρο 5 του ν. 3601/2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις" ορίζεται ότι: "1. [...]. 4. Απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά, για τη χορήγηση, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας:

α) πιστωτικού ιδρύματος, με το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ. [...]. 7. Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν:

α) να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια προς το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο, β) να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαια, σε περίπτωση μείωσης τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου". Ακολούθως, στο άρθρο 8 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Το πιστωτικό ίδρυμα: (i) [...], (iv) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαια, [...]. γ) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και, ιδίως, δεν διασφαλίζει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές.

δ) Δεν πληρούνται οι όροι υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας [...]". Περαιτέρω, στο άρθρο 25 του αυτού νομοθετήματος ορίζεται ότι: "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου: α) επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα [...] 3. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, τη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και την εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως μέσω της αποφυγής συγκέντρωσης κινδύνων και της διασφάλισης της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 26, 27, 28 και 29 του παρόντος νόμου. 4.

Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην [...] διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων [...]. 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατά την άσκηση των καθηκόντων της με βάση τον παρόντα νόμο, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος όλων των άλλων εμπλεκόμενων κρατών - μελών, ιδίως δε σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει κατά το χρόνο λήψης της σχετικής απόφασης (όπως η ως άνω παρ.8 προστέθηκε στο άρθρο 25 του ν. 3601/2007 με το άρθρο 33 του ν. 4021/ 2011, ΦΕΚ Α' 218)".

Εξ άλλου, στο άρθρο 27 ορίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν ίδια κεφάλαια, τα στοιχεία των οποίων ορίζονται με γενικής ισχύος απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ στο άρθρο 62 προβλέπονται τα προληπτικά εποπτικά μέτρα που δύναται να λάβει η Τράπεζα της Ελλάδος για πιστωτικά ιδρύματα που δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του νόμου και των σχετικών αποφάσεών της.

Ακολούθως, με το άρθρο 63 ορίζεται ότι : "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυμα επίτροπο στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων υπό στοιχεία (iv) και (ν) της παραγράφου 1α του άρθρου 8. β) Όταν το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει σε σοβαρές ή κατ' εξακολούθηση παραβάσεις διατάξεων νόμων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος ή [...].

γ) Όταν διαφαίνεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια ή ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες και οι λοιποί πιστωτές του [...]". Στη συνέχεια, με το άρθρο 4 του ν. 4021/ 2011 θεσπίστηκαν μέτρα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, με την προσθήκη των άρθρων 63Α, 63Β, 63Γ, 63Δ, 63ΣΤ και 63Ζ στο ν. 3601/2007.

Ειδικότερα, στο άρθρο 63Β ορίζεται ότι: "1. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να επιβληθούν, χάριν της προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε πιστωτικό ίδρυμα, τα μέτρα εξυγίανσης των άρθρων 63Γ - 63Ε. Τα μέτρα αυτά στοχεύουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής ευστάθειας, την ελαχιστοποίηση του κόστους της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος και την προστασία των καταθετών και επενδυτών, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 3746/2009 (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρου 10 ν. 4051/2012, ΦΕΚ Α' 40)".

Περαιτέρω, το άρθρο 63Δ ορίζει ότι : "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις. [...]. 3.

Το προς ό η μεταβίβαση πρόσωπο συναινεί με πρότερη έγγραφη δήλωσή του προς την Τράπεζα της Ελλάδος στην προς αυτό μεταβίβαση και στο αντάλλαγμα που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η δήλωση αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο [...]. 10. Τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 63Δ και 63Ε του ν. 3601/2007 και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται (όπως η παρ.10 αντικαταστάθηκε με την παρ.11 του άρθρου 10 του ν. 4051/2012). 11.

Οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση [...]. Εξ άλλου, στο άρθρο 68 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4021/2011) ορίζεται ότι: "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός εκκαθαριστής.

δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος [...]. ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις [...]. στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων τού υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε.

Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63Δ εφαρμόζονται ανάλογα [...]. 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα".

3. Περαιτέρω με την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ (EE L 61) και την τροποποιητική αυτής 98/50/ΕΚ (ΕΕ L 201) θεσπίστηκαν ρυθμίσεις σχετικές με την προστασία και διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένες Οδηγίες έχουν ήδη αντικατασταθεί από την Οδηγία 2001/23/ ΕΚ (ΕΕ L 82), η οποία κατ' ουσίαν τις κωδικοποίησε.

Η μεταφορά των ανωτέρω Οδηγιών στην ελληνική έννομη τάξη έχει πραγματοποιηθεί με το π.δ. 178/2002. Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των προστατευτικών προβλέψεων της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, το άρθρο 5 αυτής ορίζει ότι: "1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 (που προβλέπουν την υποκατάσταση του εκδοχέα της επιχείρησης στις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας) δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή). 2.

Όταν τα άρθρα 3 και 4 εφαρμόζονται σε μεταβίβαση, κατά τη διάρκεια διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του εκχωρητή (ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή) και εφόσον η διαδικασία αυτή τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, ορισθείς από την εθνική νομοθεσία), ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι:

α) υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 παρ.1, οι οφειλές του εκχωρητή, που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από εργασιακές σχέσεις και ήταν πληρωτέες πριν από τη μεταβίβαση ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μεταβιβάζονται στον εκδοχέα, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτήν τη διαδικασία παρέχεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη προς την προβλεπόμενη για τις περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20-10-1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη ή/και β) ο εκδοχέας, ο εκχωρητής ή το ή τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα εκχωρητή αφενός και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αφετέρου είναι δυνατό να συμφωνήσουν μεταβολές, στο βαθμό που το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία ή πρακτική, των όρων και προϋποθέσεων απασχόλησης των εργαζομένων, προκειμένου να διατηρηθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης, μέσω της επιβίωσης της επιχείρησης ή του τμήματος αυτών [...]. 4.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία". Όμοιο περιεχόμενο είχε και το άρθρο 4 και 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, το οποίο θεσπίσθηκε, κατά τη σκέψη 7 του προοιμίου αυτής: "7. [...] με σκοπό την επιβίωση των αφερέγγυων επιχειρήσεων, πρέπει να επιτρέπεται ρητά στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης και να επιτρέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας".

Εξ άλλου, με το άρθρο 6 του π.δ 178/2002 ορίζεται ότι: "1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ.5 του ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής".

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ισχύει, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Ο κανονισμός 1346/2000 (ΕΕ L 160) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ.2), για το λόγο δε αυτό, έχει εκδοθεί η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται ως "οι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ.1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος.

Από τα ανωτέρω κείμενα των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ οφείλουν να αξιολογηθούν ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων αυτών και διεξάγονται υπό την εποπτεία δημόσιας αρχής.

Επί των εν λόγω διαδικασιών, επιτρέπεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της ίδιας Οδηγίας. Άλλωστε, η συγκεκριμένη εξαίρεση γινόταν δεκτή και υπό το καθεστώς της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η διαδικασία μεταβίβασης περιουσιακών στοιχειών ενεργητικού και παθητικού, συνοδευόμενη από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και τη θέση υπό ειδική εκκαθάριση, αποσκοπεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία τόσο της Τράπεζας της Ελλάδας, όσο και του Πτωχευτικού Δικαστηρίου του άρθρου 4 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Συνεπώς, η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τα ανωτέρω τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και είναι διαδικασία ανάλογη της πτώχευσης, δεδομένου άλλωστε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να κηρυχθούν σε καθεστώς πτώχευσης κατά το άρθρο 68 παρ.1 στοιχ. α' του ν. 3601/2007. Άλλως και σε κάθε περίπτωση, συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ (βλ. ΟλΣΤΕ 3013/2014, 1888/2017).

4. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι το Μονομελές Εφετείο προσέδωσε διαφορετική έννοια στις διατάξεις των άρθρων 4α της οδηγίας 98/50 ΕΚ (όπως αυτό κωδικοποιήθηκε από το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) και στο άρθρο 6 παρ.1 του π.δ 178/2002 και λανθασμένα έκρινε ότι στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων υπάγεται ο μεταβιβάζων που έχει πτωχεύσει ή βρίσκεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας και ότι συνεπώς υπάγεται και η πρώτη εναγομένη ως αφερέγγυα, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ και του άρθρου 6 παρ.1 του π.δ 178/2002, με το οποίο το άρθρο 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο.

5. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραθέτοντας τις διατάξεις που ήδη αναφέρθηκαν στις σκέψεις αρ.2 και 3 της παρούσας και υπάγοντας σ' αυτές το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, έκρινε ότι η αγωγή είναι ανομιμοποίητη ως προς τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς, διότι δεν μεταβιβάσθηκαν στην τελευταία οι έννομες σχέσεις που σχετίζονται με τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών με την πρώτη εναγομένη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες καταγγέλθηκαν από τον ειδικό εκκαθαριστή της τελευταίας στα πλαίσια της ειδικής εκκαθάρισης, στην οποία αυτή τέθηκε με την ...-7-2012 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν.3601/2007 και η οποία είχε ως επακόλουθο την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης.

Ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών δεν ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου οργανισμού προσωπικού της πρώτης εναγομένης. Ότι εφόσον δεν μεταβιβάσθηκαν οι έννομες σχέσεις που πηγάζουν από τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών, η δεύτερη εναγομένη δεν ευθύνεται έναντι αυτών και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκαν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που προβλέπονται αναλυτικά στο παράρτημα της υπ' αριθ. 4/27-7-2012 απόφασης της επιτροπής μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ότι ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη δεν είναι ειδικός διάδοχος του μεταβιβάζοντος νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης ως προς το σύνολο, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάσθηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και τη σύμβαση μεταβίβασης.

Ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος και αυτό τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση, όπως συνέβη με την πρώτη εναγομένη, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 479 ΑΚ περί ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση ούτε τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002, που ορίζουν ότι επί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον αποκτώντα, ενώ ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον αποκτώντα για τις υποχρεώσεις που είχαν ήδη προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, διότι οι συμβάσεις των εναγουσών είχαν καταγγελθεί και δεν εφαρμόζεται σ' αυτήν το άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 178/2002 και ανομιμοποίητη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αφού εγκύρως δεν μεταβιβάστηκαν προς την τελευταία οι συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας, όπως όλα αυτά προέκυπταν από το ιστορικό της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση αυτή, εφάρμοσε ορθά τις άνω διατάξεις των άρθρων 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ (όπως αυτό κωδικοποιήθηκε από το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/ 23/ΕΚ), το άρθρο 6 παρ.1 του π.δ. 178/2002, το άρθρο 44 παρ.5 του ν. 2648/ 1998, τα άρθρα 63 Β', 63 Δ' παρ.10 και 68 του ν. 3601/2007 και 34 ΠτΚ, διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις ως άνω σκέψεις της παρούσας (βλ.

αρ.2 και 3), οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ (όπως στην προκειμένη περίπτωση της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας), αξιολογούνται ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων τούτου και διεξάγονται υπό την εποπτεία δημόσιας αρχής, ήτοι της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ειδικότερα, από τα ανωτέρω κείμενα των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, καθόσον επί πιστωτικών ιδρυμάτων δεν επιτρέπεται η κήρυξή τους σε πτώχευση όπως ρητά ορίζεται τούτο στο άρθρο 68 του ν. 3601/2007 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4021/2011) και συνεπώς επί των εν λόγω διαδικασιών επιτρέπεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ.

Επομένως, ο πρώτος καθώς και οι σχετικοί, πέμπτος κατά τα μέρη του Ε1, Ε3 και Ε4, έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζεται ο αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

6. Εξ άλλου, ο πέμπτος κατά το Ε2 μέρος του λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του π.δ. 178/2002 ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον προκειμένου να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης και να κινηθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης των περιουσιακών της στοιχείων στη δεύτερη εναγομένη, ήταν αναγκαία η έκδοση δικαστικής απόφασης που κηρύσσει την πρώτη τράπεζα αφερέγγυα, πράγμα που δεν συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αβάσιμος.

Και τούτο, διότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (βλ. σκέψη αρ.2) στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα και για τη θέση του σε ειδική εκκαθάριση εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες προηγείται η εκ μέρους της εποπτεύουσας και μόνης αρμόδιας αρχής (ήτοι, Τράπεζας της Ελλάδος) ανάκληση της άδειας λειτουργίας του και στη συνέχεια, στο πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας της εν λόγω αρχής, με απόφασή της τίθεται υποχρεωτικώς σε ειδική εκκαθάριση, ενώ τη διοίκηση αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής υπό την εποπτεία της (άρθρο 68 του ν. 3601/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4021/2011 και συμπληρώθηκε με την παρ.17 του άρθρου 10 του ν. 405/2012 και Κανονισμός ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων), γι' αυτό και δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της πτώχευσης κάποιας άλλης επιχείρησης.

7. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλομένη τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 (με τους δύο πρώτους εξ αυτών) και αρ.11 (με τον τρίτο), ήτοι ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν αφερέγγυα, χωρίς να παραθέσει στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της αφερεγγυότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς και να εκθέσει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την παραδοχή αυτή. Και ότι δεν βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Πέραν του ότι το ζήτημα διαπίστωσης της αφερεγγυότητας ανατίθεται εκ του νόμου, αποκλειστικά, στην Τράπεζα της Ελλάδος και δεν είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο δεν έφθασε σε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά περιορίσθηκε στην κρίση ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αυτή ορθώς είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη για την πρώτη αναιρεσίβλητη και ως παθητικά ανομιμοποίητη για τη δεύτερη από αυτές.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 539/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ