Supreme Court dismisses appeal on non-retroactivity of new law and inadmissibility due to missing court fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding mortgage payments. The court rejected arguments claiming the new law should apply retroactively, noting it lacks such effect and the appellate court must apply the law valid at the time of its own decision. Furthermore, the appeal was declared inadmissible because the appellant failed to deposit the required court fees despite having legal aid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(1)(3), (4) and 9(2) of Law 3869/2010; The principle of non-retroactivity applies unless explicitly stated, and appellate courts apply the law valid at the time of their decision, while appeals without paid fees are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 837 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 837/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ηλιάδη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ’ αριθμ. 215/2014 Πράξη Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά για τον εαυτό της και ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά για τον εαυτό της και ως διαδόχου α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", β) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και γ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά για τον εαυτό της και ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και 5) ανώνυμης εταιρίας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη, η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ανδρίτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 5η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2849/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 11-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 15.7.2015 αίτηση για αναίρεση της 2849/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο κατά της 163/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος εισήχθη προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της 18.3.2016, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η πέμπτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου Δικηγόρου.
Από τα έγγραφα, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η τελευταία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την δικάσιμο της 18.3.2016, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την παρούσα δικάσιμο ή για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Επομένως η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να προχωρήσει η συζήτηση αυτής ως προς τις υπόλοιπες παρασταθείσες αναιρεσίβλητες, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 736/2011).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο κατά την εκουσία δικαιοδοσία, αναφορικά με την υπαγωγή των οφειλών του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες Τράπεζες, στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010 δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών είναι διαζευγμένος και άνεργος από το έτος 2007 και έχει εγγραφεί από την 03.12.2009 στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ.
Για χρονικό διάστημα ολίγων μηνών εντός του έτους 2009 εργάστηκε ως τεχνίτης μεταλλικών δομικών κατασκευών αποκομίζοντας ετήσιες αποδοχές ύψους 5.726 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι έχει εξεύρει σταθερή εργασία ούτε διαθέτει σταθερό μηνιαίο εισόδημα από άλλη πηγή και διαμένει με τη μητέρα του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του ιδίου.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της από 30-05-2011 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, ο αιτών είχε αναλάβει χρέη συνολικού ποσού 166.777,14 ευρώ, τα οποία, τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, με την κοινοποίηση της ανωτέρω αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ.
Αθ. Κρητικό "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" σελ. 98 επ.), ενώ δε περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης χρέη (άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3869/2010). Πιο συγκεκριμένα, αυτός έχει τα ακόλουθα χρέη 1) από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" συνολική οφειλή ύψους 24.142,09 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, προερχόμενη από συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών, 2) από την "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." οφειλή ποσού 3.346,30 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, απορρέουσα από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, 3) από την "... Α.Ε." συνολική οφειλή ύψους 47.704,64 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, που απορρέει από συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων, 4) από την "... Α.Ε." οφειλή ποσού 3.724,27 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, προερχόμενη από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 5) από την Τράπεζα "..." συνολική οφειλή ύψους 23.974,24 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, προερχόμενη από συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας, 6) από τη "...
Τράπεζα Α.Ε." συνολική οφειλή ύψους 13.638,30 ευρώ, που απορρέει από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, 7) από την "... Α.Ε." οφειλή ποσού 6.669,46 ευρώ μετά τόκων και εξόδων από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, 8) από την "... Α.Ε." οφειλή ύψους 10.728,77 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, προερχόμενη από σύμβαση στεγαστικού δανείου, και μάλιστα η απαίτηση τούτη είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με την προσημείωση υποθήκης επί του άνω περιγραφόμενου ακινήτου ιδιοκτησίας του αιτούντος, και τέλος 9) από τη "...
Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων" συνολική οφειλή ύψους 32.849,07 ευρώ μετά τόκων και εξόδων, απορρέουσα από συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας. Επίσης, ο αιτών έχει δύο οφειλές εκ ποσού 5.579,80 ευρώ και 16.715,30 ευρώ, που απορρέουν από την υπ’ αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και από την υπ’ αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου αντίστοιχα και οι οποίες φέρονται να αποτελούν απαιτήσεις της πρώτης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία". Ως προς τις απαιτήσεις αυτές λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 455 και 460 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλο την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), ο δε εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Η εκχώρηση αποτελεί τρόπο μεταβίβασης της απαίτησης και στα πλαίσια άλλων νόμων που επιδιώκουν ειδικότερους σκοπούς. Τέτοιος είναι ο νόμος 3156/2003, με τον οποίο προβλέπεται η μεταβίβαση απαιτήσεων ακόμη και των καταναλωτών, με σκοπό την τιτλοποίηση. Η καταχώριση της μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του νόμου 2844/ 2000, λογίζεται ως αναγγελία, από δε την καταχώριση της σχετικής σύμβασης στα οικεία βιβλία επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης και ο οφειλέτης οφείλει εφεξής στον εκδοχέα, ο οποίος είναι πλέον ο νέος δανειστής (βλ.
ΜΠρΑθ 2391/2011 ΕΕμπΔ 2012.107). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την από 15-09-2010 βεβαίωση οφειλών που έχει χορηγήσει η μετέχουσα στη δίκη άνω πιστώτρια τράπεζα στον αιτούντα, η μεν απαίτηση από την άνω σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας εκχωρήθηκε με σκοπό την τιτλοποίηση κατ’ άρθρο 10 ν. 3156/2003 στην εταιρεία με την επωνυμία "...", η δε απαίτηση από την άνω σύμβαση καταναλωτικού δανείου εκχωρήθηκε με σκοπό την τιτλοποίηση στην εταιρεία με την επωνυμία "...".
Οι εν λόγω συμβάσεις μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων μεταξύ εκχωρητή και των εκδοχέων εταιρειών ειδικού σκοπού καταχωρίστηκαν στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών κατ’ άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (άρθρο 10 παρ. 8 και 9 του ν. 3156/2003), λογιζομένης της καταχώρισης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 ως αναγγελία των μεταβιβάσεων προς τον εκκαλούντα οφειλέτη, οπότε από την καταχώριση των σχετικών συμβάσεων επήλθε η μεταβίβαση των άνω μνημονευόμενων τιτλοποιούμενων απαιτήσεων προς τις εταιρείες "..." και "..." αντίστοιχα.
Οι τελευταίες μετά την ως άνω αναγγελία απέκτησαν έναντι του εκκαλούντος (οφειλέτη) τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβάσεις και η καταβολή προς αυτές τις εταιρείες απελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. Επομένως, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι προαναφερόμενες απαιτήσεις δεν αποτελούν απαιτήσεις της πρώτης πιστώτριας και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ...
Α.Ε." και απέρριψε την αίτηση ως προς τις συγκεκριμένες οφειλές του αιτούντος (νυν εκκαλούντος), ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εκκαλών έχει στην πλήρη κυριότητά του την υπό στοιχεία ...
οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ... στη θέση "..." του Δήμου Πειραιά, επιφανείας 52,50 τ.μ. Η ... αξία αυτού του ακινήτου εκτιμάται στο ποσό των 49.000 ευρώ, ενόψει της παλαιότητάς του, του ορόφου, της επιφάνειας, της περιοχής στην οποία κείται και του μειωμένου εν γένει αγοραστικού ενδιαφέροντος, όπως ορθά εκτίμησε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αποτελεί την κύρια κατοικία του εκκαλούντος.
Αφού η αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτείται εκ του νόμου για την εξαίρεσή του από τη ρευστοποίηση, είναι δυνατή η διάσωσή του, ως κύριας κατοικίας, από την εκποίηση, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από τον αιτούντα οφειλέτη, μετά το οποίο η εν λόγω εξαίρεση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο.
Εν προκειμένω, ειδικά ως προς την προστασία της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος από τη ρευστοποίηση, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές και οικογενειακές συνθήκες αυτού, η κύρια κατοικία του θα πρέπει να εξαιρεθεί με την ταυτόχρονη υποχρέωσή του να ικανοποιήσει τις πιστώτριες τράπεζες με την καταβολή χρηματικού ποσού.
Θα πρέπει, έτσι, να οριστεί μηνιαία καταβολή για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, για την οποία θα πρέπει να καταβάλλει το 85% της ...ς της αξίας, ήτοι το ποσό των 41.650 ευρώ (49.000 χ 85%), το οποίο είναι μικρότερο από το σύνολο των επίδικων οφειλών του. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα αρχίσει μετά την πάροδο τεσσάρων ετών, ως περιόδου χάριτος (άρθρο 9 παρ. 2 εδ.
γ’ ν. 3869/2010), από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και θα πραγματοποιηθεί εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ο χρόνος εξόφλησης του ανωτέρω ποσού ορίζεται στα δέκα έτη, λαμβανομένης υπ’ όψη της διάρκειας του στεγαστικού δανείου, της ηλικίας του εκκαλούντος, της προσωπικής κατάστασης και οικονομικής δυνατότητάς του, καθώς και του συνόλου των οφειλών του. Εξάλλου, ο νόμος 3869/2010 δεν καθορίζει συγκεκριμένο όριο ηλικίας για τη διάρκεια των καταβολών, αλλά επιτρέπει στο Δικαστήριο να ορίσει τον χρόνο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού, κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να επεκτείνει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου το ανώτερο μέχρι την από μέρους του συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους της ηλικίας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το ποσό που πρέπει να καταβάλλει ο εκκαλών οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση ανέρχεται σε ποσοστό 85% επί της ...ς της αξίας, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η εκκαλουμένη που έκανε εν μέρει δεκτή την από 30-05-2011 (αριθμ. .../2011) αίτηση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε κι εφάρμοσε και τις προσκομιζόμενες αποδείξεις εκτίμησε, ενώ οι αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, όπως και η ένδικη έφεση στο σύνολό της...".
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 εδ. 3 και 4 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους από 14-6-2013 με το Ν. 4161/2013, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία παρακάμπτεται:
α) αν εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ουσιαστικού βάσιμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο το Εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση δικάζει αυτή κατ’ ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συμμορφούμενο προς την γενική αρχή της ΑΚ 2, εφαρμόζει το νέο νόμο, που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης (ΑΠ 33/2008), περίπτωση, που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση, αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και β) όταν ο νομοθέτης προσδώσει στο νέο νόμο αναδρομική ισχύ, περίπτωση που δεν συντρέχει στις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Ν. 3869/2010, διότι αναδρομική ισχύ δόθηκε μόνο στην περίπτωση του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ενώ κατά ρητή επιταγή αυτού με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 4161/2013 ορίζεται ότι για τις εκκρεμείς αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία, που ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος αυτός.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρείς (3) λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει ν’ απορριφθούν, όπως και όλοι οι λόγοι αναίρεσης, επιπρόσθετα, δε, αναφορικά με το μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι για την διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος ορίσθηκαν μηνιαίες καταβολές, που αντιστοιχούν στο 85% και όχι στο 80% της ...ς της αξίας, οι οποίες ενόψει της ηλικίας του και της παντελούς έλλειψης εισοδήματός του έπρεπε να καθοριστούν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο, ο λόγος αυτός ως προς το τμήμα αυτό είναι απαράδεκτος, διότι με την κατ’ επίφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης χωρίς να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β’ του Ν. 3869/ 2010. Τέλος, λόγω της νομικής παρασχεθείσας στον αναιρεσείοντα νομικής βοήθειας κατά τα άρθρα των Ν. 3226/2004 και Ν. 4274/ 2014 η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...16.7.2015 Ειδικού Γραμματίου του ΔΣΠ ατελώς χωρίς την κατάθεση παραβόλων, δεν διατάσσεται, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, εισαγωγή του μη καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη "... ... ....". Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15.7.2015 αίτηση για αναίρεση της 2849/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε κατά την εκουσία δικαιοδοσία.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ