Legislator Case Law & Legislation
837/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and non-retroactive application of new fee law.

Case Number 837/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding engineering fees. The appellant argued for the application of new fee regulations, but the court found the appeal procedurally flawed due to the absence of one respondent and substantively incorrect regarding the non-retroactive nature of the new law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the absent respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 533§2, 535§1, 536§§1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must proceed to the hearing despite the absence of a respondent if service was legal, and the new law governing professional fees does not apply retroactively to relationships existing before its effective date.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural defect non-retroactive law legal costs engineering fees service of process civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 226§4 of the Code of Civil Procedure
Article 576§2 of the Code of Civil Procedure
Article 573§1 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 533§2 of the Code of Civil Procedure
Article 535§1 of the Code of Civil Procedure
Article 536§§1 and 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
PlOolAP 7 and 8/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 837 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 837/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. συζ. Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκαταστάτου του μέλους του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ζηβοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις. 2. Θ. Δ., κατοίκου ..., παρεμβαίνοντος υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και φερόμενου δικαιούχου της υπό δίκην αμοιβής, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2005 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1014/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2014 αίτησή της και τους από 12-11-2014 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 4-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των επ’ αυτής προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την με αριθ..../10-9-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Ι. Ε., στον 2ο αναιρεσίβλητο είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου της 16-12-2014 και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο, απόντος αυτού, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Επομένως, εφόσον ο ως άνω αναιρεσίβλητος και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστη καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ.226§4, 576§2, 573§1 ΚΠολΔ), ενώ σε αμφότερους τους αναιρεσίβλητους έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και αντίγραφο των από 12-11-2014 προσθέτων λόγων αναίρεσης ((βλ. με αριθ..../14-11-20114 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Π.).

ΙΙ. Κατά τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 193/2012). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012, 739/2011).

Ειδικότερα, ως προς το αποδεικτικό μέσο της εξώδικης ομολογίας, όπως είναι αυτή που απευθύνεται σε άλλο δικαστήριο απ’ αυτό που δικάζει ή περιέχεται σε έγγραφο που εκδίδεται από διάδικο και εκτιμάται ελεύθερα (άρθ.352§2 και 353 ΚΠολΔ), η συναγωγή ή μη από το δικαστήριο της ουσίας εξώδικης ομολογίας από έγγραφο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), αν από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1462/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται, ότι το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος με αντικείμενο αξιώσεις του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και απ’ αυτό υποκαθισταμένου ως μέλους του δευτέρου αναιρεσιβλήτου από σύμβαση επίβλεψης κλπ.

οικοδομής της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα από 27-9-2000 επιστολή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου προς αυτήν και την εκεί περιεχομένη εξώδικη ομολογία για την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος πρώτου αναιρεσιβλήτου (ενν.

άρνηση της αγωγής), κατά την οποία ο υποκαθιστάμενος μηχανικός (δεύτερος αναιρεσίβλητος) συμβλήθηκε με αυτήν ως απλός εργολάβος και όχι ως επιβλέπων μηχανικός και απέρριψε συνακόλουθα τον συναφή πρώτο λόγο της έφεσής της, ειδικότερα δε, κατά την αναιρεσείουσα, η εξώδικη αυτή ομολογία συνάγεται από το απόσπασμα της επιστολής αυτής "Σημειωτέον, επειδή έχω αναλάβει το έργο σας με ποσοστό επίβλεψης 10%, είμαι υποχρεωμένος για λόγους φορολογικούς, όλα τα τιμολόγια θα κοπούν στο όνομά μου και εγώ θα σας παραδώσω με δική μου απόδειξη Δ.Π Υπηρεσιών και θα επιβαρυνθείτε όλου του ποσού του ΦΠΑ, όπως ο νόμος ορίζει, στο συνολικό κόστος κατασκευής".

Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη 1014/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών βεβαίωση ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων, τις εκεί μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση, είναι βέβαιον ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε και το ως άνω έγγραφο, από το οποίο φέρεται, κατά την αναιρεσείουσα, ως απορρέουσα η ως άνω εξώδικη ομολογία, μη συναγομένη, πάντως, κατά την εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από το προαναφερθέν περιεχόμενό του.

ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής-ΑΠ 253/2010), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 349/2014).

Παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 225/2014, 944/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ’ όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ’ αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (Β) Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και επιβλέποντας τις οικοδομικές εργασίες (Α.Κ.681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (Α.Κ.694), που δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερη από τη νόμιμη.

Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, δικαιούται τη νόμιμη που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε. Την αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 1 ΠΔ 48/1994, δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του β.δ. της 30/31.5.1956 και του άρθρου 2§2 του ΠΔ 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 92§1 του ανωτέρω ΠΔ 696/1974, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 του ΠΔ 515/1989, η αμοιβή επίβλεψης των κτιριακών έργων (αρχιτεκτονικών, φέρουσας κατασκευής και εγκαταστάσεων), χωρίς την σύνταξη επιμέτρησης, ορίζεται σε ποσοστό της πραγματοποιηθείσας δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών, με βάση τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 μαθηματικό τύπο, στον οποίο θα αναγραφούν, αντί του προϋπολογισμού, η πραγματοποιηθείσα δαπάνη και αντί των συντελεστών του άρθρου 83§1 οι συντελεστές του άνω άρθρου 92§1.

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως στην αμοιβή επίβλεψης και οι διατάξεις των παραγράφων 3, 10 και 11 του άρθρου 83 (άρθ. 95§10) και συνεπώς η αμοιβή για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών κτιριακών έργων θα υπολογισθεί επί της πραγματοποιηθείσας συνολικής δαπάνης που περιλαμβάνει τις δαπάνες της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, αλλά με βάση τις αμοιβές που αναλογούν στην κατηγορία που κατατάσσονται οι αντίστοιχες επί μέρους μελέτες.

Στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία αξιώνεται η αμοιβή για την επίβλεψη κτιριακών έργων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118, 216 και 680 του Κ.Πολ.Δ. να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση της αγωγής και την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι η κατάρτιση της σύμβασης, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε στον ενάγοντα μηχανικό (επίβλεψη), η παράδοση του τελευταίου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που από το νόμο προκύπτει, και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του και εφόσον πρόκειται για περισσότερες εργασίες ή έργα που αμείβονται με διαφορετικό τρόπο το καθένα, να παρατίθεται πίνακας των επιμέρους εργασιών ή έργων με την αμοιβή που δικαιούται για κάθε εργασία ή έργο και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και να γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής (ΑΠ 1415/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση : (1) Με την ένδικη από 19-12-2005 αγωγή του (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μέλους αυτού δευτέρου αυτών, διπλωματούχου αρχιτέκτονα-μηχανικού, εξέθεσε, ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, προκειμένου να προβεί στην ανέγερση διώροφης οικοδομής στην ...

ανέθεσε την 15-5-2000 στο μέλος αυτού, και τώρα δεύτερο αναιρεσίβλητο, Θ. Δ., διπλωματούχο αρχιτέκτονα-μηχανικό, και μελετητή του ως άνω έργου την επίβλεψη με αυτεπιστασία των αρχιτεκτονικών εργασιών, στατικών, παθητικής πυροπροστασίας, θερμομόνωσης και εργασιών διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου, ότι μετά την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας τον Ιούνιο του 2000 ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες και ο ως άνω υποκαθιστάμενος μηχανικός Θ.

Δ. σε εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων προέβη στην άσκηση της αναγκαίας επίβλεψης του έργου, κατά τα συμφωνηθέντα με την εναγομένη, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, ακολουθώντας τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, εκπληρώσας στο ακέραιο τις συμβατικές του υποχρεώσεις, έχοντας επιβλέψει τις ανατεθείσες εργασίες, με παρακολούθηση επί τόπου των συνεργείων ως προς την εφαρμογή και υλοποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων της μελέτης και την επίλυση όσων προβλημάτων προέκυπταν κατά την κατασκευή και εξυπηρετώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της εναγομένης, από την έναρξη των εργασιών του έργου μέχρι τον Απρίλιο του 2003 που η εναγομένη παρέλαβε το έργο, ότι κατά τα τέλη του ως άνω μήνα ο υποκαθιστάμενος αρχιτέκτων διαπίστωσε ότι η εγκεκριμένη μελέτη της 1731/2001 αναθεώρησης της 583/2000 αδείας δεν εφαρμοζόταν κατά την κατασκευή σε ορισμένα τμήματα του παραπάνω έργου, παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις και συστάσεις του προς την εναγομένη, ότι για τον λόγο αυτόν ο ανωτέρω αναγκάσθηκε, με αίτησή του την 24-4-2003 προς την Πολεοδομία Αθηνών, να υποβάλει την παραίτησή του από την ιδιότητα του επιβλέποντος, διενεργηθείσης δε αυτοψίας από τα αρμόδια όργανα διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών στην ως άνω οικοδομή, ότι δεδομένου δεν καθόρισε κρατική υπηρεσία την αμοιβή που δικαιούται ο μηχανικός αυτός για την εκτέλεση του ανατεθέντος σ’ αυτόν έργου η νόμιμη ελάχιστη αμοιβή του για επίβλεψη αρχιτεκτονικών εργασιών, στατικών εργασιών, παθητικής πυροπροστασίας, θερμομόνωσης και διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του άρθ.1§4 του β.δ.

από 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει" και του π.δ.696/1974, όπως τροποποιηθέν ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με βάση την προϋπολογισθείσα και πραγματοποιηθείσα δαπάνη του έργου, την κατηγορία αυτού και τα λοιπά στοιχεία ανέρχεται, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή κατά κατηγορίες εργασιών του εκτελεσθέντος έργου και κατ’ εφαρμογή των προβλεπομένων από τις οικείες διατάξεις για τις αντίστοιχες κατηγορίες εργασιών μαθηματικών τύπων, στα παρατιθέμενα εκεί λεπτομερώς επιμέρους ποσά και στο συνολικό ποσό των 62.467,43€, τελικά δε, μετ’ αφαίρεση του καταβληθέντος από την εναγομένη ποσού 8.894€, στο ποσό των 53.573,43€, το οποίο η εναγομένη αρνείται να καταβάλει και το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ’ αυτό, με την παραπάνω ιδιότητά του, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ και με το νόμιμο τόκο κλπ.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδεμία αοριστία πάσχει και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από το άρθ.559 αριθ.14 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος κύριος λόγος κατά το α’ σκέλος του από τον αριθ.1 του αυτού άρθρου, κατά τον οποίο το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμον "προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος" (2) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ’ από την άσκηση κατά της πρωτόδικης απόφασης-που δέχθηκε ενμέρει την αγωγή- εφέσεων και προσθέτων λόγων έφεσης από αμφοτέρους τους διαδίκους, με την προσβαλλομένη 1014/2014 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο υποκαθιστάμενος από το ενάγον (1ο αναιρεσίβλητο) Θ.

Δ., 2ος αναιρεσίβλητος, είναι διπλωματούχος αρχιτέκτων-μηχανικός, μέλος του ενάγοντος, η δε εναγομένη, κυρία ακινήτου στη ..., προτιθεμένη να ανεγείρει σ’ αυτό διώροφη οικοδομή με υπόγειο, στέγη και δώμα, ανέθεσε περί τα τέλη του 1999 στον ως άνω αρχιτέκτονα-μηχανικό την εκπόνηση των σχετικών μελετών και την έκδοση της απαραίτητης οικοδομικής αδείας, ότι πράγματι με μελέτες και φροντίδα του 2ου αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε την 15-5-2000 η με αριθ…. /2000 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ...

την ίδια δε ημέρα ο ως άνω μηχανικός απέστειλε στην εναγομένη την με ίδια ημερομηνία έγγραφη πρότασή του για την ανάληψη απ’ αυτόν της επίβλεψης του οικοδομικού έργου, όσον αφορά τις εργασίες εκσκαφής και τις εργασίες χωματουργικών, σκυροδεμάτων και οπτοπλινθοδομών, με σχετικό χρονοδιάγραμμα εργασιών και με αμοιβή 12% επί του συνολικού κόστους των ως άνω εργασιών, η δαπάνη των οποίων προεκτιμήθηκε σε 37.500.000 δρχ.

περίπου, με σχετική σημείωση ότι λόγω της ανόδου των τιμών του δολαρίου και των καυσίμων επέρχεται και αντίστοιχη αύξηση των τιμών των οικοδομικών υλικών, με συνέπεια την ενδεχομένη διαφοροποίηση μελλοντικά του προϋπολογισθέντος κόστους των εργασιών, ότι ειδικότερα ο μηχανικός πρότεινε στην εναγομένη ν’ αναλάβει τον πλήρη και συνεχή έλεγχο των προαναφερθεισών οικοδομικών εργασιών, ώστε αυτές να γίνουν σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της τεχνικής, υποσχόμενος ότι στην οικοδομή, εκτός από την δική του συνεχή επιστασία, θα υπάρχει έμπειρος εργοδηγός, της απόλυτης εμπιστοσύνης του, αμειβόμενος από τον ίδιο, ενώ η εναγομένη με το από 5-6-2000 έγγραφό της αντιπρότεινε το ποσοστό αμοιβής του ν’ ανέλθει σε 10%, δηλώνοντας ότι συμφωνεί κατά τα λοιπά, ο δε υποκαθιστάμενος συμφώνησε με την αντιπρόταση αυτή και έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ τους η σχετική σύμβαση, με την οποία αυτός ανέλαβε την επίβλεψη των ως άνω εργασιών στην οικοδομή της εναγομένης, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο υποκαθιστάμενος επέβλεψε πράγματι το ανωτέρω έργο που εκτελείτο με αυτεπιστασία, καθώς δεν είχε ανατεθεί τούτο από την εναγομένη σε γενικό ή κατ’ είδος εργασιών εργολάβους και συγκεκριμένα επέβλεψε τις εργασίες εκσκαφών-χωματουργικών, σκυροδεμάτων και τοιχοποιΐας (οπτοπλινθοδομών) και περαιτέρω, με νεώτερη μεταξύ τους προφορική συμφωνία, μετά από διαφωνίες που ανέκυψαν μεταξύ της εναγομένης και του τεχνίτη Κ., που είχε αναλάβει τα επιχρίσματα, επέβλεψε και τις εργασίες αυτών, για τις οποίες συνέταξε σχετική επιμέτρηση, μετά δε το στάδιο των επιχρισμάτων, τα οποία είχαν ολοκληρωθεί στο τέλος Μαΐου 2001 ο υποκαθιστάμενος δεν άσκησε πλέον επίβλεψη στο έργο, το οποίο επέβλεπε ο σύζυγος της εναγομένης, ούτε εξάλλου συμφωνήθηκε μεταξύ τους η επίβλεψη και των λοιπών σταδίων κατασκευής της οικοδομής, ότι όσον μεν αφορά τα αρχιτεκτονικά το συγκεκριμένο έργο κατατάσσεται στην κατηγορία

ΙΙΙ, ενώ ως προς τα στατικά στην κατηγορία IV, οι δε πραγματοποιηθείσες δαπάνες για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν με την επίβλεψη του υποκαθισταμένου είναι (α) εκσκαφές θεμελίων γαιώδεις (1.050m3?7,7€=) 8.085€ (β) επιχώσεις πάσης φύσεως με χέρια (320m3?3€=) 960€ (γ) οπλισμένο σκυρόδεμα (Β 300) (520m3?185=) 96.200€ (δ)ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα με πλέγμα (40m3?75€=) 3.000€ (ε) ελαφρό μπετόν πάσης φύσεως (48m3?70€=) 3360€ (στ) επιφάνειες εμφανούς σκυροδέματος (220m3?18€=) 3960€ (ζ) σενάζ δρομικά (800μμ?4€=) 3200€ (η) πλινθοδομές δρομικές (1900m2?9=) 17.100 (θ) πλινθοδομές μπατικές (100μ2?12€=) 1200€ (ι) ασβεστοτσιμεντοκονιάματα τριπτά (4.800m2?6€=) 28.800€, συνολικά δε οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες ανήλθαν σε 165.865€, εκ των οποίων ποσό 109.720€ αφορά τις εργασίες σκυροδεμάτων (στατικά), ότι με βάση τα παραπάνω η νόμιμη αμοιβή του υποκαθισταμένου μηχανικού για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών εργασιών ανέρχεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθ.2 του ΠΔ 696/1974 σε 6.236,52€, κατά τους εκεί αναλυτικούς υπολογισμούς, και κατόπιν τετραπλασιασμού λόγω αυτεπιστασίας σε 24.946,08€, επειδή, όμως, το τελικά προκύπτον ποσοστό της αμοιβής επίβλεψης επί της αξίας του έργου δεν δύναται να υπερβαίνει, κατ’ αρθ.95§8 ΠΔ. 696/1974, το 10%, η νόμιμη αμοιβή αυτού ανέρχεται για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών εργασιών σε 16.586,5€, ότι όσον αφορά την επίβλεψη των στατικών εργασιών η νόμιμη αμοιβή του μηχανικού ανέρχεται, σύμφωνα με τον ίδιο τύπο, σε 5.661,55€ και κατόπιν τετραπλασιασμού λόγω αυτεπιστασίας σε 22.646,2€, πλην, όμως, λόγω του περιορισμού που τίθεται με το άρθ.95§8 ΠΔ 696/1974 η νόμιμη αμοιβή του για την επίβλεψη των στατικών εργασιών ανέρχεται σε 10.972€ και συνολικά, καταρχήν, σε 27.558,5€, τελικά δε μετ’ αφαίρεση των προκαταβληθέντων ποσών 8.894 και 3.655,94€ σε 15.008,56€, ενώ ο επ’ αυτού ΦΠΑ σε 2.851,63€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον ΤΕΕ το ποσό των 17.860,19€ με το νόμιμο τόκο κλπ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο (1) και ειδικότερα χαρακτηρίζοντας την μεταξύ αναιρεσείουσας και υποκαθισταμένου μηχανικού (2ου αναιρεσιβλήτου) έννομη σχέση ως σύμβαση "επιβλέψεως μετ’ αυτεπιστασίας" ουδόλως παραβίασε ευθέως, αλλ’ ούτε και εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (α) δεύτερος κύριος κατά το α’ σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ για εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης (β) τέταρτος κύριος από την ίδια διάταξη, ότι ειδικά ως προς την αρχιτεκτονική επίβλεψη έπρεπε να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθ.1§1 περ.

α’ ΠΔ 242/1984 (που ορίζει ότι "Για τα έργα για τα οποία απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, η πρώτη δόση κατατίθεται κατά την περάτωση του φέροντος οργανισμού του κτιρίου και του οργανισμού πληρώσεως και περιλαμβάνει το σύνολο της αμοιβής επίβλεψης των στατικών εργασιών και της θερμομόνωσης και το μισό της αμοιβής επίβλεψης των αρχιτεκτονικών εργασιών.

Η δεύτερη δόση κατατίθεται όταν περατωθούν όλες οι εργασίες δομήσεως και περιλαμβάνει το υπόλοιπο της αμοιβής επίβλεψης των αρχιτεκτονικών εργασιών και το σύνολο της αμοιβής επίβλεψης των ηλεκτρικών, μηχανολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων") και να επιδικασθεί το 1/2 της αμοιβής, ενώ, εξάλλου, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η επιδικασθείσα αφορά σε εργασίες που πράγματι εκτελέσθηκαν με την επίβλεψη του υποκαθισταμένου μηχανικού και (γ) δεύτερος πρόσθετος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθ.1 και 19, αντίστοιχα, του ίδιου άρθρου, ενώ εξάλλου δεν διεπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων, ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ, και κατά συνέπια πρέπει ν’ απορριφθεί ο αυτός δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το β’ σκέλος του από τον αριθ.1 της ίδιας διάταξης, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της μη προσφυγής στους κανόνες αυτούς, τέλος δε ορθώς δεν εφάρμοσε την "εξισορροπητική μεταξύ παροχής και αντιπαροχής διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού στην προκειμένη περίπτωση επιδικάσθηκαν αξιώσεις με βάση τη νόμιμη (ελάχιστη) αμοιβή και κατά συνέπεια κρίνεται απορριπτέος ο αυτός δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης και κατά το με στοιχ.

γ’ σκέλος του από τον αριθ.1 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠλΔ (2) ουδόλως έλαβε υπόψη μη προταθέντα με την αγωγή "πράγματα" και δη πραγματοποιηθείσα δαπάνη των εργασιών του επιδίκου έργου και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 533§2, 535§1 και 536§§1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ’ ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (ΠλΟλΑΠ 7 και 8/2011).

Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (με την οποία, σημειώνεται, η αγωγή είχε επίσης κριθεί νόμιμη και είχε γίνει ενμέρει δεκτή) όφειλε να εφαρμόσει το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασής του και δη τις διατάξεις των άρθ.7§§1,3 και 5 ν.3919/2011, 1 του ΠΔ 696/1974 και 59 του ν.δ.

από 17.7/16.8.1923, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθ.7§§8 και 10 ν.3919/2011, με τις οποίες, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, καθορίζεται διαφορετικός τρόπος αμοιβής των μηχανικών για επίβλεψη κλπ. οικοδομικών έργων, πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι ο ν. 3919/2011, με τον οποίο επήλθαν οι συναφείς αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών των μηχανικών, άρχισε να ισχύει κατ’ άρθ.10 αυτού 4 μήνες μετά από την δημοσίευσή του την 2-3-2011 (ΦΕΚ Α’ 32), δεν έχει αναδρομική ισχύ, αλλά και δεν καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2014 αίτηση της Μ. Δ. και τους επ’ αυτής από 12-11-2014 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1014/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ