Supreme Court reversed lower court for awarding excessive cash compensation instead of physical division of co-owned property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Patras Court of Appeal's decision regarding the division of co-owned real estate. The lower court ordered the defendant to pay a cash sum exceeding the value of the physical portion awarded to the appellant to equalize the total value. The court found this violated the mandatory rule requiring the actual division of the property when feasible, as the cash payment effectively bypassed the physical partition.
Legislator headnote
AI generatedArt. 481 no. 2 C.Pol.D.; Art. 559 no. 1 C.Pol.D.: When the actual division of co-owned real estate is possible, ordering a cash payment to equalize value violates the substantive law requirement for physical division and constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 837 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 837/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναστασόπουλο.
Των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 και 6) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-1999 αγωγή και με την από 6-12-1999 προσεπίκληση των δύο πρώτων εκ των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2000 προδικαστική, 14/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 752/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-12-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1070/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 6-9-2005 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 17-3-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος του καλούντος-αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παριστάμενων καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως Α) υπ' αριθμ. 5974/17-3-2005, 5971/17-3-2005, 5973/17-3-2005 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λευκάδας ... και 501β/16-3-2005 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και Β) υπ' αριθμ. 3367/30-9-2005, 3364/30-9-2005, 3365/30-9-2005 και 3366/30-9-2005 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδας ..., σε καθένα από τους 3ο (Χ3), 4η (Χ4, 5η (Χ5) και 6η (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.) αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσής της και επίσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο του δικογράφου της από 6-9-2005 κλήσης του αναιρεσείοντος προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 478 του ΚΠολΔ, όταν υπάρχει κοινωνία η αγωγή για διανομή απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 του ΑΚ, 479, 480 παρ. 3, 480Α παρ. 3, 481 αριθ. 2, 482 παρ. 1, 483 και 489 του ΚΠολΔ, η ανοιγόμενη με την αγωγή αυτή δίκη δεν είναι μόνο διαπλαστική, αλλά και διπλού χαρακτήρα σε όλη τη την πορεία της, ως προς το επίκοινο δικαίωμα. Λόγω του διπλού αυτού χαρακτήρα της, η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποιος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή.
Κάθε συγκοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών. Ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, κάθε δε εναγόμενος είναι συγχρόνως και αντίδικος του συνεναγομένου του. Η ιδιομορφία αυτή της δίκης για τη διανομή έχει ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται σ' αυτήν η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους.
Συνεπώς, αν κάποιος από τους διαδίκους ασκήσει αίτηση αναίρεσης, οφείλει να τη στρέψει εναντίον όλων των διαδίκων κοινωνών, είτε αυτοί ήταν τυπικώς αντίδικοί του είτε ήταν ομόδικοί του, αφού και οι τελευταίοι, εξαιτίας του διπλού χαρακτήρα της δίκης για τη διανομή, έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα του αντιδίκου του και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
β΄ του ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη και δεν κηρύσσεται απλώς απαράδεκτη η συζήτησή της, αφού δεν αρκεί μόνη η κλήτευσή τους στη δίκη (ολΑΠ 321/1983). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ένδικου μέσου, εάν γίνει από τον ένα από τους αναγκαίους ομοδίκους, δεν επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς ομόδικούς του, σε περίπτωση δε υποχρεωτικής κοινής νομιμοποίησης, ούτε και για εκείνον που παραιτήθηκε, αλλά απαιτείται για την εγκυρότητα αυτής η σύμπραξη όλων των αναγκαίων ομοδίκων.
Ο σκοπός της διατήρησης της δικονομικής ενότητας που υφίσταται μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων, στον οποίο αποβλέπει η ρύθμιση αυτή, επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι ούτε ο αντίδικος των αναγκαίων ομοδίκων, στην περίπτωση της υποχρεωτικής κατά νόμο κοινής νομιμοποίησης αυτών, μπορεί να παραιτηθεί από την αγωγή ή το ένδικο μέσο μόνο ως προς ορισμένους από τους αντιδίκους του.
Συνεπώς και στη δίκη διανομής, εάν μόνο ένας από τους συγκοινωνούς διαδίκους άσκησε αίτηση αναίρεσης, την οποία υποχρεωτικά έστρεψε κατά όλων των υπόλοιπων συγκοινωνών διαδίκων, είτε αυτοί ήταν τυπικά ομόδικοί του είτε αντίδικοί του, δεν μπορεί αυτός να παραιτηθεί από το δικόγραφό της μόνο ως προς ορισμένους από τους αναιρεσιβλήτους.
Η παραίτηση αυτή δεν παράγει αποτελέσματα για κανένα διάδικο. Είναι δηλαδή εξ ολοκλήρου άκυρη, ως διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, με συνέπεια να εξακολουθεί να υφίσταται η αίτηση αναίρεσης έναντι όλων των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων είχε απευθυνθεί και να μην είναι η τελευταία απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως θα συνέβαινε εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η μερική αυτή παραίτηση είναι ισχυρή μόνο ως προς τους αναιρεσιβλήτους για τους οποίους έγινε η ανάκληση της αίτησης αναίρεσης και ότι εξακολουθεί να υφίσταται, ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη, η αίτηση αναίρεσης μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους δεν έγινε παραίτηση από το δικόγραφό της, ως προς μερικούς δηλαδή από τους συγκοινωνούς διαδίκους και όχι ως προς όλους ως προς τους οποίους υποχρεωτικά κατά νόμο πρέπει να στρέφεται η αίτηση αναίρεσης για να είναι παραδεκτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η δίκη ανοίχθηκε με την από 21-7-1999 αγωγή των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (Χ1 και Χ2) κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ζ και κατά των τρίτης, τετάρτου και πέμπτης (Χ5, Χ3 και Χ4) αναιρεσιβλήτων, για διανομή επίκοινου ακινήτου.
Στη σχετική δίκη είχε προσεπικληθεί να συμμετάσχει, ως ενυπόθηκη δανείστρια, και η έκτη αναιρεσίβλητη (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ). Για την υπόθεση εκδόθηκε η 752/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και διατάχθηκε η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου.
Ο αναιρεσείων, με την από 5-12-2003 αίτησή του, την οποία έστρεψε κατά όλων των υπόλοιπων συγκοινωνών διαδίκων και κατά της καθ' ης η προσεπίκληση, ζήτησε την αναίρεση της εφετειακής αυτής απόφασης. Πριν όμως από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, στη δικάσιμο της 6-4-2005, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αυτής αναίρεσης, ως προς τους συγκοινωνούς αναιρεσιβλήτους Χ5, Χ3 και Χ4, καθώς και ως προς την αναιρεσίβλητη που είχε προσεπικληθεί στη δίκη στο δικαστήριο της ουσίας, Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, του πληρεξούσιού του δικηγόρου Παναγιώτη Αναστασοπούλου, στον οποίο είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, με το 8231/17-2005 πληρεξούσιο έγγραφο του συμβολαιογράφου Λευκάδας Σπύρου Αρβανίτη.
Η παραίτηση αυτή, ως προς ορισμένους μόνο από τους κοινωνούς διαδίκους, κατά των οποίων είχε στραφεί υποχρεωτικά η αίτηση αναίρεσης, όπως απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον πρόκειται για αγωγή διανομής επίκοινου πράγματος, είναι άκυρη και συνεπώς δεν επέφερε αποτελέσματα ούτε ως προς τους κοινωνούς διαδίκους, σε σχέση με τους οποίους αυτή έγινε.
Λόγω όμως μη κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων αυτών, αλλά και της καθ΄ ης είχε ασκηθεί η προσεπίκληση, η οποία επιβάλλεται να καλείται στη συζήτηση, χωρίς να είναι αναγκαίο να στρέφεται και κατ' αυτής η αίτηση αναίρεσης (ολΑΠ 20/1995), κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους, κατά την προηγούμενη αυτή δικάσιμο, με την 1070/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Ήδη, με την από 6-9-2005 κλήση του αναιρεσείοντος, η υπόθεση φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους, δηλαδή και ως προς εκείνους ως προς τους οποίους ο αναιρεσίβλητος είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, δεν συντρέχει δε περίπτωση να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, αφού η παραίτηση από το δικόγραφό της είναι άκυρη σε σχέση προς όλους τους κοινωνούς αναιρεσιβλήτους και συνεπώς ως προς όλους, κατά των οποίων υποχρεωτικά πρέπει να στρέφεται η αίτηση αναίρεσης, εξακολουθεί η τελευταία να υφίσταται, παρά την παραίτηση αυτή.- Επειδή, κατά το άρθρο 799 του ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, σύμφωνα δε με το άρθρο 800 του ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 1 και 3, 482 παρ. 2 και 486 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών. Αν τα μέρη που σχηματίσθηκαν είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση, ώστε με αυτήν να λάβει κάθε κοινωνός ανάλογα με τη μερίδα του μέρη, εκτός αν η με την κλήρωση διανομή μπορεί να οδηγήσει σε τεμαχισμό της ιδιοκτησίας κάποιου από τους κοινωνούς ή είναι προδήλως αντίθετη προς το συμφέρον του, οπότε το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετική αίτηση, να επιδικάσει σε κάθε κοινωνό ή στις ομάδες των κοινωνών που ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα ό,τι τους αναλογεί, δηλαδή ανάλογα με τη μερίδα τους μέρη, δίχως κλήρωση.
Αν όμως τα μέρη που σχηματίσθηκαν είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με την επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους. Το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 481 αριθμ. 2 εδάφ. α΄ του ΚΠολΔ, μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών, να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό.
Η διάταξη αναφέρεται στη δυνατότητα εξίσωσης άνισων μερών, όταν η διανομή πρέπει να γίνει με το σχηματισμό ίσων μερών, ώστε κάθε κοινωνός να λάβει ανάλογα με τη μερίδα του τέτοια (ίσα) μέρη. Ωστόσο, ενόψει του σκοπού της, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της αυτούσιας διανομής, είναι αναλόγως εφαρμοστέα και στην περίπτωση που, κατά το άρθρο 486 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γίνεται επιδίκαση από το δικαστήριο άνισων μερών, αντίστοιχων προς το μέγεθος των μερίδων των κοινωνών, οπότε δεν αποκλείεται να υποχρεωθούν ορισμένοι κοινωνοί να καταβάλουν σε άλλους χρηματικό ποσό, προς εξίσωση της αξίας των άνισων μερών, όχι μεταξύ τους, αλλά προς την αξία των μερίδων των κοινωνών (ΑΠ 145/1995).
Σε κάθε περίπτωση, αυτούσια διανομή δεν μπορεί να γίνει με τη λήψη μόνο χρηματικού ποσού από κάποιο κοινωνό, παρά μόνο στις προβλεπόμενες από τα άρθρα 483 του ΚΠολΔ και 1889 του ΑΚ περιπτώσεις, της διανομής κοινής επιχείρησης και της επιδίκασης στη σύζυγο του κληρονομουμένου ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, αλλ΄ ούτε συγχωρείται, αν δεν συντρέχει τέτοια εξαιρετική περίπτωση, κάποιος κοινωνός να λάβει τη μερίδα του κυρίως σε χρήμα, αφού έτσι καταλύεται η έννοια της αυτούσιας διανομής.
Θα πρέπει συνεπώς το χρηματικό ποσό που ορίζεται να λάβει κάποιος κοινωνός να αποτελεί συμπλήρωμα απλώς του αυτούσιου μέρους του κοινού που λαμβάνει, να είναι δηλαδή σημαντικά μικρότερο από την αξία του μέρους που λαμβάνει είτε με κλήρωση είτε με απονέμηση (ΑΠ 660/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:
Το επίκοινο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, εμβαδού 22.628,47 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός ζώνης οικισμού, στη θέση "..." του Δήμου ..., σε αυτό δε υπάρχουν μία γεώτρηση, δύο αποθήκες εμβαδού 475,53 και 202,37 τ.μ, αντίστοιχα και τρεις ισόγειες οικίες, εμβαδού 42,92, 32,67 και 24,53 τ.μ, αντίστοιχα. Η συνολική του αξία ανέρχεται σε 150.321.100 δραχμές και ειδικότερα σε δραχμές 129.591.899 η αξία του εδάφους και σε δραχμές 20.729.202 η αξία των κτισμάτων.
Τούτο είχε περιέλθει εξ αδιαιρέτου στους τέσσερις εναγομένους από κληρονομία των γονέων τους, κατά ποσοστό 9,869% στον πρώτο (Χ3) και κατά ποσοστό 30,044% σε καθένα από τους υπόλοιπους τρεις (Χ4, Χ5 και Ζ), ο τελευταίος από τους οποίους επώλησε και μεταβίβασε από το μερίδιό του τα 22,532% εξ αδιαιρέτου στις δύο ενάγουσες κατ' ισομοιρία, με το 7193/1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λευκάδας Σοφίας Τσάκαλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ μετά την άσκηση της αγωγής η τρίτη εναγομένη απέκτησε και το μερίδιο του πρώτου (9,869%), με βάση την 7858/29-11-2000 κατακυρωτική έκθεση πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Λευκάδας Χαρίκλειας Γράψα, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Έτσι η συγκυριότητα των διαδίκων διαμορφώθηκε ως εξής : α) σε 22,532% για την κοινή μερίδα των εναγουσών (ήδη δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους), αξίας 33.870.350 δραχμών (150.321.100 Χ 22,532%), β) σε 30,044% για τη μερίδα της δεύτερης εναγομένης Χ4 (ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας), αξίας 45.162.471 δραχμών, γ) σε 39,913% για τη μερίδα της τρίτης εναγομένης Χ5 (ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης), αξίας 59.997.661 δραχμών και δ) σε 7,511% για τη μερίδα του τέταρτου εναγομένου Ζ (ήδη αναιρεσείοντος), αξίας 11.290.618 δραχμών.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, με τη διαίρεσή του σε άνισα μέρη, ώστε σε κάθε συγκύριο και στην ομάδα των συγκυρίων που ζήτησαν κοινή μερίδα να περιέλθει, με απονέμηση, αντίστοιχο με τη μερίδα τους μέρος. Επιδίκασε δε: α) στις ενάγουσες, για την κοινή μερίδα που αυτές ζήτησαν, το μέρος που αποτελείται από έκταση 5.098,64 τ.μ και περιέχει τρεις οικίες, εμβαδού 42,92 τ.μ, 32,67 τ.μ, και 24,53 τ.μ, αντίστοιχα, β) στην εναγομένη Χ4 το μέρος που αποτελείται από έκταση 6.797,50 τ.μέτρ.
και περιέχει δύο αποθήκες, εμβαδού 475,53 τ.μ. και 202,37 τ.μ, αντίστοιχα και μία γεώτρηση, γ) στην εναγομένη Χ5 το μέρος που αποτελείται από έκταση 9.031,70 τ.μ. και δ) στον εναγόμενο Ζ (ήδη αναιρεσείοντα) μέρος που αποτελείται από έκταση 1.699,63 τ.μέτρων. Προς εξίσωση δε της αξίας του μέρους που επιδίκασε στον τελευταίο, προς την αξία της μερίδας του, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, ανέρχεται σε 11.290.618 δραχμές (33.133 ευρώ), υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη Χ4, να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 17.608 ευρώ (6.000.000 δραχμών), δηλαδή χρηματικό ποσό που υπερβαίνει την αξία του αυτούσιου μέρους που του επιδικάστηκε, το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου ανέρχεται σε (11.290.618 - 6.000.000 =) 5.290.618 δραχμές.
Έτσι, όμως, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 481 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, αφού το χρηματικό ποσό που όρισε να λάβει ο αναιρεσείων, προς εξίσωση της αξίας του μέρους που επιδίκασε σε αυτόν προς την αξία της μερίδας συγκυριότητάς του, είναι μεγαλύτερο από την αξία του μέρους που αυτουσίως του επιδίκασε και συνεπώς κατά κύριο λόγο όρισε να λάβει σε χρήμα τη μερίδα του αυτός, γεγονός που καταλύει την έννοια της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου.
Επομένως είναι βάσιμος και κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με τον ανωτέρω τρόπο που διέταξε τη διανομή το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 481 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένους. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 752/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ