Legislator Case Law & Legislation
836/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against fraud convictions citing lack of legal grounds and factual errors.

Case Number 836/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed three appeals filed by defendants convicted of continuous fraud and moral complicity. The lower court found the defendants guilty based on forged payment receipts signed under duress by an accountant subordinate to the company owners. The court rejected the appeals because they lacked specific legal grounds and failed to challenge the factual findings or the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 510(1)(d), (e) C.P.C.; Art. 578(1) C.P.C.: Appeals against criminal judgments are inadmissible if they lack specific legal grounds, fail to challenge the factual findings, or do not demonstrate errors in the application of substantive criminal law.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility continuous fraud conviction moral complicity liability lack of legal grounds factual findings review

Cited Legislation

AI generated
Art. 510(1)(d), (e) C.P.C.
Art. 578(1) C.P.C.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Χ.-Μ. του Γ., 2) Μ. Μ. του Κ. και 3) Α. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ασπρογέρακα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 90/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1) Α. Μ. του Α., ως κληρονόμος του αποβιώσαντος Α. Μ. του Κ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμάντη και 2) Μ.-Χ. Μ. του Α., ως κληρονόμος του αποβιώσαντος Α. Μ. του Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. 9325/22-12-2023, 9327/22-12-2023 και 9326/22-12-2023, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες, τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η (πρώτη) από 22-12-2003 αίτηση αναίρεσης του Ν. Μ. - Χ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 90/15-11-2022 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου στις 4-12-2023 (με αύξοντα αριθμό 319), με την οποίαν (προσβαλλόμενη απόφαση) αυτός (δηλαδή ο πρώτος αναιρεσείων) κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να βλάψει άλλον, με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ, ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-12-2023 (αριθμός πρωτοκόλλου: 9325/22-12-2023).

Η δεύτερη αλλά και η τρίτη από 22-12-2023 αιτήσεις αναίρεσης της Μ. Μ. του Κ. και της Α. Μ. του Ι. αντιστοίχως, κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 90/2022 απόφασης του αυτού ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν κάθε μία από τις δύο αυτές αναιρεσείουσες κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να βλάψει άλλον, με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ, ασκήθηκαν νομίμως με σχετικές προς τούτο δηλώσεις του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-12-2023 (αριθμός πρωτοκόλλου: 9327 και 9326/22-12-2023 αντιστοίχως).

Με την ως άνω υπ' αριθμ. 90/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναγνωρίσθηκαν σε καθέναν από τους προαναφερθέντες (τρεις) αναιρεσείοντες οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' και ε' ΠΚ, ακολούθως επιβλήθηκε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για τρία (3) έτη.

Όλες οι παραπάνω (τρεις) αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ και επί πλέον, περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή καθενός από τους αναιρεσείοντες αλλά και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ). Επομένως, θα πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και οι τρεις ως άνω αιτήσεις και αφού συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών λόγων τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εμφανίσθηκε η Α.

Μ. του Α., η οποία παραστάθηκε για την υποστήριξη των ως άνω κατηγοριών εις βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ η Μ. - Χ. Μ. του Α., η οποία επίσης παραστάθηκε για την υποστήριξη των ως άνω κατηγοριών εις βάρος των εν λόγω κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν εμφανίσθηκε, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.

το από 12-3-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Χ. Α., ο οποίος υπηρετεί στο ΑΤ Ρόδου, που αφορά την προαναφερθείσα Μ. - Χ. Μ. αλλά και τα δύο (2) από 9-2-2024 αποδεικτικά επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Ανδριάνας Σκορδάκη, που αφορούν τον ορισθέντα από την ως άνω Μ. - Χ. Μ., αντίκλητο, Δικηγόρο Χρήστο Διαμάντη), η συζήτηση όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 1359/2022).

Οι διατάξεις εξάλλου περί πλαστογραφίας του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ενδιαφέρουσας στην κρινόμενη υπόθεση πράξης (δηλαδή στις 20 και 28-12-2005) και τα προβλεπόμενα ποσά είχαν αναπροσαρμοσθεί κατά τρόπο ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ) με το άρθρο 25 του Ν. 4055/2012, ορίζουν ότι: "1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3.

Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ...", ενώ οι αντίστοιχες διατάξεις του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 59/11.6.2019) ορίζουν ότι: "1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3.

Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή", [ήδη η παράγραφος 3 του άρθρου 216 ΠΚ έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 40 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12-11-2021) και πλέον ορίζεται ότι: "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται:

α) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή, β) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή"]. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 216 νΠΚ, που αναφέρονται τόσο στην πλημμεληματική, όσο και στη κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, είναι ευμενέστερες των προγενεστέρων διατάξεων, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλά και ως προς την απειλούμενη για το πλημμέλημα στερητική της ελευθερίας ποινή, καθόσον, α) η χρήση του εγγράφου από τον ίδιο πλαστογράφο δεν θεωρείται πλέον επιβαρυντική περίπτωση, αλλά αυτοτελής πράξη (παρ. 2), που συρρέει φαινομενικά (αναφορικά με τον τελέσαντα την πλαστογραφία), όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β) η πλημμεληματική πλαστογραφία τιμωρείται ήδη με φυλάκιση, χωρίς την πρόβλεψη ελαχίστου ορίου, αλλά συμπλεκτικά και με χρηματική ποινή, που δεν προβλεπόταν προηγουμένως (δυσμενέστερη κατά τούτο διάταξη), μόνον δε, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή (επίσης δυσμενέστερη διάταξη ως προς την απειλή και χρηματικής ποινής, που δεν προβλεπόταν υπό τον προϊσχύσαντα μέχρι 30-6-2019 ΠΚ), ενώ στην κακουργηματική μορφή αυτής είναι ευμενέστερες, αφού δεν προβλέπεται πλέον κακουργηματική πλαστογραφία, λόγω της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης και η μόνη μορφή της κακουργηματικής πλαστογραφίας που προβλέπεται στηρίζεται στο ποσοτικό κριτήριο, δηλαδή όταν η ζημία που προκλήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), που όμως είναι ήδη δυσμενέστερη της προγενέστερης από πλευράς ποινής, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, καθόσον τιμωρείται πλέον με κάθειρξη έως δέκα έτη και με χρηματική ποινή (ΑΠ 787/2022, ΑΠ 1061/2020).

Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, που είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς, η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου και υποκειμενικώς, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη.

Επί πλέον, απαιτείται και σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Οι ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €).

Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη, ενώ με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεπε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.

Περί των ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού, ενώ με τη (συστηματική) ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 814/2022, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 1107/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 46 παρ. 1α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) Πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε, αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε, δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 8930/2023, ΑΠ 354/2021).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του τελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό.

Από αυτά παρέπεται ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 926/2020, ΑΠ 568/2020).

Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1038/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.

Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 253/2021). Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).

Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 27/2023, ΑΠ 692/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.(ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 457/2022).

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 1066/2023, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 653/2023).

Στην κρινομένη υπόθεση το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, δηλαδή κατά το μέρος που αφορά τους εν λόγω τρεις αναιρεσείοντες, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, από την απολογία κάθε κατηγορουμένου (εννοείται ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσειόντων, δηλαδή ο Ν.

Χ. - Μ. του Γ. και η Α. Μ. του Ι.) και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, προέκυψαν τα ακόλουθα: Η εταιρία με την επωνυμία "...", με αντικείμενο την εκμετάλλευση των ξενοδοχείων "..." και "..." και έδρα στη θέση ... συστάθηκε το έτος 1979, με κύριους πρωτεργάτες τους αδελφούς Μ.

και τα μέλη των οικογενειών τους, σε ιδιόκτητη έκταση στη θέση ... Στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας συμμετείχαν τα μέλη των οικογενειών καθενός αδελφού, με φροντίδα ώστε σε κάθε ευρεία οικογένεια να αντιστοιχεί το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα του έτους 2005, Πρόεδρος του εξαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου (διετούς θητείας) της εταιρίας, ήταν η Μ.

Π. Χ. Μ., Αντιπρόεδρος ο Α. Μ. (εγκαλών), λοιπά μέλη οι Κ. Μ., Π. Χ., Ά. Μ. και ο Ι. Μ. (βλ. το ΦΕΚ-10089/22-9-2005 ΤΑΕ-ΕΠΕ). Ο τελευταίος, αδελφός του εγκαλούντα, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, με δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρίας ατομικά ή δύο μέλη του ανωτέρω Διοικητικού Συμβουλίου διά μόνης της υπογραφής τους.

Κατά το προηγούμενο έτος 2004 η σύνθεση και οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας ήταν ίδιες με μόνη διαφορά στη διάρκεια της θητείας του, ή οποία ήταν ενός (1) έτους (βλ. ΦΕΚ-10827/30-8-2024 ΤΑΕ-ΕΠΕ). Μέχρι το έτος 2005 οι σχέσεις των συνεταίρων υπήρξαν αρμονικές. Οι ενδοεταιρικές σχέσεις διερράγησαν το Σεπτέμβριο του 2008, με αφορμή τη μεταβίβαση των μετοχών της Μ.

Π. Χ. Μ. στον, επίσης μέτοχο, Ι. Μ., με αποτέλεσμα να αλλάξουν άρδην τα ποσοστά συμμετοχής των μετόχων στο εταιρικό κεφάλαιο και ο Ι. Μ. να αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρίας, με ποσοστό 2/3 έναντι 1/3 του Α. Μ. Έκτοτε, άρχισε μια έντονη δικαστική διαμάχη, με κάθε ευκαιρία και για οποιοδήποτε λόγο, μεταξύ των μετόχων της εταιρίας ενώπιον τόσο των πολιτικών όσο και των ποινικών Δικαστηρίων, αφού διότι δημιουργήθηκαν υπόνοιες στον εγκαλούντα για ζημιογόνο σε βάρος της εταιρίας και του ιδίου δραστηριότητα των συνεταίρων του.

Στο πλαίσιο άλλης μεταξύ τους αντιδικίας, ο Α. Μ., ως πολιτικώς ενάγων, ανέθεσε στην ορκωτή λογίστρια Μ. Χ. τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και, μόνον τότε, μετά τη σύνταξη της "Έκθεσης Τεχνικού Συμβούλου" έλαβε γνώση ότι στα βιβλία της εταιρίας υπήρξε εγγραφή εκροής, συνολικού ποσού εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ και εγγραφή απόδοσης του στους βασικούς μετόχους της και συγκεκριμένα ποσό διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ προς έκαστο των Ι.

Μ., Μ. Μ. και προς τον ίδιο, για τα οποία έχει εγγραφεί στα βιβλία της εταιρίας, ότι έχουν αποδοθεί σε μετρητά μέσω του ταμείου της εταιρίας τους. Ειδικότερα, καταχωρήθηκαν στο βιβλίο ταμείου της ανώνυμης εταιρίας έτους 2005 επιστροφές, σε μετρητά, από το ταμείο της προς τους συνεταίρους συνολικού ποσού 600.000 ευρώ, με αναφερόμενη, αιτιολογία στο καθολικό βιβλίο της ανώνυμης εταιρίας "ΑΠΟΔΟΣΗ ΛΟΓ/ΣΜΟΥ" και μοναδικό αποδεικτικό παραστατικό έγγραφο έξι (6) απλές (μη θεωρημένες) αποδείξεις, όχι από τα θεωρημένα στοιχεία που χρησιμοποιούσε η εταιρία για τις συναλλαγές της και χωρίς να συνοδεύονται ή έστω να γίνεται αναφορά, σε τραπεζικό παραστατικό που να αποδεικνύει την εκροή από το λογαριασμό.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Χ.-Μ., λογιστής της ανώνυμης εταιρίας, κατασκεύασε έξι (6) αποδείξεις πληρωμής ποσού 100.000 ευρώ η κάθε μία και ειδικότερα: α) στις 20-12-2005 και στις 28-12-2005 κατασκεύασε δύο (2) αποδείξεις πληρωμής, ποσού 100.000 ευρώ η κάθε μία, στο όνομα του (εγκαλούντος) Α. Μ. με την αιτιολογία "απόδοση λογ/μού, Κωδ.43.00.00.001", ποσού 100.000 ευρώ έκαστη, β) στις 18-12-2005 μία (1) απόδειξη πληρωμής στο όνομα του δεύτερου κατηγορουμένου Ι.

Μ. με την ίδια, ως άνω, αιτιολογία και με "Κωδ.43.00.00.000", γ) στις 16-12-2005 μία (1) απόδειξη πληρωμής στο όνομα της θυγατέρας του Ι. Μ., τέταρτης κατηγορουμένης Α. Μ., με την ίδια ως άνω αιτιολογία και με "Κωδ.43.00.00.000" ποσού 100.000 ευρώ και δ) στις 15-12-2005 και 22-12-2005 δύο (2) αποδείξεις πληρωμής στο όνομα της τρίτης κατηγορουμένης Μ., χήρας Π., Χ.

με την ίδια αιτιολογία και με "Κωδ.43.00.00.000". Ο αναφερόμενος στις αποδείξεις αυτές, κωδικός 43.00.00.000, χρησιμοποιούνταν στην παρακολούθηση του ταμείου της εταιρίας, για την καταγραφή χρηματικών ποσών, που φέρονται ότι κατέθεταν οι μέτοχοι για την κάλυψη, μελλοντικών αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου, γεγονός που δεν αμφισβητείται.

Από την επισκόπηση των επίμαχων αποδείξεων (αναγνωστέα έγγραφα με τους αριθμούς 2-7 παρατηρείται ότι δεν υπάρχει υπογραφή στην ένδειξη "ΠΛΗΡΩΣΕ Ο", όπου θα έπρεπε να έχει υπογράψει το εξουσιοδοτημένο από την εταιρία για τις πληρωμές πρόσωπο (ο ταμίας ή ο προϊστάμενος του λογιστηρίου, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος).

Αντιθέτως, σε όλες τις αποδείξεις ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Χ.- Μ., έθεσε μονογραφή κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο" κατ' απομίμηση των υπογραφών των εταίρων (Α. Μ., Ι. Μ., Α. Μ. και Μ. χήρας Π. Χ.), χωρίς την εντολή και την συναίνεση του εγκαλούντος, αλλά εν γνώσει και με την συναίνεση των λοιπών εταίρων, όσον αφορά στις δικές τους αποδείξεις.

Κατά τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων, στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας στις 24-9-2005, ο εγκαλών, Α. Μ., έδωσε προφορική εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο, όπως και οι ίδιοι, οι λοιποί κατηγορούμενοι, να καταρτίσει τις ανωτέρω έξι (6) "αποδείξεις πληρωμής" ποσού 100.000 ευρώ η κάθε μία. Κατά τον ίδιο ισχυρισμό, ο λόγος έκδοσης αυτών των αποδείξεων ήταν, ενόψει κλεισίματος της οικονομικής χρήσης του έτους 2005, να γίνει η συγκεκριμένη λογιστική εγγραφή στα βιβλία της εταιρίας, εκροής μετρητών ποσού 600.000 ευρώ, ώστε να καλυφθούν αδήλωτες δαπάνες μισθοδοσίας των ετών 2004 και 2005, με τελικό σκοπό να αποφύγει η εταιρία ενδεχόμενη εμπλοκή της σε δίωξη για φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και ότι ουδείς εξ αυτών εισέπραξε το αναγραφόμενο σε κάθε μία από τις έξι (6) αποδείξεις χρηματικό ποσό.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη κατά τον ανωτέρω ισχυρισμό, εταιρική δαπάνη, καταβολής χρηματικών ποσών στους εργαζόμενους της εταιρίας πέραν των καταβολών που αναγράφηκαν, νομίμως, στους ισολογισμούς της εταιρίας. Κατ' εντολή του δευτέρου κατηγορουμένου Ι. Μ., διενεργήθηκε προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού, η από 25-9-2021 Έκθεση Ευρημάτων Προσυμφωνημένων Διαδικασιών της Ελεγκτικής Εταιρείας BAKERTILLY, που υπογράφει ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως μάρτυρας Σ.

Γ., ορκωτός ελεγκτής λογιστής. Για την εκτέλεση της ανωτέρω έκθεσης οι κατηγορούμενοι, δια του Ι. Μ., παρέδωσαν στον διενεργούντα τον "έλεγχο" λίστα πληρωμών (excel) για κάθε μήνα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 και (σε αντίγραφο) απλές αποδείξεις (όχι θεωρημένες) με αναγραφόμενα ονόματα εργαζομένων της εταιρίας και διάφορα μικρά ποσά, που συμποσούνται σε 609.731,83 ευρώ.

Τόσο η διαφορά αυτού του ποσού σε σχέση με την προαναφερόμενη εκροή, όσο, περισσότερο, το γεγονός ότι, κατά τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων οι καταβολές μη οφειλομένων ποσών στους εργαζόμενους ("μαύρη" - παράνομη εργασία) εκτείνονται σε δύο έτη (2004 και 2005), αναιρούν την βάση του ισχυρισμού των, ότι οι επίμαχες έξι αποδείξεις κατασκευάστηκαν για να καλυφθεί το κενό που υπήρξε, για το κλείσιμο του ισολογισμού το έτος 2005, ενώ τέτοια, ασυνήθιστη, δημιουργική λογιστική δεν εφαρμόστηκε στο προηγούμενο οικονομικό έτος (2004).

Στην ανωτέρω, "Έκθεση Ευρημάτων Προσυμφωνημένων Διαδικασιών", η οποία στηρίχθηκε κυρίως σε αντιπαραβολή των ονοματεπωνύμων που εμφανίζονται στις προσκομισθείσες, από τον δεύτερο κατηγορούμενο, μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας της εταιρίας (αρχείο excel) για το χρονικό διάστημα 2004-2005 με τα αντίγραφα των απλών αποδείξεων πληρωμής που επίσης, προσκομίστηκαν από τους κατηγορούμενους και στην επισκόπηση του αναλυτικού καθολικού του λογαριασμού ταμείου της εταιρίας, διενεργήθηκε με διαδικασίες που δεν αποτελούν έλεγχο ή επισκόπηση σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα ή τα διεθνή πρότυπα ανάθεσης εργασιών επισκόπησης, αφού στηρίχθηκε σε όχι πρωτότυπα παραστατικά, αλλά σε λίστα πληρωμών (excel), χωρίς να εξεταστεί η νομιμότητα, το εύλογο και η πρόλευση αυτών των ποσών που αναφέροναι και εν γένει η οικονομική κατάσταση και ορθότητα των βιβλίων της εταιρίας, δεν αποδεικνύει την διενέργεια των ως άνω, επικαλουμένων από τους κατηγορουμένους πληρωμών εργαζομένων άνευ δικαιολογητικών (μαύρα χρήματα), συνακόλουθα δε, συνδυαζόμενη με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, δεν κρίνεται πειστική.

Σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας ... στις 24-9-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως, άλλωστε και ο ίδιος κατάθεσε στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του, ενημέρωσε τους μετόχους, μεταξύ των οποίων και τον εγκαλούντα, γενικά και αόριστα "... ότι έπρεπε να κάνει κάποιες εγγραφές ταμιακής τακτοποίησης, διότι οι μέτοχοι είχαν προβεί σε δαπάνες άνευ δικαιολογητικών το δε ταμείο δεν μπορούσε να εμφανίζει μεγάλο λογιστικό υπόλοιπο καθόσον θα ανέκυπτε πρόβλημα για την εταιρία κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου".

Ο ίδιος, σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι οι προαναφερθείσες "εγγραφές ταμιακής τακτοποίησης" αναφέρονταν στην τακτοποίηση χρημάτων που δόθηκαν στους εργαζόμενους χωρίς να δηλωθούν (μαύρα), λέγοντας "Μου δόθηκε προφορική εντολή να προβώ σε τακτοποίηση των αδήλωτων μισθών των εργαζομένων, των ετών 2004 και 2005, διότι στο τέλος του 2005, αναγκάστηκα να εμφανίσω αυτές τις πληρωμές, διότι έγιναν μέσα από προσωπικό λογαριασμό όλων των μετόχων.

Τεσσάρων (4) μετόχων...", ενώ ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι, στην ανωτέρω Γενική Συνέλευση "πριν δημιουργηθούν μεταξύ τους εντάσεις τους είπα ότι έχω άνοιγμα για τα έτη 2004 και 2005 από αδήλωτη εργασία και τους είπα θα φέρω από ... και μετά θα τα πάρω στον κωδικό 43 αλλιώς θα τα δηλώσουμε κανονικά και θα πρέπει να πληρωθούν οι φόροι.

Του ζήτησα (εννοεί τον εγκαλούντα) να το υπογράψει και δεν το δέχτηκε". Από τις διαδοχικές αναφορές του πρώτου κατηγορουμένου, προκύπτει σαφώς ότι ο εγκαλών Α. Μ., ουδόλως συναίνεσε στην εφαρμογή της "δημιουργικής λογιστικής" που υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι ότι συμφωνήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2005. Αντιθέτως, μετά από έντονη διαφωνία με τους λοιπούς εταίρους και την διαρραγή των σχέσεων τους - γεγονός που ουδείς αμφισβήτησε - αποχώρησε από αυτή και αρνήθηκε να υπογράψει τα πρακτικά, αρκεί για να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι δεν έδωσε εντολή στον εγκαλούντα, να προβεί στην υπογραφή για λογαριασμό του, των δύο (2) επιδίκων αποδείξεων πληρωμής συνολικού ποσού 200.000 ευρώ.

Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι ούτε στην πρόσκληση για την ανωτέρω Γενική συνέλευση αναφέρεται ως θέμα συζήτησης το θέμα αυτό, ούτε στα τηρηθέντα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης καταχωρήθηκε ως θέμα συζήτησης ή ως απόφαση (έστω και με πλειοψηφία) η επιστροφή χρημάτων, με τον ανωτέρω κωδικό, στους μετόχους, όπως τυπικά θα ήταν αναμενόμενο.

Έξι ημέρες μετά τη Γενική Συνέλευση ο εγκαλών και η σύζυγός του, δυνάμει του υπ' αριθμ. 15051/30-9-2005 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Κ. Δ.- Κ., χορήγησαν στον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Χ.-Μ., ειδική εντολή - πληρεξουσιότητα και δικαίωμα, όπως ενεργώντας για λογαριασμό του, να τον εκπροσωπεί ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής δημόσιας, δημοτικής, φορολογικής, δικαστικής, σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και "...ειδικά στις εκάστοτε συνεδριάσεις του Δ.Σ.

της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας, προκειμένου ο εντολοδόχος να παρίσταται και να τους εκπροσωπεί για λογαριασμό τους στις εκάστοτε συνεδριάσεις του Δ.Σ. σχετικά με τις αρμοδιότητες που το παραπάνω Καταστατικό ορίζει στους εντολείς του, να λαμβάνει και εγκρίνει αποφάσεις του Δ.Σ. επί των θεμάτων που τίθενται προς συζήτηση και να υπογράφει τα σχετικά πρακτικά του Δ.Σ.

για λογαριασμό των εντολέων του. Ακόμη ο πρώτος των εντολέων, Α. Μ...., παρέχει την πρόσθετη ειδική εντολή στον αυτό ως άνω εντολοδόχο να υπογράφει για λογαριασμό του από κοινού με τους υπόλοιπους εκπροσώπους της "..." και να δεσμεύει την εταιρία κάτω από την εταιρική επωνυμία". Από το περιεχόμενο της χορηγηθείσας αυτής ειδικής πληρεξουσιότητας προκύπτει αδιαστίκτως, ότι ο εγκαλών, λόγω του ότι ήταν μόνιμος κάτοικος ..., είχε εξουσιοδοτήσει τον πρώτο κατηγορούμενο, να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες, ειδικά προσδιοριζόμενες σ' αυτό, σύμφωνες με το Καταστατικό της εταιρίας, σύννομες και προς τον σκοπό της εύρυθμης λειτουργίας του Δ.Σ.

της εταιρίας, προσδιορίζοντας μάλιστα ειδικά και τον τρόπο υπογραφής για λογαριασμό του, ήτοι από κοινού με τους λοιπούς συνεταίρους και κάτω από την εταιρική επωνυμία. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε λάβει ποτέ, εντολή και πληρεξουσιότητα, δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου, να υπογράψει τις επίμαχες άτυπες αποδείξεις πληρωμής, που αφορούσαν εικονικές εγγραφές, για λογαριασμό του εγκαλούντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι.

Αντιθέτως, τέτοια εντολή είχε λάβει μόνο από τους λοιπούς μετόχους, γεγονός που συνομολογείται από όλους του κατηγορούμενους, συνιστώντας τη βάση του προεκτεθέντος υπερασπιστικού ισχυρισμού των. Το γεγονός, ότι μόλις έντεκα μήνες μετά τη σύνταξη του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 15051/30-9-2005 πληρεξουσίου, το Σεπτέμβριο του 2006 ο εγκαλών προέβη σε επίδοση, προς τον πρώτο κατηγορούμενο της υπ' αριθμ. 4979/6-10-2005 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Σ. με την οποία ανακάλεσε την δοθείσα, με το υπ' αριθμ. 15051/30-9-2005 πληρεξούσιο, πληρεξουσιότητα δεν αναιρεί την κρίση περί έλλειψης πληρεξουσιότητας προς υπογραφή των επιδίκων αποδείξεων από τον πρώτο κατηγορούμενο, ως δήθεν καλυπτόμενες από την πληρεξουσιότητα (όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι), καθώς ο τελευταίος (πρώτος κατηγορούμενος) ουδόλως είχε εξουσιοδοτηθεί με αυτό προς τούτο, αλλά μόνον για τνα υπογράφει, ομού με τους υπόλοιπους μετόχους (όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται "να υπογράφει για λογαριασμό του από κοινού με τους υπόλοιπους εκπροσώπους της "..." και να δεσμεύει την εταιρία κάτω από την εταιρική επωνυμία", απαιτούμενα για την εύρυθμη και νόμιμη λειτουργία της εταιρίας κείμενα).

Επομένως, ο εγκαλών μέτοχος, σε αντίθεση με τους λοιπούς μετόχους - κατηγορούμενους, ουδέποτε έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο, Ν. Χ.-Μ., εντολή να συντάξει τις αναφερόμενες σε αυτόν δύο τέσσερις, από 20-12-2005 και 28-12-2005, αποδείξεις πληρωμής ποσού 100.000 ευρώ έκαστη και να τις υπογράψει για λογαριασμό του, ούτε υπήρχε σχετική πληρεξουσότητά του προς αυτό.

Ως προς την προαναφερθείσα ανάγκη να γίνουν "κάποιες εγγραφές ταμιακής τακτοποίησης" (που ανέφερε στην Γενική Συνέλευση της 24-9-2005 ο πρώτος κατηγορούμενος και η οποία έχει άμεση σχέση με το τέχνασμα της κατάρτισης των επίμαχων αποδείξεων), αποδείχθηκαν τα εξής: Κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας διενεργήθηκε, δυνάμει της με αρ.

Εντολής επεξεργασίας 4627/2015, από την ΕΙΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΙΩΞΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ, έλεγχος στην εταιρία "..." και συντάχθηκε, η από 19-10-2015 "ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ", των ελεγκτών του Υπουργείου Οικονομικών - ΕΙΔΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΙΩΞΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (Β' Τμήμα ερευνών Ρόδου) Ν. Α. και Ε. Δ. Βασικό θέμα της έρευνας ήσαν οι καταθέσεις από τις τουριστικές αλλοδαπές εταιρείες "..." και "..." στον υπ' αριθμ. ...

κοινό λογαριασμό των τεσσάρων μετόχων Ι. Μ., Κ. Μ., Α. Μ. και Μ. Χ. στην τράπεζα Alpha Bank (το λογαριασμό από τον οποίο εξήλθαν τα ποσά που φέρονται ότι ανέλαβαν οι μέτοχοι της εταιρίας, με τις επίμαχες αποδείξεις). Κατά το πόρισμα του ελέγχου διαπιστώθηκαν παραβάσεις, εκ μέρους της εταιρίας α) μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων - απόκρυψης εισοδήματος, β) μη ορθής απεικόνισης της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας και γ) μη προσκόμισης βιβλίων-στοιχείων μετά από πρόσκληση.

Ειδικότερα, ως προς την παράβαση "μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων - απόκρυψης εισοδήματος" ο έλεγχος διαπίστωσε ότι "...Η ελεγχόμενη εταιρία...παρείχε υπηρεσίες διανυκτέρευσης και...σε πελάτες του ιταλικού πρακτορείου ......τα έτη 2004 και 2005. Η αμοιβή που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούν οι μέτοχοί της ανήλθε στο ποσό των 1.650.000 ευρώ το έτος 2004 και 1.886.733 ευρώ το έτος 2005.

Συντάχθηκε δεύτερο πανομοιότυπο συμφωνητικό για τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες το οποίο όμως προέβλεπε αμοιβή πολύ λιγότερη από τη πραγματική. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι τα ποσά που κατατέθηκαν στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό μετά την ανάληψή τους (με επιταγές, ανάληψη κλπ) δεν εμφανίστηκαν στα τηρούμενα βιβλία της ...

και συγκεκριμένα στον λογαριασμό ΕΓΑΣ στον οποίο παρακολουθείται η κίνηση του πρακτορείου .... Η ελεγχόμενη εταιρία για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες...εξέδωσε φορολογικά στοιχεία με ποσά μικρότερα από αυτά που συμφωνήθηκαν και εισπράχθηκαν, ποσού 566.791,25 ευρώ και 1.313.604,03 ευρώ. Η ελεγχόμενη εταιρία εξέδωσε και απέστειλε στο ιταλικό πρακτορείο για τις συναλλαγές...μη φορολογικές (ανεπίσημες αποδείξεις)...

ύψους 1.575.700 ευρώ το έτος 2004 και ύψους 1.886.734 ευρώ...προέκυψε ότι η ελεγχόμενη εταιρία απέκρυψε από τα τηρούμενα βιβλία το πραγματικό τίμημα των υπηρεσιών που συμφώνησε και παράσχεσε...σε πελάτες του ιταλικού πρακτορείου ... Προκειμένου να είναι δυσχερής η αποκάλυψη από τυχόν έλεγχο...ζήτησε να κατατεθούν τα χρήματα σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό των μετόχων ο οποίος δεν παρακολουθείται από τα λογιστικά βιβλία της ελεγχόμενης εταιρίας...".

Περαιτέρω, ως προς την παράβαση "μη ορθής απεικόνισης της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας" διαπιστώθηκε ότι "...τα έτη 2004 και 2005 να μην εμφανίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της ελεγχόμενης εταιρίας αφού χρηματικά διαθέσιμα μεγάλου ύψους που της ανήκαν δεν εμφανίζονται στα τηρούμενα βιβλία και στον Ισολογισμό της".

Το πραγματικό τίμημα των υπηρεσιών, που συμφώνησε και παρέσχε η ... στην αλλοδαπή τουριστική εταιρία "..." τα έτη 2004 και 2005, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω, "ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ", ήταν 1.650.000,00 € για το έτος 2004 και 1.886.733,00 € για το έτος 2005. Για τις συναλλαγές αυτές η ..., με σκοπό την απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος της συναλλαγής (και επέκεινα τη φορολόγηση της για μικρότερο ποσό, έκδωσε φορολογικά στοιχεία με ποσά μικρότερα από αυτά που πραγματικά εισπράχθηκαν και συγκεκριμένα για ποσό 1.566.791,25 € το έτος 2004 και για ποσό 1.313.604,03 € το έτος 2005, ποσά που εμφανίστηκαν στο λογαριασμό ταμείου της εταιρίας, καταγράφηκαν στους ισολογισμούς της και φορολογήθηκαν.

Η διαφορά, όμως, του πράγματι καταβληθέντος από την αλλοδαπή εταιρία ποσού ([1.650.000,00+1.886.733,00] - [566.791,25+1.313.604,03]=) 656.338,28€ κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των τεσσάρων μετόχων Ι. Μ., Κ. Μ., Α. Μ. και Μ. Χ. της τράπεζας Alpha Bank, ως φυσικών προσώπων, (βλ. και την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), ο οποίος δεν παρακολουθείτο από τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και δεν ανήκε στην εταιρία, αλλά στους μετόχους της.

Ο λογαριασμός αυτός, που, υποτίθεται ότι άνοιξε κοινός για την κατάθεση, εκ μέρους των μετόχων, χρηματικών ποσών προοριζόμενων για τυχόν, μελλοντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, χρησιμοποιήθηκε ως κρυψώνας φορολογητέας ύλης. Για την ύπαρξη και την πραγματική λειτουργία του λογαριασμού αυτού, ο εγκαλών, Α.

Μ., δεν γνώριζε τίποτε, αφού ούτε είχε υπογράψει ποτέ για το άνοιγμα του, ούτε είχε, ενόψει και της απομακρυσμένης ενασχόλησης του με τα τεκταινόμενα στην εταιρία, οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτόν. Αντιθέτως οι υπόλοιποι εταίροι (κατηγορούμενοι), ενόψει και του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης, είχαν πλήρη γνώση, αλλά και πρόσβαση στο λογαριασμό αυτό, μέσω του οποίου απέκρυπταν τόσο φορολογητέα ύλη από τη φορολογική αρχή όσο και έσοδα της εταιρίας από τον απομακρυσμένο συνεταίρο τους.

Η διαφορά που εμφανίστηκε στο λογαριασμό αυτό και κατέστη εμφανής μετά την έκδοση του πορίσματος της ελεγκτικής (φορολογικής) αρχής, έπρεπε με κάποιο τρόπο να καλυφθεί και να εμφανιστεί στα βιβλία της εταιρίας, χωρίς, όμως, να γίνει αντιληπτός ο ρόλος του λογαριασμού (κρυψώνα) στον, εκ των πραγμάτων, μη συμμετέχοντα στην παρατυπία αυτή μέτοχο (Α.

Μ.), επιλέχθηκε δε, το τέχνασμα ανάληψης του ποσού των 600.000,00 € από το λογαριασμό και η ένταξη τους στον νόμιμο ταμειακό μηχανισμό της ..., με τις επίμαχες αποδείξεις. Έτσι, όπως, αποδείχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως λογιστής της εταιρίας και κατόπιν εντολής των λοιπών κατηγορουμένων (μετόχων αυτής), καταχώρησε στο καθολικό βιβλίο της (βλ.

αναγνωσθέν σχετ. 44 και συνημμένο στην ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ), για το χρονικό διάστημα από 2-12-2005 μέχρι 27-12-2005 καταβολές της αλλοδαπής εταιρίας "..." και συγκεκριμένα, οκτώ ισόποσες καταβολές ποσού 75.000 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικά ποσού 600.000 ευρώ, δηλαδή ισόποσο με το συνολικό ποσό των επιδίκων αποδείξεων, χωρίς την ύπαρξη σχετικών παραστατικών.

Για την ταμειακή δε τακτοποίηση του ποσού αυτού, ο πρώτος κατηγορούμενος, Ν. Χ.-Μ., εξέδωσε, ως επιστροφή από αχρεώστητες εισφορές των μετόχων τις επίμαχες αποδείξεις, εν γνώσει των κατηγορουμένων (μετόχων) στις οποίες, μετά από υπόδειξη των τελευταίων, χωρίς να υπογράψει στην ένδειξη "ΠΛΗΡΩΣΕ Ο", όπου θα έπρεπε να έχει υπογράψει, ως το εξουσιοδοτημένο από την εταιρία για τις πληρωμές πρόσωπο έθεσε μονογραφή κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο" κατ' απομίμηση των υπογραφών των εταίρων (Α.

Μ., Ι. Μ., Α. Μ. και Μ. χήρας Π. Χ.), χωρίς την εντολή και την συναίνεση του εγκαλούντος, αλλά εν γνώσει και με την συναίνεση των λοιπών εταίρων, όσον αφορά στις δικές τους αποδείξεις. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο, ομοφώνως, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι, στον ανωτέρω αναφερθέντα τόπο και χρόνο, ο πρώτος κατηγορούμενος συνέταξε τις δύο (2) επίμαχες αποδείξεις πληρωμής ποσού 100.000 η κάθε μια, με την αιτιολογία "Απόδοση λογαριασμού, Κωδ.43.00.00.001" και ημεροχρονολογίες 20-12-2005 και 28-12-2005, θέτοντας σ' αυτές κάτω από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο" κατ' απομίμηση, εν αγνοία και χωρίς εντολή και συναίνεση του εγκαλούντος Α.

Μ. την υπογραφή αυτού, ενώ ο τελευταίος ουδέποτε έλαβε το αναγραφόμενο σε κάθε απόδειξη πληρωμής χρηματικό ποσό, συνολικού ύψους 200.000 ευρώ. Ενήργησε δε, με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα, ο οποίος φέρεται να έχει εισπράξει το ανωτέρω ποσό, γεγονός το οποίο αποδείχθηκε αναληθές και περαιτέρω, οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, μέτοχοι της εταιρίας κατά τα ανωτέρω, στον ως άνω τόπο, στις 20-12-2005 και στις 28-12-2005, ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, προέτρεψαν και έδωσαν εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο, να συντάξει και να υπογράψει τις επίδικες δύο (2) αποδείξεις πληρωμής, θέτοντας κατ' απομίμηση της υπογραφή του εγκαλούντα στην ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο", ο οποίος και το έπραξε, ενόψει της σχέσης επιρροής που ασκούσαν επάνω του, λόγω της εξάρτησης εκ της υπαλληλικής σχέσης που τον συνέδεε με εκείνους, αφού ήταν λογιστής της εταιρίας τους από το έτος 2001.

Οι δε, δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, ενήργησαν ως ανωτέρω, εν γνώσει του ότι από την πράξη του πρώτου κατηγορουμένου θα προκληθεί ζημία συνολικού ποσού 200.000 ευρώ στην περιουσία του εγκαλούντος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι: α) ο πρώτος κατηγορούμενος της πράξης της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο, που σκόπευε να βλάψει τρίτον με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και β) οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση στην ανωτέρω πράξη, καθώς πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων, απορριπτομένων ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των ισχυρισμών των κατηγορουμένων περί πλημμεληματικού χαρακτήρα της προεκτιθέμενης αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας και συνεπώς της παραγραφής αυτής...".

Ακολούθως το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ενόχους - μεταξύ των άλλων και - τους ως άνω (τρεις) κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής:

"Κηρύσσει άπαντες του κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στη Ρόδο κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους τέλεσαν τα κατωτέρω εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή. Συγκεκριμένα: 1) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Χ. - Μ. του Γ., στον παρακάτω τόπο στις 20/12/2005 και 28/12/2005 τέλεσε περισσότερες της μίας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, καταρτίζοντας εξ' υπαρχής πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας με την πράξη του αυτή να βλάψει τρίτον με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Ειδικότερα, τυγχάνοντας λογιστής της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην περιοχή ..., εκπροσωπείται νόμιμα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (Δεκέμβριος 2005) από τον δεύτερο κατηγορούμενο Ι. Μ. του Κ., αδελφό του εγκαλούντος Α. Μ. του Κ. ή από δυο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας και είχε στην εκμετάλλευσή της τα με διακριτικό τίτλο "..." και "..." ξενοδοχεία, στις 20/12/2005 και 28/12/2005 εξέδωσε με την ανωτέρω ιδιότητά του δύο Αποδείξεις Πληρωμής προς το όνομα του ανωτέρω εγκαλούντος Α.

Μ. του Κ., Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της εταιρίας, ο οποίος με τη σύζυγό του Ά. Μ. και τις θυγατέρες του Α. και Μ.-Χ. είναι μέτοχοι σε ποσοστό 1/3 της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, με την αιτιολογία "Απόδοση λογαριασμού Κωδ. 43.00.00.001", ποσού εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ η καθεμιά, θέτοντας (ο πρώτος κατηγορούμενος) στις εν λόγω Αποδείξεις την μονογραφή του, κάτω δε από την ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο" έθεσε κατ' απομίμηση, εν αγνοία χωρίς την εντολή και συναίνεση του εγκαλούντος Α.

Μ., την υπογραφή του τελευταίου, ο οποίος δεν πήρε στα χέρια του οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τα αναφερόμενα ποσά συνολικού ύψους διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ στις επίμαχες Αποδείξεις, προέβη δε, ο πρώτος κατηγορούμενος στην ανωτέρω πράξη προκειμένου, με την καταχώριση στο καθολικό βιβλίο της εταιρίας του συνολικού ποσού των 600.000 ευρώ, ως καταβληθέντος σε οκτώ (8) ισόποσες δόσεις των 75.000 ευρώ εκάστη από την εταιρία "..." και στην λογιστική εγγραφή στα βιβλία της επιχείρησης του επίμαχου ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ στις εκροές χρημάτων από την εταιρία ως δήθεν επιστροφή στον μέτοχό της - εγκαλούντα Α.

Μ., να λάβουν οι λοιποί μέτοχοι (κατηγορούμενοι) από το ταμείο της εταιρίας τα αναγραφόμενα στις ανωτέρω αποδείξεις ποσά, χωρίς να εμφανίζει αυτό στις 31-12-2005 λογιστικό υπόλοιπο, σκοπεύοντας με την ανωτέρω ενέργειά του να βλάψει τον ίδιο πιο πάνω εγκαλούντα κατά το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ο οποίος φέρεται να έχει εισπράξει το ανωτέρω ποσό, χωρίς όμως τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και 2) Οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων Ι.

Μ. του Κ., Μ. Μ. του Κ. και Α. Μ. του Ι., αντίστοιχα, στον ανωτέρω τόπο στις 20/12/2005 και 28/12/2005, ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση που αυτός ως φυσικός αυτουργός διέπραξε.

Ειδικότερα, κατέχοντας τα υπόλοιπα 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας οι οικογένειες των αδελφών του εγκαλούντος, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα, κατέχει το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου, Ι. Μ. του Κ. (δεύτερος κατηγορούμενος), ο οποίος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας και Μ.

χήρα Π. Χ. Μ. (τρίτη κατηγορουμένη), ενώ η τέταρτη κατηγορούμενη Α. Μ. τυγχάνει θυγατέρα του δευτέρου κατηγορουμένου Ι. Μ., έχοντας (οι ανωτέρω κατηγορούμενοι), λόγω των παραπάνω αναφερομένων ιδιοτήτων τους, προφανές ενδιαφέρον, με την άνευ δικαιολογητικών καταχώριση στο καθολικό βιβλίο της εταιρίας του συνολικού ποσού των 600.000 ευρώ ως καταβληθέν από την εταιρία "..." σε οκτώ (8) ισόποσες δόσεις των 75.000 ευρώ εκάστη και στην λογιστική εγγραφή στα βιβλία της επιχείρησης του επίμαχου ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ στις εκροές χρημάτων από την εταιρία ως δήθεν επιστροφή στον μέτοχό της - εγκαλούντα Α.

Μ., να προβούν σε ισόποσες αναλήψεις χρημάτων βάσει των αναφερομένων στην ανωτέρω υπό στοιχείο (1) πράξη αποδείξεων πληρωμής, χωρίς να εμφανίζει το ταμείο της εταιρίας στις 31-12-2005 λογιστικό υπόλοιπο, ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως, με πειθώ, συμβουλές και φορτικότητα προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο - λογιστή της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας Ν.

Χ. - Μ. την απόφαση, να τελέσει ως φυσικός αυτουργός σε βάρος του εγκαλούντος Α. Μ. του Κ., την άδικη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στην ανωτέρω υπό στοιχείο (1) πράξη της παρούσας, γνωρίζοντας ότι από την πράξη αυτή του πρώτου κατηγορούμενου θα προκληθεί ζημία συνολικού ύψους διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ στην περιουσία του ίδιου πιο πάνω εγκαλούντος, ο οποίος φέρεται να έχει εισπράξει το ανωτέρω ποσό, χωρίς τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα".

Με τους συνεκδικαζόμενους (δύο) λόγους κάθε μίας από τις παραπάνω τρεις αναιρέσεις, καθένας από τους αναιρεσείοντες ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για τις ως άνω προαναφερθείσες πράξεις που αποδίδονται στον καθένα τους και ειδικότερα, ο πρώτος αναιρεσείων (Ν.

Χ. - Μ. του Γ.), για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να βλάψει άλλον, με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ και η δεύτερη και η τρίτη από αυτούς, δηλαδή η Μ. Μ. του Κ. και η Α. Μ. του Ι., για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην αμέσως προηγουμένη αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, αλλά και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή τους για τις προαναφερθείσες πράξεις καθενός από αυτούς αλλά και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 3, 45 και 46 παρ. 1 ΠΚ. Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική και για τους τρεις αναιρεσείοντες κρίση της, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε καθένας από τους αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 216 παρ. 3, 45 και 46 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της (ήτοι, οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αλλά και οι απολογίες του πρώτου και της τρίτης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων), ενώ περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων εξακολουθητικά έδρασε κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής μορφής πλαστογραφίας με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της αποφάσεως.

Ειδικότερα, ως προς την την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής μορφής πλαστογραφίας, α) εξειδικεύεται με πληρότητα σε τι ακριβώς συνίσταται η κατάρτιση των παραπάνω αναφερομένων δύο πλαστών εγγράφων, αφού με σαφήνεια και επάρκεια αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων στις 20-12-2005 και στις 28-12-2005, ενεργώντας ως λογιστής της ως άνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", κατήρτισε εξ αρχής τα παραπάνω πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα, δύο "Αποδείξεις Πληρωμής" επ' ονόματι του εγκαλούντος Α.

Μ. του Κ., Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας, ο οποίος με τη σύζυγό του Ά. Μ. και τις θυγατέρες του Α. και Μ. - Χ. είναι μέτοχοι σε ποσοστό 1/3 της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, με την αιτιολογία "Απόδοση λογαριασμού Κωδ. 43.00.00.001, ποσού εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ η καθεμιά, θέτοντας (ο κατηγορούμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων) στις εν λόγω αποδείξεις την μονογραφή του, ενώ κάτω από την επί του σώματος αυτής υπάρχουσα ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο", έθεσε κατ' απομίμηση, εν αγνοία χωρίς την εντολή και συναίνεση του εγκαλούντος Α.

Μ., την υπογραφή του τελευταίου, ο οποίος δεν πήρε στα χέρια του οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τα αναφερόμενα ποσά συνολικού ύψους διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ στις εν λόγω δύο "Αποδείξεις Πληρωμής", β) υφίστανται σαφείς παραδοχές για τον δόλο του κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, καθόσον έγινε δεκτό με την προσβαλλομενη απόφαση ότι σκοπός του ήταν με τη χρήση των άνω δύο πλαστών εγγράφων να βλάψει τον εγκαλούντα κατά το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ο οποίος φέρεται να έχει εισπράξει το ανωτέρω ποσό, χωρίς όμως τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γ) καθορίζονται με σαφήνεια και με επάρκεια θεμελιώνονται οι έννομες συνέπειες της κατάρτισης και ακολούθως χρήσης των εν λόγω δύο πλαστών εγγράφων, συνιστάμενες κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, να λάβουν οι προαναφερθέντες μέτοχοι (κατηγορούμενοι) από το ταμείο της εταιρίας τα αναγραφόμενα στις ανωτέρω αποδείξεις χρηματικά ποσά και παράλληλα να υποστεί βλάβη ο εγκαλών κατά το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ο οποίος φέρεται να έχει εισπράξει το ανωτέρω ποσό, χωρίς όμως τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δ) διατυπώνεται με σαφείς παραδοχές ο πρόσθετος σκοπός του αναιρεσείοντος προσπορισμού στους ως άνω (κατηγορουμένους) μετόχους παράνομου περιουσιακού οφέλους κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως ήδη αναφέρθηκε, στην προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν και αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη.

Επί πλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται περιστατικά για την από κοινού εκ μέρους της δεύτερης και της τρίτης αναιρεσείουσας με πειθώ και φορτικότητα, πρόκληση απόφασης στον προαναφερθέντα πρώτο κατηγορούμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα για την εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, της από κοινού τέλεσης της ηθικής αυτουργίας στην προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα, ότι στις 20-12-2005 και στις 28-12-2005, ενεργώντας κατόπιν συναπόφασής τους και επωφελούμενες από το ότι τα 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρίας κατέχουν οι οικογένειες των αδελφών του εγκαλούντος, ο οποίος κατέχει το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας εταιρίας, προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, την απόφαση δίνοντάς του σχετική προς τούτο εντολή να συντάξει και να υπογράψει τις προαναφερθείσες δύο (2) αποδείξεις πληρωμής, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος στην επί του σώματος των εν λόγω δύο (πλαστών) αποδείξεων, υπάρχουσα ένδειξη "ΕΛΑΒΕ Ο", ο οποίος και το έπραξε, ενόψει της σχέσης επιρροής που ασκούσαν επάνω του, λόγω της εξάρτησης εκ της υπαλληλικής σχέσης που τον συνέδεε με εκείνους, αφού ήταν λογιστής της εταιρίας τους από το έτος 2001.

Οι λοιπές εμπεριεχόμενες και στις τρεις αιτήσεις αναίρεσης, αναφερόμενες στους ίδιους (αναιρετικούς) λόγους σχετικές με τις ως άνω εις βάρος τους κατηγορίες, αιτιάσεις και των τριών αναιρεσειόντων, καθώς και οι συναφείς περί την εκτίμηση των αποδείξεων αιτιάσεις, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής εις βάρος τους απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν αλλά και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας.

Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι και των τριών κρινομένων αναιρέσεων από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης που να συμπεριλαμβάνεται στις ως άνω τρεις αιτήσεις, πρέπει να απορριφθεί τόσον η (πρώτη) από 22-12-2023 αίτηση αναίρεσης του Ν.

Μ. - Χ. του Γ., όσον και η δεύτερη αλλά και η τρίτη από 22-12-2023 αιτήσεις αναίρεσης της Μ. Μ. του Κ. και της Α. Μ. του Ι. αντιστοίχως, κατά της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 90/2022 απόφασης του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να καταδικαστεί καθένας από αυτούς (τους αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης ορίζεται ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις (τρεις) από 22-12-2003 αιτήσεις του Ν. Μ. - Χ. του Γ., της Μ. Μ. του Κ. και της Α. Μ. του Ι. αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 90/2022 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθένα από τους ως άνω τρεις αναιρεσείοντες στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ