Supreme Court dismisses appeal on contract breach and procedural error grounds regarding guarantee letter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the defendant's claim for the return of a guarantee letter. The appellant argued that the lower court erred by considering the guarantee letter as a penalty clause without prior notice, violating procedural rules. The court found these arguments baseless, noting the defendant had raised the contractual clause at the first instance and the appellate court correctly applied the law without considering unproposed facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 522, 534, 540, 543 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal where the appellant fails to prove procedural violations or substantive errors, affirming that the appellate court correctly considered arguments raised at the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 836 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 836/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-08-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1490/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2055/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα. Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου.
Η ως άνω ευθύνη, όπως διαγράφεται στο άρθρο 543 ΑΚ, είναι συμβατική. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.
Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Επίσης, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (ΑΠ 924/2020, ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 267/2015, ΑΠ 575/2013).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", η δε διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει, όμως, αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσον πίεσης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του κατ' άρθρ. 405 παρ. 2 ΑΚ (AΠ 928/2019, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 797/2010, ΑΠ 611/1998).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του, πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1011/2010).
Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής (άρθρο 406 ΑΚ) και αυτή κατέπεσε, η από το δανειστή απαίτηση της ποινής επιφέρει απόσβεση της αξίωσης για την εκπλήρωση της κύριας παροχής, οπότε, με την επιλογή της ποινής, ο δανειστής αφενός μεν οφείλει την αντιπαροχή, αφετέρου δε αποκλείεται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής.
Σε περίπτωση αποδοχής της μερικής εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει το μέρος της ποινής που αναλογεί στο υπόλοιπο μέρος της παροχής. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής.
Επίσης, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής. Οι διατάξεις, όμως, περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής έχει σωρευτική αξίωση για την ποινή και αξίωση για πλήρη αποζημίωση και όχι μόνον για το ποσό που αυτή υπερβαίνει το ποσό της ποινικής ρήτρας (ΑΠ 1360/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.
Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ((ΑΠ 61/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΔΕΗ ΑΕ" (αναιρεσίβλητη), το έτος 2009, ενδιαφερόμενη να προμηθευτεί λιγνίτη για καύση στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό (ΑΗΣ) Μελίτη Φλώρινας, κατάρτισε, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, με την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (αναιρεσείουσα), στις 29-10-2009, έγγραφη σύμβαση πωλήσεως λιγνίτη.
Συγκεκριμένα κατήρτισαν την υπ' αριθμ. ΔΥΚΤΙΜ-6119111/29-10-2009 με αριθμό πρωτοκόλλου 11082 σύμβαση πωλήσεως, με τους ειδικούς της όρους και τους, στο συνημμένο σ' αυτή υπ' αριθμ. Σ2/30.10.2000 έντυπο, γενικούς της όρους, οι οποίοι, όπως προβλέφτηκε ισχύουν ως τμήμα της, εάν δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ τούτων και των ειδικών της όρων.
Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει και να παραδώσει τμηματικά στην εναγομένη, στις εγκαταστάσεις του ανωτέρω ατμοηλεκτρικού σταθμού της, συνολικά 50.000 μετρικούς τόνους λιγνίτη. Σύμφωνα με τη συνοδεύουσα τη σύμβαση "Τεχνική Προδιαγραφή" ο λιγνίτης έπρεπε να φέρει τα εξής βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά:
α) κατώτερη καθαρή θερμιδογόνο δύναμη φυσικού λιγνίτη (ως έχει) το ελάχιστο 3.500 και μέγιστο 4.500 Κcal/Κgr β) περιεκτικότητα σε υγρασία (ως έχει) 10% - 45% κατά βάρος γ) περιεκτικότητα σε τέφρα (επί ξηρού) μέγιστο 32% κατά βάρος δ) πτητικά (ως έχει) το ελάχιστο 26% κατά βάρος ε) ολικό θείο (ως έχει) το μέγιστο 2,0% κατά βάρος ε) δείκτη ευθρυπτότητας κατ' ελάχιστο 42 στ) σημείο αρχικής παραμόρφωσης τέφρας κατ' ελάχιστο 1.130 βαθμούς Κελσίου και ζ) κοκκομετρία το μέγιστο 100mm.
Ο λιγνίτης θα παραδινόταν από την ενάγουσα πωλήτρια στον ανωτέρω ατμοηλεκτρικό σταθμό της εναγομένης, όπου θα γινόταν η ποσοτική και η ποιοτική του παραλαβή. Ειδικότερα για την ποιοτική παραλαβή του υλικού συμφωνήθηκαν τα εξής: εάν από τον οπτικό έλεγχο επί του φορτηγού διαπιστωθεί υπερβολική υγρασία ή πρόσμιξη του λιγνίτη με ξύλα, ρίζες ή οποιεσδήποτε άλλες ξένες ύλες, θα διακόπτεται η εκφόρτωσή του και θα επιστρέφεται το υλικό στην ενάγουσα πωλήτρια, η οποία με δαπάνες της θα τον απομακρύνει από το σταθμό.
Κατά την εκφόρτωση κάθε τμηματικής ποσότητας θα γίνεται δειγματοληψία από το, επιλογής των μερών, Ανεξάρτητο Πιστοποιημένο για την παραλαβή του λιγνίτη Γραφείο (πραγματογνωμόνων), παρουσία του προσωπικού της εναγομένης και της ενάγουσας. Από τα δείγματα των παραδόσεων θα παρασκευάζεται, παρουσία εκπροσώπων των συμβαλλομένων, μέσο δείγμα δεκαπενθημέρου και αυτό θα χωρίζεται σε 4 μέρη, που θα σφραγίζονται και θα διανέμονται στην ενάγουσα, την εναγομένη και δύο θα παραμένουν στο Ανεξάρτητο Γραφείο.
Από τα δύο τελευταία μέρη του, το ένα θα χρησιμοποιείται για την εκτέλεση των αναλύσεων από εργαστήριο της επιλογής του Ανεξάρτητου Γραφείου και αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη, και το δεύτερο θα παραμένει σφραγισμένο στο Ανεξάρτητο Γραφείο ως "αντιδείγμα" προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση διαιτησίας για τον ποιοτικό του έλεγχο.
Το τίμημα πωλήσεως για τον λιγνίτη που είχε, εκτός από τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά, κατώτερη θερμιδογόνο δύναμη αναφοράς σε βάση "ως έχει" 4.000 Κcal/Κg (Ηο) και μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο κατά βάρος, σε βάση επίσης "ως έχει" 1,33% (Sο), ορίστηκε στο ποσό των 54.40 ευρώ ανά μετρικό τόνο. Για την περίπτωση που ο λιγνίτης που παραδιδόταν είχε τιμές των ανωτέρω δύο παραμέτρων- της θερμιδογόνου δύναμης και του ολικού θείου- μικρότερες των άνω, αλλά εντός των συμφωνημένων ελάχιστων, το τίμημα πωλήσεως θα ήταν μικρότερο, υπολογιζόμενο με τον αναλυτικό μαθηματικό τύπο.
Το προκύπτον, με τον υπολογισμό αυτό, μικρότερο τίμημα πωλήσεως, σε περίπτωση πιστοποίησης από το Ανεξάρτητο Γραφείο πραγματογνωμόνων απόκλισης του παραδιδόμενου λιγνίτη προς χειρότερο από τα συμφωνημένα ελάχιστα ή μέγιστα όρια των ποιοτικών χαρακτηριστικών του, συμφωνήθηκε από τα μέρη, με τον υπ' αριθμ. 3.3 ειδικό όρο της σύμβασής τους- που τιτλοφορείται εσφαλμένως "ποινικές ρήτρες για αποκλίσεις από τα συμβατικά ποιοτικά χαρακτηριστικά"-να μειώνεται, διακριτά ανά εμφανιζόμενη απόκλιση χαρακτηριστικού.
Συγκεκριμένα Α. Για κατώτερη θερμιδογόνο δύναμη σε βάση "ως έχει" μικρότερη από 3.500 Κcal/Κg α1) Για το τμήμα της απόκλισης έναντι του συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου των 3.500 Κcal/Κg, από -1 έως -200 Κcal/Κg συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 1 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε 100 Κcal/Κg α2) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου ορίου από -201 έως -400 Κcal/Κg συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 2 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε 100 Κcal/Κg, α3) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου ορίου, από -401 έως -600 Κcal/Κg συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 5 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε 100 Κcal/Κg α4) για το πέραν των -600 Κcal/Κg έναντι του ανωτέρω συμβατικά προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου, συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 10 ευρώ για κάθε 100 Κcal/Κg Β.
Για περιεκτικότητα σε τέφρα σε βάση "επί ξηρού" μεγαλύτερη από 32%: β1) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του συμβατικά επιτρεπόμενου μεγίστου ορίου 32%, από +0,01 έως +2,00 εκατοστιαίες μονάδες συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος 2 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης β2) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου μεγίστου ορίου, από +2,01 έως +4,00 εκατοστιαίες μονάδες συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 5 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης βγ) για το πέραν των +4,00 ποσοστιαίων μονάδων τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου μεγίστου ορίου, συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος 10 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης Γ.
Για περιεκτικότητα σε πτητικά σε βάση "ως έχει" μικρότερη από 26%: γ1) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου 26%, από -0,01 έως -2,00 εκατοστιαίες μονάδες συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 1 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης γ2) για το τμήμα της απόκλισης του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου ορίου, από -2,01 έως -4,00 ποσοστιαίες μονάδες συμφωνήθηκε η μείωση του τιμήματος πωλήσεως 2 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης γ3) για το πέραν των -4,00 ποσοστιαίων μονάδων τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου ορίου, συμφωνήθηκε η μείωση του τιμήματος πωλήσεως 10 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε εκατοστιαία μονάδα απόκλισης Δ.
Για περιεκτικότητα σε ολικό θείο μεγαλύτερη από 2,00% σε βάση "ως έχει": δ1) για το τμήμα της απόκλισης έναντι του συμβατικά επιτρεπόμενου ορίου του 2,00%, από +0,01 έως +0,50 εκατοστιαίες μονάδες συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 4 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε ποσοστιαία μονάδα απόκλισης δ2) για το πέραν των +0,50 ποσοστιαίων μονάδων τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπομένου μεγίστου ορίου συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 10 ευρώ για κάθε ποσοστιαία μονάδα απόκλισης Ε.
Για δείκτη ευθρυπτότητας κατά Ηardgrove μικρότερο από 42: ε1) για απόκλιση έναντι του συμβατικά επιτρεπομένου ελάχιστου ορίου (42) κατά -1 συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 1 ευρώ ανά μετρικό τόνο ε2) για το πέραν των -2 μονάδων τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου ορίου συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 10 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε μονάδα απόκλισης, ΣΤ.
Για σημείο αρχικής παραμόρφωσης τέφρας μικρότερο από το ελάχιστο συμβατικά προβλεπόμενο: στ1) για απόκλιση έναντι του συμβατικά επιτρεπόμενου ελάχιστου των 1.130° C από -1 έως -30° C συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 0,05 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε βαθμό Κελσίου απόκλισης στ2) για το πέραν των -30° C τμήμα της απόκλισης έναντι του ανωτέρω συμβατικά προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος πωλήσεως 1 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη για κάθε βαθμό Κελσίου απόκλισης.
Ειδικώς, για την περίπτωση που η παραδιδόμενη ποσότητα λιγνίτη είχε κοκκκομετρία μεγαλύτερη των 100 mm, δεν συμφωνήθηκε η μείωση του τιμήματος πωλήσεως του λιγνίτη, αλλά η αφαίρεση από την πωλούμενη ποσότητα, κατά τη δειγματοληψία, των κομματιών του που θα είναι μεγαλύτερα των 100 mm. Περαιτέρω, επειδή η τελική τιμή πώλησης ανά μετρικό τόνο λιγνίτη θα προέκυπτε μετά τον ποσοτικό και ποιοτικό του έλεγχο κάθε τμηματικά παραδιδόμενης ποσότητάς του, με βάση τα πιστοποιημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, μεταξύ των μερών, αναφορικά με την έκδοση των απαιτουμένων παραστατικών από την ενάγουσα πωλήτρια συμφωνήθηκαν τα εξής:
Η τιμολόγηση των πωλούμενων ποσοτήτων λιγνίτη θα γίνεται τμηματικά για τις ποσότητες κάθε περιόδου πιστοποίησης, μετά την ποσοτική και ποιοτική παραλαβή του υλικού, με βάση τα αποτελέσματα των αναλύσεων στα πλαίσια της διαδικασίας ποιοτικής παραλαβής του. Η πληρωμή των τιμολογίων θα γίνεται σε προθεσμία 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης στην αρμόδια διεύθυνση της αγοράστριας εναγομένης όλων των παραστατικών.
Τυχόν προσφυγή οιουδήποτε των συμβαλλόμενων μερών σε διαιτησία ως προς τα αποτελέσματα των αναλύσεων δεν θα αναστέλλει τη διαδικασία έκδοσης και πληρωμής των τιμολογίων βάσει των αποτελεσμάτων της διαδικασίας ποιοτικής παραλαβής του υλικού. Κατά την εκτέλεση της σύμβασης, αναφορικά με την έκδοση των αναγκαίων παραστατικών, όταν προέκυπτε λόγος μειώσεως του αναγραφόμενου τιμήματος, στο εκδοθέν για τη μεταφορά του λιγνίτη στις εγκαταστάσεις της αγοράστριας, τιμολογίου πωλήσεως - δελτίου αποστολής, η πωλήτρια ενάγουσα εξέδιδε πιστωτικό, ισόποσο της μείωσης, τιμολόγιο.
Η έναρξη των παραδόσεων του λιγνίτη ορίστηκε με την κατάρτιση της σύμβασης και συμφωνήθηκε να έχουν ελάχιστο ρυθμό από 4.000 έως 6.000 μετρικούς τόνους λιγνίτη μηνιαίως. Η ενάγουσα πωλήτρια εγγυήθηκε ρητά τη διαθεσιμότητα του λιγνίτη με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στην "Τεχνική Προδιαγραφή" και σε ποσότητες επαρκείς για την παράδοσή του με τον ανωτέρω συμφωνημένο ρυθμό.
Για την περίπτωση που αυτή δεν παρέδιδε στην εναγομένη στη διάρκεια ενός ημερολογιακού μήνα τις προβλεπόμενες αυτές ποσότητες λιγνίτη, συμφωνήθηκε, με τον υπ' αριθμ. 3.4 ειδικό όρο, ποινική ρήτρα ίση με το 5%, της αξίας (των 54,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο), της ποσότητας λιγνίτη που έπρεπε να παραδοθεί και δεν παραδόθηκε στην εναγομένη αγοράστρια.
Περαιτέρω ορίστηκε, με τον υπ' αριθμ. 10 ειδικό όρο, ότι η εναγομένη αγοράστρια, ανεξάρτητα από την επιβολή της προβλεπόμενης ανωτέρω ποινικής ρήτρας, διατηρεί και δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση διαπίστωσης αποκλίσεων από τις οριακές τιμές των βασικών ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη στα αποτελέσματα των αναλύσεων τεσσάρων μέσων δεκαπενθήμερων δειγμάτων, έστω και μη διαδοχικών και στην περίπτωση μη τηρήσεως του συμφωνημένου προγράμματος παραδόσεων για δύο ημερολογιακούς μήνες, έστω και μη συνεχόμενους.
Για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, με τον υπ' αριθμ. 14 γενικό της όρο, η ενάγουσα πωλήτρια ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην εναγομένη, με δικές της δαπάνες, εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, και πράγματι, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη την εκδοθείσα από την Τράπεζα Κύπρου υπ' αριθμ. 46445/22.10.209 Εγγυητική Επιστολή Καλής Εκτέλεσης, ποσού 272.500 ευρώ, η οποία, με την υπ' αριθμ. 12 ειδικό όρο, συμφωνήθηκε ότι θα επιστραφεί στην ενάγουσα το αργότερο έξι μήνες μετά την τελευταία τμηματική παράδοση του λιγνίτη, εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι ολικής ή μερικής κατάπτωσής της.
Κατάπτωση αυτής της εγγυητικής επιστολής κατά τη σύμβαση, επέφερε η καταγγελία της εκ μέρους της αγοράστριας ενάγουσας, λόγω παράβασης οποιουδήποτε όρου της από την ενάγουσα πωλήτρια, εκτός από τις περιπτώσεις υπαιτιότητας της ίδιας της αγοράστριας και ανωτέρας βίας, και τέτοια (ανώτερη βία για την ένδικη σύμβαση) ρητά προβλέφθηκε ότι δεν αποτελεί οποιοδήποτε περιστατικό ανωτέρω βίας των υποπρομηθευτών της ενάγουσας πωλήτριας.
Η καταγγελία αυτή εκ μέρους της εναγομένης αγοράστριας, εκτός από την κατάπτωση της εγγυήσεως καλής εκτέλεσης, ορίστηκε ότι θα δημιουργεί υποχρέωση της πωλήτριας να καταβάλει αποζημίωση στην ενάγουσα, που δεν θα υπερβαίνει το 50% της συνολικής αξίας της συμβάσεως, ανεξάρτητα και επιπλέον της ποινικής ρήτρας για καθυστερημένη παράδοση του υλικού.
Η εκδότρια τράπεζα της εγγυητικής επιστολής, την οποία παρέδωσε στην εναγομένη η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, εγγυήθηκε με αυτή υπέρ της εναγομένης πωλήτριας, αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την ενάγουσα (οφειλέτρια) και ως αυτοφειλέτρια, μέχρι του χρηματικού ποσού της (των 272.500 ευρώ), για την ακριβή, πιστή και εμπρόθεσμη εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η ενάγουσα με την ανωτέρω σύμβαση, αναλαμβάνοντας να καταβάλει στην εναγομένη αμέσως, χωρίς αντίρρηση και μόλις της το ζητούσε, σε περίπτωση παράβασης οποιασδήποτε υποχρέωσης εκ μέρους της ενάγουσας, ολόκληρο ή μέρος του ποσού της εγγύησης, χωρίς να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε τυχόν σχετική ένσταση, επιφύλαξη ή προσφυγή της ενάγουσας σε δικαστήρια, με αίτημα τη μη κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής.
Η ενάγουσα για την προμήθεια των ποσοτήτων του λιγνίτη που υποχρεούτο να παραδώσει στην εναγομένη με την ένδικη σύμβαση, είχε καταρτίσει όμοια σύμβαση με τους ίδιους όρους με την (υπο)προμηθεύτριά της βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία "...". Καθόν χρόνο όλοι οι προαναφερόμενοι όροι της ένδικης σύμβασης, μετά διαπραγματεύσεις, είχαν πλήρως συνομολογηθεί από τα μέρη, η εναγομένη, λίγες ημέρες πριν την έναρξή της, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 3993/23-10-2009 έγγραφό της, ειδοποίησε την ενάγουσα να αρχίσει την παράδοση του λιγνίτη άμεσα, μετά την υπογραφή της σύμβασής τους. Όμως από την πρώτη παράδοση του λιγνίτη η ενάγουσα πωλήτρια δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις της, καθόσον δεν παρέδιδε στην εναγομένη τις ποσότητες λιγνίτη που είχαν συμφωνήσει, αλλά πολύ λιγότερες, μετ' ολίγον μάλιστα διέκοψε κάθε παράδοσή τους, και οι παραδοθείσες ποσότητες λιγνίτη δεν είχαν τα συμφωνημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Ειδικότερα, το χρονικό διάστημα από 27-10-2009 έως και 31-10-2009 η ενάγουσα παρέδωσε μόλις 834,84 μετρικούς τόνους λιγνίτη στην εναγομένη. Η τελευταία άμεσα διαμαρτυρήθηκε γι'αυτό προς εξασφάλιση της λειτουργίας του σταθμού της και με το υπ' αριθμ. 11248/3-11-2009 έγγραφό της κάλεσε την αντισυμβαλλομένη της να προβεί σε αύξηση του ημερήσιου ρυθμού παράδοσης στα επίπεδα που αντιστοιχούσαν στο μέγιστο συμβατικό μηνιαίο ρυθμό παραδόσεων, των 6.000 μετρικών τόνων, καθόσον τούτο ήταν απολύτως αναγκαίο για τη λειτουργία του ατμοηλεκτρικού σταθμού της.
Παρά την ανωτέρω διαμαρτυρία και επισήμανσή της εναγομένης η ενάγουσα εξακολούθησε, χωρίς να ενημερώσει ποτέ την αντισυμβαλλομένη της για οποιαδήποτε αδυναμία της στην εκπλήρωση της σύμβασής τους, να μην τηρεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις εξ αυτής και να της παραδίδει πολύ μικρότερες από τις συμφωνημένες ποσότητες λιγνίτη.
Ειδικότερα, τον επόμενο μήνα, τον Νοέμβριο του 2009, το χρονικό διάστημα από 1-11- 2009 έως και 30-11-2009, της παρέδωσε 3.324,66 μετρικούς τόνους, το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 έως και 16-12-2009 της παρέδωσε 1.704,58 μετρικούς τόνους, στις 17-12-2009 διέκοψε τις παραδόσεις για τρεις και πλέον μήνες και το Μάρτιο του 2010 της παρέδωσε μόλις 261,42 μετρικούς τόνους λιγνίτη, τους οποίους προμηθεύτηκε από άλλη, και όχι από τη βουλγαρική εταιρία, και έκτοτε διέκοψε οριστικά κάθε παράδοση λιγνίτη προς την αντισυμβαλλομένη της.
Συνολικά δηλαδή η ενάγουσα εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε ημερολογιακών μηνών παρέδωσε στην εναγομένη συνολικά (834,84 + 3.324,66 + 1.704,58 + 261,42 =) 6.125,50 μετρικούς τόνους λιγνίτη μόνο, ενώ συμβατικά όφειλε να της έχει μέχρι τότε παραδώσει 30.000 μετρικούς τόνους, με τον ορισθέντα ρυθμό των 6.000 μετρικών τόνων μηνιαίως, διακόπτοντας δε οριστικά κάθε παράδοση από τον Μάρτιο του 2010, στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη μόνο τους άνω 6.125,50 μετρικούς τόνους λιγνίτη αντί των 50.000 που είχαν συμφωνηθεί να της παραδώσει συνολικά με την ένδικη σύμβαση.
Όμως και οι ανωτέρω λίγες παραδοθείσες ποσότητες λιγνίτη- πέραν του ότι ποτέ δεν είχαν κατώτερη θερμιδογόνο δύναμη 4.000 Κcal/Κg και μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 1,33%, ώστε να έχουν το συμφωνημένο τίμημα πωλήσεως των 54,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο, αλλά μικρότερο τούτου με βάση τον ορισθέντα μαθηματικό τύπο-παρουσίαζαν και σημαντικές αποκλίσεις από τα συμφωνημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους.
Αυτό πιστοποιήθηκε από το Ανεξάρτητο Γραφείο πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "...", επιλογής των συμβαλλομένων εταιριών, μετά από τις γενόμενες, και μη αμφισβητούμενες από τα μέρη, αναλύσεις του ολλανδικού εργαστηρίου "..." επί των δειγμάτων του λιγνίτη, που τμηματικά είχε παραδώσει, κατά τα άνω, η ενάγουσα στην εναγομένη.
Έτσι συνέτρεχαν, οι προβλεπόμενοι από τη σύμβαση λόγοι περαιτέρω μείωσης και του αρχικά μικρότερου τιμήματος πωλήσεώς τους, κατά τα ποσοστά που είχαν ειδικώς συμφωνηθεί, για κάθε απόκλιση που εμφάνιζαν από τα επιμέρους ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, επειδή ο λιγνίτης που παραδόθηκε δεν είχε κατώτερη θερμιδογόνο δύναμη 4.000 Κcal/Κg και μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 1.33% κ.β.
ώστε να έχει το τίμημα των 54,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο, το βασικό του τίμημα, μετά από υπολογισμό του με τον αναφερόμενο στη σύμβαση μαθηματικό τύπο, διαμορφωνόταν πάντοτε μικρότερο. Συγκεκριμένα: α) οι 2.186,80 μετρικοί τόνοι λιγνίτη που παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 27-10-2009 έως και 15-11-2009, επειδή είχαν καθαρή θερμιδογόνο δύναμη 3.612 Κcal/Κg και ολικό θείο 0,79%, το τίμημά τους διαμορφωνόταν σε 49,213 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικά σε (49,213 X 2.168,80 =) 107.618,99 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%.
Πέραν τούτου είχαν αποκλίσεις από τα κατώτατα ποσοστά πτητικών και τέφρας επί ξηρού, τέτοιες που κατά τους όρους της σύμβασης συνέτρεχε λόγος διαδοχικής μείωσης του τιμήματος του για τις αποκλίσεις αυτές, ποσού 2,18 και 0,8 ευρώ, αντίστοιχα, ανά μετρικό τόνο λιγνίτη και έτσι το προαναφερόμενο συνολικό τίμημά τους μειώθηκε κατά το ποσό των ευρώ.
Για το τίμημα της εν λόγω πωλήσεως η ενάγουσα πωλήτρια εξέδωσε το υπ' αριθμ. 221/27-11-2009 τιμολόγιο για το ποσό των 101.102,32 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% και συνολικά για το ποσό των 120.311,77 ευρώ, αφού αφαίρεσε προηγουμένως το ανωτέρω ποσό των 6.516,67 ευρώ της συνολικής μείωσής του. β) οι 1.972,70 μετρικοί τόνοι λιγνίτη που παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 16-11-2009 έως και 30-11-2009, επειδή είχαν καθαρή θερμογόνο δύναμη 3.486 Κcal/Κg και ολικό θείο 0,93%, το τίμημά τους διαμορφωνόταν σε 47,50 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικά σε (47,40 X 1.972,70 =) 93.703,25 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% .
Πέραν τούτου είχαν αποκλίσεις από το κατώτατο όριο της θερμιδογόνου δύναμης και τα ποσοστά των πτητικών και τέφρας επί ξηρού, καθιστώντας το λιγνίτη πλέον ακατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση. Κατά τους όρους της σύμβασης το προαναφερόμενο τίμημα έπρεπε να μειωθεί διαδοχικά για κάθε μία από τις άνω αποκλίσεις, κατά 0,14, 10,20 και 39,10 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή κατά το συνολικό ποσό των (0,14+10,20+39,10=) 49,44 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη.
Επειδή όμως το προκύπτον, με τον υπολογισμό τους, συνολικό ποσό των μειώσεων ανερχόταν στο ποσό των (1.972,70 X 49,44 =) 97.530,29 ευρώ που υπερέβαινε το προαναφερόμενο τίμημα πωλήσεως των 93.703,25 ευρώ και δεδομένου ότι τα μέρη συμβατικά είχαν προβλέψει μόνο τη μείωση του τιμήματος και όχι την καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους της πωλήσεως σε περίπτωση έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωλούμενου λιγνίτη, για την προαναφερόμενη ποσότητά του το συνολικό τίμημά του των 93.703,25 ευρώ, μειώθηκε μέχρι του μηδενισμού του, καθόσον ο λιγνίτης με τις αποκλίσεις αυτές ήταν πλέον ακατάλληλος προς χρήση.
Για την εν λόγω πώληση η ενάγουσα πωλήτρια εξέδωσε αρχικά το υπ' αριθμ. 222/15-12-2009 τιμολόγιο πωλήσεως για το ποσό του βασικού, πριν τις διαδοχικές του μειώσεις, τιμήματος των 93.703,25 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% και συνολικά για το ποσό των 111.506,87 ευρώ. Ακολούθως όμως, μετά τον μηδενισμό του τιμήματος κατά τα άνω, προς ανάκληση του ανωτέρω τιμολογίου πωλήσεως και επειδή δεν δικαιούτο τιμήματος για την εν λόγω πώληση, εξέδωσε το υπ' αριθμ. 1/31-12-2009 πιστωτικό τιμολόγιο για το ίδιο ως άνω ποσό των 92.317,97 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%, δηλαδή για το συνολικό, του ομοίου το άνω τιμολόγιό της, ποσό των 92.317,97 ευρώ γ) οι 1.605,84 μετρικοί τόνοι λιγνίτη που παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 έως και 15-12-2009, επειδή είχαν καθαρή θερμιδογόνο δύναμη 3.546 Κcal/Κg και ολικό θείο 0,96%, το τίμημά τους ανά μετρικό τόνο διαμορφωνόταν σε 48,31 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικά σε (48,31X 1.605,84=) 77.578,13 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%.
Περαιτέρω είχαν σημαντική απόκλιση από τα κατώτατα ποσοστά πτητικών και τέφρας επί ξηρού. Κατά τους όρους της σύμβασης το προαναφερόμενο τίμημα έπρεπε να μειωθεί διαδοχικά για κάθε μία από τις άνω αποκλίσεις, κατά 31,60 και 39,30 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή κατά το συνολικό ποσό των (31,60 + 39,30 =) 70,90 ευρώ ανά μετρικό τόνο λιγνίτη.
Επειδή όμως το προκύπτον, με τον υπολογισμό τους, συνολικό ποσό των μειώσεων ανερχόταν στο ποσό των (1.605,84 X 70,90 =) 113.854,06 ευρώ που υπερέβαινε το προαναφερόμενο τίμημα των 77.578,13 ευρώ και τα μέρη συμβατικά είχαν προβλέψει μόνο τη μείωση του τιμήματος και όχι την καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους της πωλήσεως σε περίπτωση έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωλούμενου λιγνίτη, για την προαναφερόμενη ποσότητά του το συνολικό τίμημά του των 77.578,13 ευρώ, μειώθηκε μέχρι του μηδενισμού του, καθόσον ο λιγνίτης με τις αποκλίσεις αυτές των ποιοτικών του χαρακτηριστικών ήταν πλέον ακατάλληλος για τη συμφωνημένη χρήση.
Για την πώληση και παράδοση της εν λόγω ποσότητας λιγνίτη η ενάγουσα πωλήτρια εξέδωσε αρχικά το υπ' αριθμ. 223/28-12-2009 τιμολόγιο πωλήσεως για το ποσό του βασικού, πριν τις διαδοχικές του μειώσεις, τιμήματος της, των 77.587,13 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% και συνολικά για το ποσό των 92.317,97 ευρώ. Ακολούθως όμως, μετά τον μηδενισμό του τιμήματος, προς ανάκληση του ανωτέρω τιμολογίου πωλήσεως και επειδή δεν δικαιούτο τιμήματος για την εν λόγω πώληση, εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2/31-12-2009 πιστωτικό τιμολόγιό της για το ίδιο ποσό των 92.317,97 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%, δηλαδή, ομοίου συνολικού ποσού με το άνω τιμολόγιό της, των 92.317,97 ευρώ δ) οι 98,74 μετρικοί τόνοι λιγνίτη που παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 15-12-2009 έως και 30-12-2009, επειδή είχαν καθαρή θερμιδογόνο δύναμη 3.478 Κcal/Κg και ολικό θείο 0,92%, το τίμημά τους ανά μετρικό τόνο διαμορφωνόταν σε 47,39 ευρώ και συνολικά σε (47,29 X 98,74 =) 4.679,29 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%.
Πέραν τούτου εμφάνισαν αποκλίσεις από τα συμφωνημένα κατώτερα όρια της θερμιδογόνου δύναμης, των πτητικών και τέφρας επί ξηρού, τέτοιες, και κατά τους όρους της σύμβασης, συνέτρεχε λόγος διαδοχικής μείωσης του τιμήματος τους για τις αποκλίσεις αυτές, κατά το ποσό των 0,22, 15,20 και 31,10 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή κατά το συνολικό ποσό των (0,22 + 15,20 + 31,10 =) 46,52 ευρώ, ανά μετρικό τόνο, και έτσι το συνολικό τους τίμημα μειώθηκε κατά το ποσό των (98,74 X 46,52 =) 4.593,39 ευρώ.
Για την πωληθείσα αυτή ποσότητα λιγνίτη η ενάγουσα εξέδωσε αρχικά τα υπ' αριθμ. 224/31-12-2009 και 226/30-4-2010 τιμολόγια πωλήσεως για το ποσό, μετά του ΦΠΑ, των 5.549,18 ευρώ και 103,94 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή για το συνολικό ποσό των 5.653, 12 ευρώ και ακολούθως, μετά τις γενόμενες διαδοχικές μειώσεις του τιμήματος της εξέδωσε γι' αυτές το υπ' αριθμ. 3/30-4-2010 πιστωτικό τιμολόγιό της, για το συνολικό ποσό, μετά του ΦΠΑ των 5.642,44 ευρώ, απομένοντος μικρού υπολοίπου που αντιστοιχούσε στην αντίστοιχη εμπορική αξία του πωληθέντος λιγνίτη και ε) τέλος οι 261,42 μετρικοί τόνοι λιγνίτη που παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 16-3-2010 έως 31-3-2010, επειδή επίσης δεν είχαν καθαρή θερμιδογόνο δύναμη 4.000 Κcal/Κg και ολικό θείο ολικό θείο 1,33%, το τίμημά τους διαμορφώθηκε σε 45,38 ευρώ ανά μετρικό τόνο και συνολικά σε 11.863,24 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%.
Περαιτέρω, εμφάνιζαν αποκλίσεις από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του τέτοια, που σύμφωνα με τη σύμβαση συνέτρεχε λόγος μείωσης του προαναφερόμενου τιμήματος του κατά το ποσό των 1,69 ευρώ ανά μετρικό τόκο και έτσι το τίμημά τους μειώθηκε κατά το συνολικό ποσό των (261,42 X 1,69 =) 441,80 ευρώ. Για την πώληση και παράδοση της ποσότητας αυτής η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμ. 225/19-4-2010 τιμολόγιο πώλησης για το ποσό των 11.421,44 ευρώ, που προέκυπτε ως τίμημα πωλήσεως, μετά την αφαίρεση από το αρχικό, της ανωτέρω μειώσεώς του, πλέον του ΦΠΑ 21% και συνολικά για το ποσό των 13.819,94 ευρώ.
Σημειώνεται ότι τα προαναφερόμενα ποσά μειώσεως των άνω επιμέρους τιμημάτων πωλήσεως για τις παραδοθείσες ποσότητες λιγνίτη από την ενάγουσα στην εναγομένη, συνολικού ύψους 182.833,24 ευρώ, δεν είναι συνομολογηθείσες- για την περίπτωση απόκλισης από τα συμφωνημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά του- ποινικές ρήτρες, οι (μάλιστα) οποίες κατέπεσαν εξοφλήθησαν από την ενάγουσα δια συμψηφισμού, με την έκδοση εκ μέρους της των ανωτέρω πιστωτικών τιμολογίων της, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται.
Η μόνη ποινική ρήτρα που συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών με την ένδικη σύμβαση είναι η προαναφερόμενη, για την περίπτωση παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της ενάγουσας στην τμηματική παράδοση του λιγνίτη σε συγκεκριμένες ποσότητες, των 6.000 μετρικών τόνων, ανά ημερολογιακό μήνα. Η ενάγουσα παρέβη την άνω υποχρέωσή της, υπαιτίως όπως τεκμαίρεται, λόγω της ενδοσυμβατικής της ευθύνης, δεδομένου ότι η επικαλούμενη από την ίδια υπαιτιότητα της υποπρομηθεύτριάς της, βουλγαρικής εταιρίας, κατά την παράδοση των ποσοτήτων του λιγνίτη στα πλαίσια της δικής τους συμβάσεως πωλήσεως, χωρίς άλλα περιστατικά, ούτε προηγούμενη εκ μέρους της σχετική ενημέρωση της ενάγουσας, και αληθής υποτιθέμενη δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, αλλά ούτε και γεγονός για το οποίο η ενάγουσα δεν επέχει ευθύνη.
Άλλωστε η ενάγουσα, δεχόμενη με την αγωγή της την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας με αίτημα τη μείωσή της στο προσήκον μέτρον, που προϋποθέτει την τεκμαιρόμενη ενδοσυμβατική της ευθύνη κατά τη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, δεν δύναται να επικαλείται την υπαιτιότητα της προμηθεύτριάς της στην μη εκτέλεση της δικής της σύμβαση ως περιστατικό άρσης της δικής της τεκμαιρόμενης ενδοσυμβατικής ευθύνης, αλλά μόνο ως παράμετρο για τον χαρακτηρισμό της ως υπέρμετρης και κατ' εκτίμηση, ως τέτοια την ιστορεί στην αγωγή της.
Συνακόλουθα κατέπεσε εις βάρος της ενάγουσας η ανωτέρω ποινική ρήτρα, η οποία για το προαναφερόμενο διάστημα των πέντε ημερολογιακών μηνών ανήλθε συνολικά στο ποσό των 67.319,58 ευρώ, όπως συνομολογείται. Ειδικότερα, διακριτά ανά ημερολογιακό μήνα η ποινική ρήτρα, υπολογιζόμενη ως κατωτέρω, ανήλθε α) με βάση τους 2.675,34 μετρικούς τόνους λιγνίτη, που δεν παραδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1-1-2009 έως 30-11-2009, στο ποσό των (2.675,34 X 54,50 Χ 5%=) 7.276,93 ευρώ β) με βάση τους 4.295,42 μετρικούς τόνους λιγνίτη που δεν παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των (4.295,42 X 54,50 Χ 5% =) 11.705,02 ευρώ γ) με βάση τους 6.000 μετρικούς τόνους λιγνίτη που δεν παραδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-1-2010 ευρώ στο ποσό των (6.000 X 54,50 Χ 5% =) 16.350 ευρώ δ) με βάση τους 6.000 μετρικούς τόνους που δεν παραδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 28-2-2010 στο ποσό των (6.000 X 54,50 X 5% =) 16,350 ευρώ και ε) με βάση τους 5.738,58 μετρικούς τόνους λιγνίτη που δεν παραδόθηκαν το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως και 31-3-2010 στο ποσό των (5.738,58 X 54,50 X 5% =) 15.637,63 ευρώ.
Η εναγομένη, για την πληρωμή της ποινικής ρήτρας κάθε ημερολογιακού μηνός από τους ανωτέρω, που κατέπεσε εις βάρος της ενάγουσας και υπέρ της, λόγω της μη παράδοσης των ποσοτήτων λιγνίτη κατά τα συμφωνημένα, εξέδωσε στο όνομα της υπόχρεης αντισυμβαλλομένης της τα υπ' αριθμ. 55/23-12-2009, 1/8-1-2010, 10/16-2010, 12/10-3-2010 και 14/6-4-2010 τιμολόγιά της, αντίστοιχα, συνολικού ποσού (7.276,93 + 11.705,02 + 16.350 + 16.350 + 15.637,58 =) 67.319,58 ευρώ, τα οποία δεν εξόφλησε η ενάγουσα, καταβάλλοντας το ποσό τους στην εναγομένη, όπως υποχρεούτο.
Μετά την έκδοση και του τελευταίου τιμολογίου της για την οφειλόμενη ποινική ρήτρα η εναγομένη, με την από 26-4-2010 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε στις 28-4-2010 στην ενάγουσα, η οποία είχε πλέον διακόψει οριστικά κάθε παράδοση λιγνίτη, κατήγγειλε τη μεταξύ τους ένδικη σύμβαση πωλήσεως, λόγω της προπεριγραφόμενης αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων της αντισυμβαλλομένης της και ειδικότερα λόγω της μη παράδοσης των συμφωνημένων ποσοτήτων λιγνίτη ανά ημερολογιακό μήνα, της έλλειψης των συμφωνημένων ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη στις παραδοθείσες μειωμένες ποσότητες και της διακοπής κάθε παράδοσης λιγνίτη από τον Μάρτιο του 2010.
Για την καταγγελία αυτή η εναγομένη είχε συμβατικό δικαίωμα, το οποίο ρητά είχε προβλεφθεί με την ένδικη σύμβαση και επειδή έγινε για λόγους που δεν αφορούσαν την ίδια (την εναγόμενη αγοράστρια), ούτε οφείλονταν σε γεγονός ανωτέρας βίας, αλλά σε υπαιτιότητα της ενάγουσας πωλήτριας, η οποία μάλιστα δεν της είχε καταβάλει την οφειλόμενη ποινική ρήτρα, κατέπεσε εις βάρος της πωλήτριας, ανεξάρτητα από την άνω ποινική ρήτρα, και η εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 271.500 (ορθό 272.500) ευρώ, όπως ρητά είχε προβλεφθεί με την ένδικη σύμβαση μεταξύ των μερών.
Επομένως επειδή συνέτρεξε συμβατικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, η ενάγουσα δεν όφειλε να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή και είχε δικαίωμα είσπραξής της, όπως είχε οριστεί και με την σύμβαση, και τούτο έπραξε ζητώντας την πληρωμή της από την εκδότρια Τράπεζα Κύπρου, η οποία υποχρεούτο προς τούτο σε πρώτη ζήτηση.
Επομένως για την κατάπτωση και συνακόλουθα την είσπραξη του ποσού της εγγυητικής επιστολής εκ μέρους της εναγομένης υπήρχε νόμιμη αιτία και δη σχετικός όρος της επίδικης σύμβασης. Μετά ταύτα η εναγομένη εισπράττοντας το ποσό της εγγυητικής επιστολής, των 272.500 ευρώ, δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία με την ένδικη αγωγή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα αντίθετα και ειδικότερα, αφαιρώντας από το ποσό των 272.500 ευρώ της εγγυητικής επιστολής το ποσό της εισέτι οφειλόμενης από την ενάγουσα ποινικής ρήτρας των 67.319,58 ευρώ, έκρινε ότι η εναγομένη εισπράττοντας την εγγυητική επιστολή, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος της ενάγουσας χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό των (272.500 - 67.319,58 =) 204.680,42 ευρώ και αναγνώρισε το ποσό αυτό ως οφειλόμενο προς απόδοση στην ενάγουσα, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εναγομένη -εκκαλούσα με τους λόγους της υπό κρίση πρώτης έφεσης...
Ακολούθως, στα πλαίσια της περαιτέρω έρευνας των λόγων της δεύτερης έφεσης, της ενάγουσας-εκκαλούσας, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με την εκκαλουμένη απόφαση, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής της ως προς την αιτούμενη μείωση στο προσήκον μέτρον της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων υπόψη του ύψους της ποινικής ρήτρας (67.319,53 ευρώ), που κατέπεσε σε βάρος της ενάγουσας, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής της εναγομένης της, της έκτασης της συμβατικής παράβασης της ενάγουσας, του βαθμού του πταίσματός της, καθώς και του γεγονότος ότι αυτή έχει όμοια δικαιώματα με αυτά της εναγομένης έναντι της δικής της προμηθεύτριας βουλγαρικής εταιρίας-που δημιουργούν αξιώσεις πολύ μεγαλύτερου ποσού από αυτό που πραγματικά της οφείλει για την αγορά των ποσοτήτων λιγνίτη που παρέδωσε στην εναγομένη- των πληγέντων συμφερόντων της τελευταίας, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης στην εύρυθμη λειτουργία της, και της οικονομικής κατάστασης των μερών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ανωτέρω συνολική ποινική ρήτρα που κατέπεσε εις βάρος της ενάγουσας δεν είναι υπέρμετρη και δεν συντρέχουν λόγοι μείωσής της.
Ειδικότερα, η ενάγουσα από την έναρξη ακόμη της ένδικης σύμβασης επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά, από αποκλειστικά δική της υπαιτιότητα, εκτέλεσε πολύ μικρό μέρος της σύμβασης και μάλιστα πλημμελώς και σύντομα σταμάτησε εντελώς να την εξυπηρετεί, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση της αντισυμβαλλομένης της.
Από την άλλη πλευρά η εναγομένη κατάρτισε την ένδικη σύμβαση με την εναγομένη, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, προκειμένου να προμηθευτεί τις απαιτούμενες για τη λειτουργία του ατμοηλεκτρικού σταθμού της, ποσότητες λιγνίτη με τα ανωτέρω ποιοτικά χαρακτηριστικά, καθόσον δεν διέθετε λιγνίτη αντίστοιχης ποιότητας, προκειμένου να επιτύχει τη δημιουργία ενός μίγματος με αυτόν που ήδη είχε, περίπου 1.800 Κcal/Κg, για είναι καύσιμο.
Η πλημμελής εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης, αναφορικά με την παράδοση και την ποιότητα του λιγνίτη, ανεξάρτητα από την τυχόν ζημία της, η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, προκάλεσε προβλήματα στη λειτουργία του ατμοηλεκτρικού σταθμού στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για την απαιτούμενη ηλεκτροδότηση και μάλιστα τη χειμερινή περίοδο που οι ανάγκες των κατοίκων- καταναλωτών είναι αυξημένες και αδυνατούσε να τις καλύψει.
Αιφνιδιάστηκε από την συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης της, η οποία ρητά της είχε εγγυηθεί την δυνατότητά της για ανταπόκριση στο ρυθμό παράδοσης του λιγνίτη και την συμφωνημένη καλή ποιότητά του. Επιπρόσθετα η οποιαδήποτε προσπάθεια της εναγομένης για προμήθεια αυτού του προϊόντος από άλλον προμηθευτή, θα ήταν πολύπλοκη, χρονοβόρα και δαπανηρή, και μετά από διενέργεια νέου διαγωνισμού.
Το μικρό, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τίμημα πωλήσεως που αυτή δικαιούται από την εναγομένη, δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, καθόσον είναι το συμφωνημένο και αυτό που πραγματικά αντιστοιχεί στην εμπορική αξία της ποσότητας και της ποιότητας του λιγνίτη που παρέδωσε στην ενάγουσα, ενώ ουδεμία επιρροή ασκεί στην ένδικη περίπτωση η πραγματική εξέλιξη της σύμβασής της με τη βουλγαρική εταιρία, έναντι της οποίας έχει όσα δικαιώματα έχει κατ' αυτής η εναγομένη, λόγω της ταυτότητας των όρων των δύο συμβάσεων.
Κατόπιν τούτου η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το αιτήματά της για μείωση της συμφωνημένης με την ένδικη σύμβαση πωλήσεως ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρο, και συνακόλουθα -με την πρόσθετη επισήμανση ότι δεν αποδεικνύεται καταβολή αυτής της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε- ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η αξίωση της ενάγουσας για αναγνώριση οφειλής της εναγόμενης για απόδοση του υπερβάλλοντος το προσήκον μέτρο καταβληθέντος ποσού της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του τα ίδια ως άνω έκρινε και απέρριψε επίσης την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα άνω αιτήματά της, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες (αρθ. 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η έφεση αυτή κατ' ουσίαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού από την είσπραξη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εγγυητικής επιστολής, ποσού 204.680,42 ευρώ, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε, και κατά το μέρος αυτό, την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι συμφωνηθείσες μειώσεις του τιμήματος για τις ποιοτικές αποκλίσεις των παραδιδόμενων από την αναιρεσείουσα ποσοτήτων λιγνίτη δεν αποτελούν συνομολογηθείσες ποινικές ρήτρες αλλά συμβατική μείωση του τιμήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ, προβαίνοντας σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό του περιεχομένου του επίμαχου όρου 3.3 των Ειδικών Όρων της σύμβασης που τιτλοφορείται "ποινικές ρήτρες και αποκλίσεις από τα συμβατικά ποιοτικά χαρακτηριστικά" και υπάγοντας, ακολούθως, σωστά τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά στις πιο πάνω διατάξεις, ενώ δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 404, 405, 407 και 409 ΑΚ, καθόσον δεν συνέτρεχαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Επομένως, ο τρίτος λόγος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην περιεχόμενη στον παραπάνω όρο δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά προέβη, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο του όρου, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτού, διαφορετικό από εκείνον που προέβησαν οι συμβαλλόμενοι, δεχόμενο ότι με αυτόν συμφωνήθηκε μείωση του τιμήματος και όχι ποινική ρήτρα, η κρίση δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, καίτοι διαπίστωσε εμμέσως κενό και αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο και την έννοια του ανωτέρω συμβατικού όρου, παρέλειψε να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ανεύρει την αληθή βούληση της σχετικής δικαιοπρακτικής δήλωσης των διαδίκων, καθώς και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δεν αναφέρει ρητά ότι διαπίστωσε κενό και αμφιβολία, παρ' όλα αυτά προέβη σε ερμηνεία του όρου, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας, αυτεπάγγελτα, το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 45/2006), έστω και αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από αυτό που θεωρούν κατά την άποψή τους ορθό οι διάδικοι (ΑΠ 1330/2011, 952/2000).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενώ ταυτόχρονα δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι ο όρος 3.3 των Ειδικών Όρων της σύμβασης με τον τίτλο "ποινικές ρήτρες και αποκλίσεις από τα συμβατικά ποιοτικά χαρακτηριστικά" αποτελεί γνήσια ποινική ρήτρα και ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν κατ' εφαρμογή της σε βάρος της (αναιρεσείουσας) δεν είναι υπέρμετρες, ομολογώντας έμμεσα ότι αυτή ήταν η αληθινή βούληση των διαδίκων, ενώ αντίθετα χαρακτήρισε τον σχετικό όρο ότι αποτελεί "συνομολογηθείσα μείωση του τιμήματος" χωρίς αντίστοιχα να προταθεί από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν στον εν λόγω όρο τα συμβαλλόμενα μέρη και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, υπήγαγε τα παρά των διαδίκων προταθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τον όρο 3.3 της ένδικης σύμβασης, στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου, προβαίνοντας στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του όρου αυτού, ήτοι ότι αποτελεί μείωση του αρχικά συνομολογηθέντος τιμήματος και όχι ποινική ρήτρα, με συνέπεια να μην ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, η προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ πλημμέλεια.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ: "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά, που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 847/2017, ΑΠ 1118/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα ούτε για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 928/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 118/2015, ΑΠ 1439/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο (αριθμείται ως έκτος) λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς που επικαλέστηκε προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματός της για μείωση στο προσήκον μέτρο της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας, ύψους 67.319,58 ευρώ, που κατέπεσε σε βάρος της λόγω μη εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσής της για τμηματική παράδοση του λιγνίτη σε συγκεκριμένες ποσότητες 6.000 μετρικών τόνων ανά ημερολογιακό μήνα, ενώ με τον έκτο (έβδομο του αναιρετηρίου) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αλλά απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες το πιο πάνω αίτημά της ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενη ότι η ποινική ρήτρα δεν είναι υπέρμετρη.
Από το αναλυτικά εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω απορριπτικό πόρισμά του, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής", που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της ποινικής ρήτρας (67.319,53 ευρώ) που κατέπεσε σε βάρος της αναιρεσείουσας και ανερχόταν σε ποσοστό 5% της αξίας της μη παραδοθείσας ποσότητας λιγνίτη, την αξία της αντιπαροχής της αναιρεσίβλητης, την οικονομική κατάσταση των μερών, την αντισυμβατική συμπεριφορά που επέδειξε η ενάγουσα, από αποκλειστικά δική της υπαιτιότητα, από την έναρξη ακόμη της ένδικης σύμβασης, το πολύ μικρό μέρος της σύμβασης που αυτή εκτέλεσε και μάλιστα πλημμελώς, παύοντας την εκπλήρωσή της σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, το γεγονός ότι αυτή έχει όμοια δικαιώματα με αυτά της αναιρεσίβλητης έναντι της δικής της προμηθεύτριας βουλγαρικής εταιρίας, τα πληγέντα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, καθώς και τα προβλήματα που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης στην εύρυθμη λειτουργία της και ειδικότερα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για την απαιτούμενη ηλεκτροδότηση και μάλιστα τη χειμερινή περίοδο που οι ανάγκες των κατοίκων- καταναλωτών είναι αυξημένες και αδυνατούσε να τις καλύψει.
Από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με αυτό της αγωγής και των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη άπαντες τους προβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και περαιτέρω διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που θεμελιώνει το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ήτοι την απόρριψη του σχετικού αιτήματος περί μειώσεως της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο.
Συνεπώς, με την πιο πάνω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, υπάγοντας σωστά στα κριτήρια αυτής τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα περιστατικά υπέρμετρης ποινικής ρήτρας και μείωσης αυτής στο προσήκον μέτρο, αλλ' ούτε και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς ως προς τα θέματα αιτιολογίες. Επομένως, οι από τους αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ανεπαρκούς αιτιολογίας απαραδέκτως προβάλλονται, αφού αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος.
Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι με αυτές οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στον δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.
Δηλαδή, η τράπεζα, που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε δανειστή του πελάτη/εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη/εντολέα-τράπεζας, η οποία, πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας, τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή.
Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας, τράπεζας και όχι και για τον λήπτη. Η δημιουργούμενη δε με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη (τράπεζας) και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.
ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης.
Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.
Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (σχετ.
ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Έτσι, εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο (δεν μπορεί) να αντιτάξει ενστάσεις, που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον πελάτη/εντολέα της, οι οποίες (ενστάσεις) ανάγονται στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω σχέσης, καθόσον ο τελευταίος (εντολέας) δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση τράπεζας και λήπτη της εγγυητικής επιστολής (δανειστή του).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.
ΑΚ (ΑΠ 2018/2014, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνη η σύμβαση περί πληρωμής της εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για τον λήπτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης (δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας), όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/πελάτη, εντολέα της), της οποίας (σχέσης κάλυψης), επομένως, το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική επιστολή, δεν είναι παρεπόμενο (ΑΠ 561/2021, ΑΠ 761/2020).
Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να προσδώσουν διαφορετικό περιεχόμενο στην σύμβαση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως και, συνεπώς, δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί, ότι η εγγυητική επιστολή καταπίπτει και η παρέχουσα αυτήν τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό στο δανειστή, σε περίπτωση που δεν εξελιχθεί ομαλά η έννομη σχέση που αποτέλεσε το υπόβαθρο για την έκδοσή της, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη ληξιπροθέσμων οφειλών του οφειλέτη/εντολέα της τράπεζας προς το δανειστή καλύπτοντας στην περίπτωση αυτού η εγγυητική επιστολή την από υπαιτιότητα του οφειλέτη πρόωρη λύση της σύμβασης και τις προκύπτουσες δυσμενείς για το δανειστή συνέπειες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, εισπράττοντας το ποσό της εγγυητικής επιστολής ποσού 272.500 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 847, 848, 864 και 904 ΑΚ, τις οποίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με τη σωστή υπαγωγή σ' αυτές των ανελέγκτως δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, αφενός μεν είχε ρητά συμφωνηθεί, με σχετικό όρο της σύμβασης, ότι η καταγγελία αυτής από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, λόγω υπαίτιας παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεών της, θα επέφερε, πέραν της ποινικής ρήτρας, και την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δηλαδή, κατά τη νοηματική εκτίμηση της απόφασης, να εξαρτάται η κατάπτωση από την ύπαρξη ή μη ληξιπροθέσμων οφειλών της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τελικώς την ένδικη σύμβαση πωλήσεως λόγω αθέτησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας της συμβατικής υποχρέωσής της για την παράδοση των συμφωνημένων ποσοτήτων λιγνίτη ανά ημερολογιακό μήνα, με συνέπεια την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, που δικαιολογούσε την κατάπτωση και είσπραξη της εγγυητικής επιστολής από την εκδότρια τράπεζα, η οποία υποχρεούτο προς τούτο σε πρώτη ζήτηση.
Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές:
α) ότι, κατά τη σύμβαση, κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως επέφερε η καταγγελία της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λόγω παράβασης οποιουδήποτε όρου αυτής από την αναιρεσείουσα πωλήτρια, εκτός από τις περιπτώσεις υπαιτιότητας της ίδιας της αγοράστριας και ανωτέρας βίας, β) η καταγγελία αυτή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εκτός από την κατάπτωση της εγγυήσεως καλής εκτέλεσης, ορίστηκε ότι θα δημιουργεί υποχρέωση της πωλήτριας να καταβάλει αποζημίωση στην ενάγουσα, που δεν θα υπερβαίνει το 50% της συνολικής αξίας της συμβάσεως, ανεξάρτητα και επιπλέον της ποινικής ρήτρας για καθυστερημένη παράδοση του υλικό, γ) ότι η αναιρεσίβλητη, έχοντας σχετικό συμβατικό δικαίωμα, κατήγγειλε τη μεταξύ τους ένδικη σύμβαση πωλήσεως, λόγω υπαίτιας αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας και έτσι κατέπεσε σε βάρος της, ανεξάρτητα από την άνω ποινική ρήτρα, και η εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, όπως ρητά είχε προβλεφθεί με την ένδικη σύμβαση μεταξύ των μερών, δ) ότι, εφόσον συνέτρεξε συμβατικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, η ενάγουσα δεν όφειλε να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή και είχε δικαίωμα είσπραξής της, όπως είχε οριστεί και με την σύμβαση.
Επομένως, οι ένατος, από τον αρ. 1 και δέκατος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (δέκατος και ενδέκατος του αναιρετηρίου) λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα διατείνεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον έβδομο (όγδοο) λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη απορρίπτοντας το αίτημα αυτής για επιστροφή του ποσού της εγγυητικής επιστολής ποσού 272.500 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος έλαβε υπόψη πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το ποσό της ένδικης εγγυητικής επιστολής αποτελούσε πρόσθετη ποινική ρήτρα σε βάρος της αναιρεσείουσας και ότι θα κατέπιπτε σε κάθε περίπτωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ανεξόφλητων χρηματικών αξιώσεών της εναντίον της από ποινικές ρήτρες ή αποζημιώσεις, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Επίσης, με τον όγδοο (ένατο) λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτο, αφού δεν προτάθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 562 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη προέβαλε τον ισχυρισμό περί κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής με βάση συμβατικό όρο, τόσο με τις προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου όσο και με το δικόγραφο της έφεσης, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι με βάση τον όρο υπό στοιχ. 13.2 των Γενικών Όρων της ένδικης σύμβασης "Η καταγγελία αυτής της συμβάσεως από τον Αγοραστή επιφέρει την κατάπτωση της εγγυήσεως καλής εκτέλεσης...".
Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω έβδομος και όγδοος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-9-2019 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2055/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ