Legislator Case Law & Legislation
836/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic court verdict regarding motorcycle accident liability and procedural errors.

Case Number 836/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the traffic court's verdict regarding a motorcycle accident, finding procedural errors in the original judgment. The court determined that the defendant driver was not at fault because the motorcycle was outside his field of view and entered the opposing lane legally. Consequently, the appeal was upheld for all parties except the last defendant, who was not a proper subject of the original appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court committed procedural errors, remanding the case for retrial by a different panel of judges.

Keywords

AI generated
traffic accident liability motorcycle field of view procedural error appeal remittal different judges code civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of the Traffic Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 836/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μ. Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) διορθώνει την από 28-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος ως προς την αρίθμηση των καθ' ων η κλήση, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (ο αύξων αριθμός … επαναλαμβάνεται δύο φορές) και β) το αναιρεσείον παραιτείται από το δικόγραφο της από 28-12-2002 αιτήσής του και της από 28-12-2018 κλήσης του για αναίρεση της 321/2001 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τον τελευταίο των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση, Γ.

Κ.. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Π. Ε. Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. Π. - Κ., πρώην συζ. Π. Μ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Γ. Κ. - Π., 3) Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ. - Π. του Γ., συζ. Λ. Χ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσίβλητης Ε. χας Γ. Κ. - Π., το γένος Κ. Κ., που ενεργούσε ατομικώς και ως κληρονόμος του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Γ.

Κ. - Π., 5) Μ. χας Β. Κ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Β. Κ. του Γ., 6) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Β. Κ. του Γ., 7) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Β. Κ. του Γ. και 8) Γ. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος έως και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Καλογήρου, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο Γ.

Κ. (τελευταίος) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-1997 αγωγή των Π. Μ. του Ε., Μ. συζ. Π. Μ., το γένος Γ. Κ. - Π., Ε. Μ. του Π., Γ. Κ. - Π. του Ζήση και Ε. συζ. Γ. Κ. - Π., το γένος Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 8-9-1997 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την από 8-3-1999 αγωγή του ήδη 8ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2001 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-12-2002 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 322/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2002 αιτήσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου για αναίρεση της 321/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-12-2018 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 4-1-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή μόνο του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.12.2018 κλήση του αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 28.12.2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2003 αίτηση, με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της 321/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, όπως ίσχυαν τότε, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 322/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως τα άρθρα 294 και 297 ίσχυαν μέχρι 31.12.2015, πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (7.1.2003), προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναιρέσεως που έχει ασκηθεί κατ' άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από τον, κατ' άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δικ.

πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή, κατ' άρθρο 98 του Κ.Πολ.Δικ., απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 98 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 78/2018, Α.Π. 990/2018, Α.Π. 262/2017, Α.Π. 545/2016, Α.Π. 374/2016), ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (Α.Π. 665/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Βασίλειος Κούρτης, ενεργών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12.9.2017 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Α. Μ., διατύπωσε την δήλωση, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι το τελευταίο παραιτείται από το δικόγραφο των ένδικων: α) από 28.12.2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2003 αιτήσεως για αναίρεση της 321/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και β) της από 28.12.2018 κλήσεως ως προς τον τελευταίο των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση Γ.

Κ., ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Η δήλωση αυτή έχει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 του Κ.Πολ.Δικ. αποτέλεσμα και, συνεπώς, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης ως προς αυτόν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35 του Α.Κ., 62, 63 και 313 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δικ., όπως οι τελευταίες ίσχυαν μέχρι 31.12.2015, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού και στην δίκη της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση αποφάσεως.

Η διακοπή, δηλαδή, της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.

Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, που ασκούνται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δικ., να απευθύνονται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της.

Η αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της που απευθύνονται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρα και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1165/2014, ΑΠ 65/2006).

Η προαναφερόμενη ακυρότητα, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ότι ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου προηγήθηκε της ασκήσεως της αναιρέσεως ή των προσθέτων λόγων αυτής και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτών γνώριζε το γεγονός αυτό (Α.Π. 65/2006).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ. προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει την δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7.1.2003, με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου της υπ' αριθμ.

…/2003 πράξεως καταθέσεως, απευθύνεται δε, εκτός άλλων, και κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ.-Π., αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά την εφετειακή δίκη (τετάρτου εκκαλούντος - τετάρτου εφεσιβλήτου), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (321/2001 Εφετείου Δωδεκανήσου). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο ως άνω τέταρτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 6.5.2002 (βλ.

την υπ' αριθμ. ....5.2002 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος του Δήμου ... Γ. Γ.), δηλαδή μετά την έκδοση της προαναφερόμενης εφετειακής αποφάσεως, η οποία ειδικότερα, όπως εξ αυτής προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 7.12.2001 και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του Ε.

χα Γ. Κ.-Π., το γένος Κ. Κ. (5η αναιρεσίβλητη) και τα τέκνα του Μ. Κ.-Π. του Γ. (2η αναιρεσίβλητη), Β. Κ.-Π. του Γ. και Ε. Κ.-Π. του Γ. (βλ. την υπ' αριθμ. 204/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το με αριθμό πρωτ. .../15.11.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Τεμπών, Νομού Λάρισας και το με αριθμό πρωτ. .../2004, με αριθμό …/2004 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Λάρισας).

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στο αναιρεσείον από τους κληρονόμους του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί του θανάτου αυτού κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους κληρονόμους του.

Εξ άλλου, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι μετά την άσκηση της αναιρέσεως: 1] ο ανωτέρω κληρονόμος του αρχικώς 4ου αναιρεσιβλήτου Β. Κ. του Γ. απεβίωσε στη ..., στις 27.9.2013 και άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς την σύζυγό του Μ. χα Β. Κ. και τα τέκνα του Ε. Κ. του Β. και Μ.

Κ. του Β. και 2] η με αύξ. αριθμ. αναιρετηρίου …η, Ε. συζ. Γ. Κ.-Π., απεβίωσε στην Λάρισα, στις 25.5.2014 και άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της την θυγατέρα της Μ. Κ. - Π. του Γ. (2η αναιρεσίβλητη), την θυγατέρα της Ε. Κ.-Π. του Γ. και τα τέκνα του προαποβιώσαντος (27.9.2013) γιού της Β. Κ. - Π.: α) Ε. Κ. του Β. και β) Μ. Κ. του Β..

Όλοι οι ανωτέρω δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια των νομίμως παρισταμένων και εκπροσωπούντων αυτούς πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, οι οποίες ουδόλως αμφισβητούνται από το αναιρεσείον, το οποίο, μάλιστα, απευθύνει την ένδικη από 28.12.2018 κλήση του εναντίον τους (υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους) και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς αυτούς, οι οποίοι κληθέντες σχετικώς, παραστάθηκαν κατά την συζήτηση και προέβαλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 53/2016).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και, επομένως, και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. "...προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατευθύνσεως και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει την διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τους συναφείς με την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος λόγους της από 28.3.2000 εφέσεως του τότε δευτέρου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" κατά της 150/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε δεχθεί εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 25.2.1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση, επιδικάζοντας τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θάνατο του οικείου τους Ε.

Μ. του Π. σε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο θανών, που οδηγούσε δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο Γ. Κ., οδηγός της αναφερόμενης ανασφάλιστης δίκυκλης μοτοσυκλέτας (ήδη μη διάδικος, μετά την ως προς αυτόν παραίτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως και της κλήσεως), αφού απέδωσε την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, επικυρώνοντας έτσι, κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "1) Περί την 18.40'της 27.2.1995 ο ηλικίας 26 ετών Ε.

Μ...., κινούμενος με το ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του..., στην διπλής κατεύθυνσης και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,90 μέτρων οδό ... (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα), με κατεύθυνση προς Ρόδο, θέλησε να κατευθυνθεί προς την αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, και κάθετα διασταυρούμενη με την οδό ... οδό, που οδηγεί προς της παραλία της Κρεμαστής.

Για τον σκοπό αυτό εισήλθεν αναγκαίως και σχεδόν κάθετα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ όμως είχε ήδη διασχίσει περισσότερο από τα 2/3 του πλάτους του ρεύματος αυτού συγκρούστηκε με την επί της αυτής οδού ..., αλλά κατ' αντίθετη κατεύθυνση κινούμενη χωρίς αριθμό κυκλοφορίας (βλ. έκθεση αυτοψίας) και ανασφάλιστη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Γ.

Κ., εναγόμενος στις Α' και Β' αγωγές και ενάγων στην Γ'. Από την σύγκρουση αυτή, η οποία ήταν σφοδρότατη, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, σκοτώθηκεν επί τόπου ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Ε. Μ., λόγω κατάγματος βάσης κρανίου μετά μαζικής εγκεφαλικής αιμορραγίας (από 27-2-1995 ιατροδικαστική έκθεση) και τραυματίσθηκε βαρύτατα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Γ.

Κ., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, κάταγμα γνάθου και θλάση τριχωτού κεφαλής και διεκομίσθη στην Αθήνα (βλ. σχετική ιατροδικαστική έκθεση). 2) Η σύγκρουση αυτή οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας Γ. Κ. και δη σε αμέλεια αυτού, έλλειψη δηλ. της προσοχής που όφειλε όπως κάθε μετρίως συνετός και προσεκτικός οδηγός, ενόψει των κυκλοφοριακών συνθηκών (σκότος, οδός μεγάλης κυκλοφορίας - βλ.

έκθεση αυτοψίας) και μπορούσε λόγω των προσωπικών του ιδιοτήτων και ικανοτήτων ως οδηγού να καταβάλει, αφού αυτός οδηγούσε την μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια ικανότητος και με υπερβολική ταχύτητα, περί τα 120 Km/h και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να δύναται κάθε στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους ελιγμούς (άρθρα 12, 19 και 20 του ισχύοντος τότε Κ.Ο.Κ., που είχε κυρωθεί με το ν. 2094/1992).

Τα παραπάνω και ειδικότερα ως προς την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας αποδεικνύονται ειδικότερα από τα εξής: α) Από την αγωγή του και την έφεσή του, στις οποίες παραδέχεται ότι εκινείτο με ταχύτητα 100 Km/h, όπως άλλωστε και κατά την απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου (βλ. 1097/2000 απόφαση), β) Από την σφοδρότητα της σύγκρουσης, αφού:

αα) η μοτοσυκλέτα του έσυρε το μοτοποδήλατο του θανόντος σε απόσταση 18,70 μέτρων, ενώ η μοτοσυκλέτα σύρθηκε σε απόσταση 55,80 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης (βλ. έκθεση αυτοψίας, στην οποία επισημαίνεται ότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και σχεδιάγραμμα), ββ) ο Ε. Μ. σκοτώθηκεν επί τόπου, ενώ ο ίδιος ο Γ.

Κ. τραυματίσθηκε βαρύτατα, γ) Από την με ημερομηνία 30-4-1995 προανακριτική απολογία του, στην οποία ομολογεί ότι εκινείτο με ταχύτητα 100 Km/h και ότι πριν από την σύγκρουση δεν είχε αντιληφθεί το μοτοποδήλατο, ενώ στην αγωγή και την έφεσή του αναφέρει ανακριβώς ότι με τα φώτα της μοτοσυκλέτας του είχε προειδοποιήσει τον θανόντα να αναμένει την διέλευση της μοτοσυκλέτας.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του Γ. Κ. βρίσκεται προδήλως σε αιτιώδη συνάφεια με την σύγκρουση, αφού εάν αυτός εκινείτο με κανονική (εντός των προβλεπομένων από τον ΚΟΚ ορίων) ταχύτητα και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του θα μπορούσε με σχετική ευκολία και κατάλληλο ελιγμό ν' αποφύγει το μοτοποδήλατο, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η οδός στο σημείο αυτό είναι ευθεία σε μήκος 150 μέτρων και η ορατότητα δεν περιορίζεται από διάφορα εμπόδια, ενώ και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής (βλ.

έκθεση αυτοψίας). Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου ως προς την υπαιτιότητα του Γ. Κ. ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την 1097/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου κηρύχθηκεν ένοχος και καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος του Ε. Μ.. Αντίθετα ουδεμίας μορφής συνυπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα οδηγό του μοτοποδηλάτου Ε.

Μ.. Ειδικότερα: Είναι γεγονός ότι αυτός εισήλθε (κάθετα) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, τούτο όμως έπραξε προκειμένου να εισέλθει στην προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, και πέραν του αντιθέτου ρεύματος κάθετη οδό. Σημειώνεται, τούτο δε έχει ιδιαίτερη σημασία, ότι η κίνηση αυτή (στροφή) δεν απαγορευόταν, αφού δεν προκύπτει ότι υπήρχε σχετική απαγορευτική πινακίδα, αλλ' ούτε και συνεχής διαγράμμιση επί του οδοστρώματος (διαχωριστική γραμμή), αφού αυτή είχε σβησθεί, λόγω της παρόδου του χρόνου (βλ.

έκθεση αυτοψίας). Εξάλλου κατά την στιγμή της σύγκρουσης το μοτοποδήλατο είχε διανύσει περισσότερο από τα 2/3 του πλάτους του αντιθέτου ρεύματος πορείας, τούτο δε σημαίνει ότι, όταν ο θανών άρχισε να πραγματοποιεί τον ελιγμό, ο Γ. Κ. βρισκόταν σε ικανή απόσταση, που δημιούργησε στον θανόντα την εύλογη πεποίθηση ότι μπορούσε να τον πραγματοποιήσει με ασφάλεια μέχρι την ολοκλήρωσή του, την απόσταση όμως αυτή κάλυψεν ο Γ.

Κ. σε πολύ μικρό χρόνο λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει...". Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ. με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά εφαρμόστηκαν και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον αφορά ειδικότερα στο ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη του θανόντος οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, με την απόφασή του: 1) Αν και δέχεται ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ενώ μπορούσε, δεν αντιλήφθηκε τον θανόντα οδηγό του δικύκλου μοτοποδηλάτου Ε. Μ. να στρίβει αριστερά, δεν διευκρινίζει γιατί και ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που εκινείτο από αριστερά του, στην οδό ..., με κατεύθυνση προς ..., η οποία (οδός), κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, στο σημείο εκείνο, είναι ευθεία σε μήκος 150 μέτρων, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν από διάφορα εμπόδια και ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, εφόσον και εκείνος μπορούσε να αντιληφθεί την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ώστε να μην επιχειρήσει να στρίψει προς τα αριστερά, αλλά, συμμορφούμενος με τις επιταγές του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., να επιτρέψει την διέλευση αυτής (δίκυκλης μοτοσυκλέτας), η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, εκινείτο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει.

Δεν δικαιολογείται, δηλαδή, η παραδοχή του Εφετείου ότι όταν ο οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου άρχισε να πραγματοποιεί τον ελιγμό προς τα αριστερά, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας βρισκόταν σε ικανή απόσταση, που δημιούργησε στον πρώτο την εύλογη πεποίθηση ότι μπορούσε να τον πραγματοποιήσει με ασφάλεια μέχρι την ολοκλήρωσή του, δεδομένου ότι για την πραγματοποίηση του προς τα αριστερά ελιγμού, δεν αρκούσε το γεγονός ότι το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, που επρόκειτο να εγκαταλείψει, ήταν προς στιγμήν ελεύθερο, αλλά έπρεπε η κινούμενη επί του ρεύματος αυτού δίκυκλη μοτοσυκλέτα να βρισκόταν σε τέτοια απόσταση που να παρείχε την δυνατότητα στον οδηγό του δικύκλου μοτοποδηλάτου να πραγματοποιήσει τον προς τα αριστερά ελιγμό χωρίς κίνδυνο συγκρούσεως (Α.Π. 1220/2018, Α.Π. 53/2016). 2) Δεν διευκρινίζει σε πόση απόσταση (έστω και κατά προσέγγιση) βρισκόταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα όταν ο οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου άρχισε να πραγματοποιεί τον ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να κριθεί αν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οδηγώντας με κανονική (εντός των προβλεπομένων από τον Κ.Ο.Κ.

ορίων) και ασκώντας τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, μπορούσε να προβεί με ασφάλεια σε αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια (αποφευκτικός ελιγμός, τροχοπέδηση) και 3) Δεν εξειδικεύει πόσος χρόνος μεσολάβησε από την στιγμή που ο οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου εισήλθε κάθετα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μέχρι την στιγμή της συγκρούσεως, δοθέντος ότι η αναφορά ότι "την απόσταση όμως αυτή κάλυψε ο Γ.

Κ. σε πολύ μικρό χρόνο" δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση, ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί αν υπήρξε αμέλεια του θανόντος οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), αν δηλαδή αυτός αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση την κίνηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και, χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητά της, εισήλθε (κάθετα) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ή αν δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα, διότι ενήργησε κατά νόμον, πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, δεν είδε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, διότι αυτή βρισκόταν εκτός του ορατού του πεδίου και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η δε σύγκρουση επήλθε εξαιτίας της αυξημένης ταχύτητας και της ελλείψεως της προσοχής του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.

Μόνο το γεγονός ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο είχε ήδη διασχίσει τα 2/3 του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας δεν αναιρεί τα παραπάνω, διότι τούτο, κατά λογική αναγκαιότητα, σημαίνει ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα εκινείτο στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της, σύμφωνα με τις επιταγές της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.

Κατά συνέπειαν, κρίνονται βάσιμα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τις δεύτερη, τρίτη, κατά το δεύτερο μέρος της και τέταρτη αιτιάσεις του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την πρώτη και δεύτερη αιτιάσεις του τρίτου λόγου αυτής, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχήν των ως άνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η πληττομένη απόφαση ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σ' αυτό (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η από 28.12.2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2003 αίτηση για αναίρεση της 321/2001 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, που επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28.12.2018 κλήση του αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", δεν ασκήθηκε ως προς τον τελευταίο των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων Γ. Κ..

Αναιρεί την 321/2001 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς τους λοιπούς διαδίκους της παρούσας δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τους λοιπούς, εκτός του τελευταίου (Γ. Κ.) αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ