Legislator Case Law & Legislation
836/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on real estate agency fee claim, upholding lower court's finding of no agency contract.

Case Number 836/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a claim for real estate agency fees. The appellant argued that a verbal agency contract existed between her and the defendant, but the court found no evidence of such an agreement or any communication regarding the property sale. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the claim based on the lack of proven contractual elements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 211 and 703 of the Civil Code; A claim for agency fees requires proof of a valid agency contract or mandate, which is absent when no evidence demonstrates an agreement, introduction, or opportunity for contract between the parties.

Keywords

AI generated
real estate agency fees agency contract proof oral contract validity mediation contract civil code articles 211 burden of proof dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 211 of the Civil Code
Article 703 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 237, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 453, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Olap 14/2005
Olap 9/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 836/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Ε. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Βαβούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Τσούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ...19-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν η 7614/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1846/2014 μη οριστική απόφαση και η 516/ 2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β’ , 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2005, 9/2000).

Κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και ορίζεται ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Εκ του λόγου ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης παρέπεται ότι κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων προτάσεων. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση, της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη, αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση.

Αυτό έχει ως συνέπεια, πλην άλλων και ότι α) όσα ο διάδικος επικαλέστηκε και προέβαλε με τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, έστω και αν κατ’ αυτή δεν κατέθεσε προτάσεις ο διάδικος ή αν κατά την επαναλαμβανόμενη αυτή συζήτηση κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε και εκείνες της προηγούμενης συζήτησης και β) κατά τη συζήτηση αυτή κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (ΟλΑΠ 30/ 1997, 1336/2002).

2. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Tο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1846/2014 μη οριστική απόφασή του, δικάζοντας την από 25-6-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά της 7614/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης που είχε κηρυχθεί περατωμένη προκειμένου να προσκομίσει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα πιστοποιητικό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης περί ότι αυτή ήταν εγγεγραμμένη σ’ αυτό κατά το μήνα Μάρτιο 2007, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 248/1993, για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων.

Κατά τη συζήτηση της 23-11-2015, που επακολούθησε, η αναιρεσείουσα προσκόμισε το αιτηθέν πιστοποιητικό. Κατά την ίδια συζήτηση, η αναιρεσίβλητη εταιρία, χωρίς να υποχρεούται, κατέθεσε και νέες προτάσεις με τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία: 1) το .../2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Ψ. - Α., 2) την από 5-7-2009 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 3) το ...-6-2007 πρακτικό ΔΣ της πωλήτριας εταιρίας, 4) την .../26-1-2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Ψ. - Α., 5) την .../2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 6) την από 18-3-2010 ένορκη βεβαίωση του Σ.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 7) την από 18-3-2010 ένορκη βεβαίωση του Α. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, 8) την από 18-3-2010 ένορκη βεβαίωση του Γ. Ε. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης (ήτοι, προσώπων που κατέθεσαν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας) και 9) τα 7614/2013 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Τα έγγραφα αυτά είχε ρητώς και ορισμένως επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη, εκεί εκκαλούσα, με τις από 12-5-2014 προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιον του εφετείου κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η 1846/2014 μη οριστική απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, με την ήδη προσβαλλόμενη 516/2016 απόφασή του, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε (εκτός από την ανωτέρω υπό στοιχείο 5 ένορκη βεβαίωση, που απέκλεισε για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους), τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε με επίκληση με τις νέες προτάσεις της η αναιρεσίβλητη κατά την επακολουθήσασα συζήτηση χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό τους να διαλαμβάνεται στις νέες προτάσεις η σελίδα και το σημείο των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης επί της οποίας είχε εκδοθεί η προαναφερθείσα 1846/ 2014 απόφαση του εφετείου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΚΠολΔ 240.

Τούτο, διότι η επακολουθήσασα συζήτηση θεωρείται, κατά τα ως άνω, ότι ήταν συνέχεια της προηγούμενης και αμφότερες, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη, συνθέτουν μια συζήτηση. Ακόμη, η αναιρεσίβλητη κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση μπορούσε να επικαλεστεί και προσκομίσει τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και αν ακόμη δεν τα είχε επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε την επανάληψη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αν και [δήθεν] μη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 β’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ’ όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.

Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ’ όψη όλα τα κατ’ είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων κατονομάζει ως μη ληφθέν υπ’ όψη (ΑΠ 502/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπ’ όψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Από τη διαβεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές που αναφέρονται στη συνέχεια της παρούσας (βλ. σκέψη αρ.5), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εφετείο έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν φωτοαντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση πάντων των από τους διαδίκους μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα, εκεί εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ήταν νόμιμα διορισμένη μεσίτρια αστικών συμβάσεων στη Θεσσαλονίκη.

Ότι διατηρούσε μεσιτικό γραφείο και ασκούσε τη μεσιτική της δραστηριότητα κυρίως δια του συζύγου της, Γ. Ε., ο οποίος ενεργούσε μεσιτικές εργασίες κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, λόγω των κινητικών προβλημάτων που η ίδια παρουσίαζε. Ότι η εναγόμενη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στο χώρο εμπορίας ειδών "σούπερ μάρκετ", με το .../ 28-6-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α.

Ψ. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία, λόγω αγοράς από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 145.270,04 τμ (με τα παραρτήματα και παρακολουθήματά του), κείμενου στη θέση "...", του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ..., αντί τιμήματος 3.600.000 ευρώ (με αντικειμενική αξία 432.468 ευρώ), όπως αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, στο οποίο επίσης αναγράφεται ότι "κανένας μεσίτης δεν μεσολάβησε για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής".

Ότι η εναγόμενη ήδη από το έτος 2004 είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλης έκτασης στην ευρύτερη περιοχή ... και την πρόθεση αυτή, ο τότε πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός της, Δ. Μ., είχε γνωστοποιήσει στο μάρτυρα ανταποδείξεως Π. Τ., με τον οποίο διατηρούσε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις από το έτος 1979 και ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω πωλήτριας εταιρίας.

Ότι η τελευταία, περί τα τέλη του 2006, αποφάσισε την πώληση του προαναφερόμενου ακινήτου, για την αγορά του οποίου ενδιαφερόταν τότε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας Θεσσαλονίκης. Ότι τη διαδικασία ανέλαβε ο προαναφερθείς Π. Τ., κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρίας, πλην όμως οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα.

Ότι κατά το ίδιο διάστημα ο ως άνω Π. Τ., σε επικοινωνία που είχε με το Δ. Μ., μίλησε για το προς πώληση ακίνητο. Ότι ο Δ. Μ. έδειξε ενδιαφέρον και ο Π. Τ. μετέφερε την πληροφορία αυτή στα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πωλήτριας εταιρίας. Ότι, ακολούθως, σε ορισθείσα συνάντηση του Δ. Μ. και του Π. Τ., περί τα τέλη Μαρτίου 2007, ο τελευταίος παρέδωσε στον πρώτο το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και τους τίτλους ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου.

Ότι ο ίδιος επέδειξε το ακίνητο στο Δ. Μ. και, μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις, η πωλήτρια εταιρία και η εναγόμενη κατέληξαν σε συμφωνία μετά την οποία ακολούθησε, την 28-6-2007, η κατάρτιση του προαναφερθέντος (.../2007) συμβολαίου. Ότι κατά την προαναφερθείσα συνάντηση του Δ. Μ. και του Π. Τ. (οπότε παραδόθηκαν το τοπογραφικό διάγραμμα και οι τίτλοι κυριότητας του ακινήτου), ο τελευταίος συνοδευόταν από το Γ.

Ε., σύζυγο της ενάγουσας. Ότι τον τελευταίο είχε συναντήσει την ίδια ημέρα ο Π. Τ., στα γραφεία της πωλήτριας εταιρίας και δη στο όμορο με το δικό του γραφείο, αυτό του συναδέλφου του Λ. Π., όπου όταν ο Π. Τ. ανέφερε στο συνάδελφό του ότι θα μετέβαινε στο Δ. Μ., ο Γ. Ε. ζήτησε να τον συνοδεύσει, διότι ενδιαφερόταν, όπως του δήλωσε, να προωθήσει, ως μεσάζων, την πώληση αναψυκτικών από τα καταστήματα της εναγομένης.

Ότι ο Π. Τ., συνοδευόμενος από το σύζυγο της ενάγουσας, μετέβησαν στην έδρα της εναγόμενης στη ..., κατά δε τη διαδρομή ο Π. Τ. (ο οποίος είχε προγραμματισμένη συνάντηση με το Δ. Μ. για να του παραδώσει το τοπογραφικό διάγραμμα και τους τίτλους ιδιοκτησίας του ακινήτου) αναφέρθηκε στο ενδιαφέρον της εναγόμενης για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου.

Ότι κατά την επακολουθήσασα συνάντηση ο Π. Τ. σύστησε το Γ. Ε. στο Δ. Μ., αναφέροντας ότι ενδιαφέρεται να συνεργαστεί με την εναγόμενη και δη να προωθήσει την πώληση αναψυκτικών, χωρίς να λάβει μεταξύ αυτών (Δ. Μ. και Γ. Ε.) ουδεμία συζήτηση για το εν λόγω ακίνητο ή αναφορά εκ μέρους του Ε. ότι είχε ανατεθεί στη σύζυγό του η πώληση του ακινήτου από το νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας, Κ.

Π.. Ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμβάσεως μεσιτείας, για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως αγοράς του ως άνω ακινήτου μεταξύ της ενάγουσας μεσίτριας και της εναγόμενης, το οποίο η τελευταία απέκτησε με το προαναφερθέν .../2007 συμβόλαιο αγοράς, μετά από προηγηθείσα ενημέρωση του νόμιμου εκπροσώπου αυτής, Δ.

Μ., απ’ ευθείας από τον Π. Τ.. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγόμενης και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή περί μεσιτικής αμοιβής. Με την κρίση αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 703 ΑΚ, διότι με τις ως άνω σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αποφάνθηκε αρνητικά ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μεσιτικής εντολής για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας σχετικά με τη σύναψη της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 516/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ