Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim where contract remains valid and cause exists.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment rejecting a claim for unjust enrichment. The appellant argued the court failed to examine the primary contract basis, but the court found the lower court correctly analyzed the commercial lease and the lack of legal cause for the payment. Since the contract remained valid and provided a lawful cause, the claim for unjust enrichment was properly rejected, and the appeal was dismissed with costs awarded to the respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 et seq. of the Civil Code; The claim for unjust enrichment is subsidiary and requires the absence or defect of a legal cause; a valid contract constitutes a lawful cause, precluding a claim for unjust enrichment regarding benefits delivered under that contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 836 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 836/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Τ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τελώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ’ ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκε η 601/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2014 αίτησή του και τους από 10-8-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 29-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης και των από 10-8-2015 προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από ή χωρίς παροχή, θεμελιώνονται στα εξής στοιχεία: α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (Ολ.ΑΠ 2/87).
Η αξίωση δε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (Ολ.ΑΠ 22/2003).
Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε, χωρίς αιτία, άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, και εφόσον αυτή είναι ισχυρή κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτή δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν μπορεί να ασκηθεί αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως επί λύσεώς της ένεκα υπαναχωρήσεως ή πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ή εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 388 ΑΚ (ΑΠ 1457/2001).
Εξάλλου η μίσθωση λύνεται και ύστερα από καταγγελία του μισθωτή για έναν από τους λόγους, που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση. Με την καταγγελία αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και επιστρέφεται το μίσθωμα, που τυχόν προκαταβλήθηκε για το χρόνο μετά την καταγγελία. Κατά δε το άρθρο 43 π.δ 43/1995 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3853/2010, η οποία ισχύει και επί των υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την γνωστοποίησή της.
Περαιτέρω η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Όλ.ΑΠ 28/98).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογής δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που πρότεινε ο εναγόμενος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...ο εναγόμενος αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και ισχυρίζεται κατ’ επέκταση ότι η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του θεμελιούμενου στη ρύθμιση του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 δικαιώματος αυτής ως μισθώτριας να καταγγείλει την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων διά του από 6-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως ήταν καταχρηστική, με συνέπεια να μην έχει λυθεί η περί ης ο λόγος σύμβαση μισθώσεως και να μην οφείλεται το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, επειδή ακριβώς η έχουσα οικονομική και διαπραγματευτική υπεροπλία ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, θυγατρική της ...
Τράπεζας της Ελλάδος, μολονότι μπορούσε, κατά το χρόνο συνάψεως της προαναφερθείσας μισθώσεως με τον εναγόμενο, να εγκατασταθεί στο ευρισκόμενο στην Πάτρα, επί των οδών ..., και σε απόσταση 100 μέτρων από το μίσθιο ιδιοκτησίας του εναγομένου διαθέσιμο τότε ακίνητο ανήκον κατά κυριότητα στην ... Τράπεζα της Ελλάδος, όπου στεγάζονται πλέον τα γραφεία της ενάγουσας, αφενός έπεισε, στο πλαίσιο της προηγηθείσας της καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως διαπραγματεύσεως, τον εναγόμενο να προβούν στη σύναψή της με μηνιαίο μίσθωμα ύψους 1.650 ευρώ αντί του προταθέντος από τον εναγόμενο μεγαλύτερου, ποσού 2.254 ευρώ, συμφωνώντας μ’ αυτόν να του προκαταβάλει τα μισθώματα της πενταετίας από την 1-12-2008 μέχρι και την 30-11-2013, ύψους 99.000 ευρώ, όπερ έπραξε, με αποτέλεσμα να καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα σημαντικά χαμηλότερο των καταβαλλόμενων από τους μισθωτές αντίστοιχων ακινήτων της περιοχής του επίμαχου μισθίου, ακόμη και ευρισκόμενων στην ίδια πολυώροφη οικοδομή μ’ αυτό, τα οποία κυμαίνονταν στο μηνιαίο ποσό των 2.300 ευρώ, προκαλώντας έτσι στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι θα εξαντλούσε τη διάρκεια της προειρημένης μισθώσεως και, σε κάθε περίπτωση, δε θα αποχωρούσε πριν από την πάροδο της προαναφερθείσας πενταετίας, και αφετέρου προδιατύπωσε το από 6-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως, ενσωματώνοντας όρους σχετικούς με την απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος ιδιοχρήσεως για όλη τη διάρκεια της εν λόγω μισθώσεως και την υποχρέωση του εναγομένου να εξασφαλίσει ότι, επί μεταβιβάσεως της κυριότητας του μισθίου, ο νέος ιδιοκτήτης του θα σεβόταν την ανωτέρω μίσθωση, αλλά παραλείποντας να προβλέψει στη σύμβαση τι θα ίσχυε σε περίπτωση αποχωρήσεως της ενάγουσας από το μίσθιο πριν από την προμνημονευθείσα πενταετία, με συνέπεια η κατάρτιση της προδιαληφθείσας μισθώσεως να αποτελέσει εσφαλμένη οικονομική και επιχειρηματική επιλογή της ενάγουσας, στην οποία δε συμμετείχε ο εναγόμενος, που υφίσταται όμως τις δυσμενείς συνέπειες αυτής, αφού το προαναφερθέν ποσό των 99.000 ευρώ καθώς και τα μισθώματα της υπόλοιπης διάρκειας της μισθώσεως, ήτοι πέραν της προειρημένης πενταετίας, προορίζονταν για τη διαβίωση της πενταμελούς οικογένειας του εναγομένου, την εξυπηρέτηση επαγγελματικών και στεγαστικών δανειακών υποχρεώσεων αυτού προς την ...
Τράπεζα της Ελλάδος, υπέρ της οποίας ενεχύρασε, μέσω της συναφθείσας ανάμεσα σ’ αυτούς από 27-6-2011 συμβάσεως, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 5-7-2011, δηλαδή πριν από την ελεγχόμενη ως προς το κύρος της καταγγελία, και προς το σκοπό της ρυθμίσεως της εκπληρώσεως των προδιαληφθεισών δανειακών υποχρεώσεων του εναγομένου, τα μηνιαία μισθώματα της ανωτέρω μισθώσεως από την 1-1-2013 και εντεύθεν.
Ο προπαρατεθείς ισχυρισμός τυγχάνει εντούτοις απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δοθέντος ότι, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίζεται, δεν αρκούν, ενόψει της ως άνω μείζονος σκέψεως, προκειμένου να θεμελιώσουν την καταχρηστικότητα της εκ μέρους της ενάγουσας καταγγελίας της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων προειρημένης συμβάσεως μισθώσεως, αφού δε μνημονεύονται στον υπό κρίση ισχυρισμό ειδικές συνθήκες, προερχόμενες από την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων, τη διαμορφωθείσα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατάσταση ή/και τις εμφιλοχωρήσασες περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων η επακολουθούσα άσκηση του προδιαληφθέντος δικαιώματος εξέρχεται των επιβαλλόμενων με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προαναφερθέντων ορίων, επειδή ιδίως είτε είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα δε θα ασκούσε το δικαίωμά της ως μισθώτριας να καταγγείλει την ανωτέρω διαρκή σύμβαση, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, η οποία έχει επαχθείς για τον εναγόμενο συνέπειες, να συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τίθενται από την αντικειμενική καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του περί ου ο λόγος δικαιώματος, είτε η προδιαληφθείσα καταγγελία της μισθωτικής σχέσης των διαδίκων τυγχάνει άκαιρη και ως εκ τούτου καταχρηστική, δεδομένου ότι ο εναγόμενος ευρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από την ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία και η εκ μέρους αυτής καταγγελία της μισθώσεως έγινε δίχως συμφέρον της και με σημαντική ζημία του εναγομένου...".
Περαιτέρω, το ως άνω Δικαστήριο αναφορικά με την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού πηγάζουσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του προσκομιζόμενου μετ’ επικλήσεως εκ μέρους αμφότερων των διαδίκων από 6-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία μίσθωσε από τον εναγόμενο το υπό στοιχεία Β1 οροφοδιαμέρισμα, εμβαδού 225,42 τ.μ., του δευτέρου ορόφου της ευρισκόμενης στην Πάτρα, επί των οδών ..., πολυκατοικίας έναντι αρχικού μηνιαίου μισθώματος ύψους 1.650 ευρώ, το οποίο προκαταβλήθηκε, σύμφωνα με όρο της συμβάσεως μισθώσεως, για το χρονικό διάστημα από την 1-12-2008 έως και την 30-11-2013, όπερ είχε ως απότοκο να καταβληθεί από την ενάγουσα στον εναγόμενο για την εν λόγω αιτία το ποσό των 99.000 (60 μήνες χ 1.650 €) ευρώ, προκειμένου το μίσθιο να χρησιμοποιηθεί με δωδεκαετή διάρκεια από την 1-12-2008 μέχρι και την 30-11-2020 προς το σκοπό της στεγάσεως υπηρεσιών της ενάγουσας, που το παρέλαβε έκτοτε.
Η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία κατήγγειλε ωστόσο, διά της απευθυνθείσας προς τον εναγόμενο εκμισθωτή προσκομιζόμενης μετ’ επικλήσεως εκ μέρους αυτής από 29-7-2011 εξώδικης δηλώσεώς της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 5-8-2011 (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμόν .../5-8-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Θ.
Λ.), την ως άνω σύμβαση επαγγελματικής μισθώσεως, με συνέπεια να επέλθει η λύση αυτής μετά την πάροδο της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 τρίμηνης προθεσμίας, ήτοι την 5-11-2011. Ο εναγόμενος κατέστη επομένως αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία και με ζημία της ενάγουσας ως προς τα προκαταβληθέντα μη δεδουλευμένα μισθώματα της προειρημένης μισθώσεως για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 1-1-2012 έως και την 30-11-2013, συνολικού ποσού 37.950 (23 μήνες χ 1.650 €) ευρώ, αναφορικά με το οποίο η εγκείμενη στην ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως νόμιμη αιτία της καταβολής του δεν επακολούθησε, διότι η προδιαληφθείσα σύμβαση λύθηκε την 5-11-2011, οπότε ελλείπει ως προς την ανερχόμενη στο ποσό των 37.950 ευρώ προπεριγραφείσα ωφέλεια του εναγομένου εις βάρος της ενάγουσας νόμιμη αιτία.
Ο εναγόμενος υποχρεούται λοιπόν να αποδώσει την περί ης ο λόγος ωφέλεια στην ενάγουσα, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της προβληθείσας από τον εναγόμενο και στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ ενστάσεως. Κατ’ ακολουθίαν των προπαρατεθέντων, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 37.950 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και όχι από την 16-11-2011, όταν επιδόθηκε στον εναγόμενο η προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως εκ μέρους της ενάγουσας από 31-10-2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία δεν μπορεί να εκληφθεί ως όχληση του εναγομένου για την καταβολή σ’ αυτήν του προδιαληφθέντος ποσού, δοθέντος ότι το περιεχόμενο της προμνημονευθείσας εξώδικης δηλώσεως δεν είναι ως προς το σημείο αυτό τόσο συγκεκριμένο, ώστε να προκύπτει σαφώς το εν λόγω οφειλόμενο από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα ποσό (βλ.
Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, σελ. 270)...". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. και 361 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του αδικαιολόγητου πλουτισμού και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής λόγω γραπτής καταγγελίας της ένδικης εμπορικής μίσθωσης.
Ειδικότερα η προκαταβολή των μισθωμάτων των πέντε (5) ετών έγινε σε εκπλήρωση συμβατικών όρων της ένδικης σύμβασης εμπορικής μισθώσεως αλλά τα δικαιοπρακτικά αποτελέσματά της ανετράπησαν, λόγω της κατά το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 γραπτής καταγγελίας της μισθώτριας - αναιρεσίβλητης στις 5-8-2011, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από αυτή και ως εκ τούτου δεν υφίσταται νόμιμη κατά το άρθρο 361 ΑΚ αιτία αυτών, που δόθηκαν προς εκπλήρωση υποχρέωσης της μισθώτριας δηλαδή των προκαταβληθέντων μισθωμάτων για το μετά την πάροδο του τριμήνου χρονικό διάστημα.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/2001, 1/1997, 62/1990, ΑΠ 2101/1984, 88/1980).
Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 207/2014, ΑΠ 38/2015).
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την παραδοχή ότι η από την αναιρεσίβλητη προκαταβολή των μισθωμάτων της πενταετίας από 1-12-2008 έως 30-11-2013, ποσού 99.000 ευρώ προορίζονταν για την διαβίωση της πενταμελούς οικογένειάς του και η δυνατότητα της αναιρεσίβλητης εγκατάστασής της σε ιδιόκτητο ακίνητο της ...ς Τράπεζας της Ελλάδος και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την κατά το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 καταγγελία της ένδικης εμπορικής μίσθωσης απορρίπτοντας στην συνέχεια την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως νόμω αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναίρεσης και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδης επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007). Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι πρέπει ν’ αποδοθεί η ωφέλεια του εναγομένου εις βάρος της ενάγουσας, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ’ ουσία την προβληθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση του άρθρου 909 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ και δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη της νόμιμης βάσης της, αφού από το σύνολο των ανωτέρω παραδοχών προκύπτει ότι διέλαβε σ’ αυτή επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.
Συνεπώς ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Ο από τον αριθ. 9 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη παρά το νόμο. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την κύρια βάση της αγωγής αλλά ερεύνησε απευθείας την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο ερεύνησε την κύρια βάση, που ερείδεται στις διατάξεις της εμπορικής μίσθωσης και συγκεκριμένα στην διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 σε συνδ.
με 904 επ. ΑΚ. Τέλος, η απόρριψη της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 14 ή 8 του Κ.Πολ.Δ., μόνο όταν αυτή γίνεται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της, η οποία υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ η απόρριψή της ως μη νόμιμης, κατά τα προεκτιθέμενα, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 923/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 κατήγγειλε εγγράφως την ένδικη επαγγελματική μίσθωση στις 5-8-2011, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν στις 5-11-2011 και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να αποδώσει στην ενάγουσα την ωφέλεια που απέκτησε μετά την καταγγελία της εν λόγω μίσθωσης διότι η νόμιμη αιτία της καταβολής δεν επακολούθησε.
Επομένως τόσο στην αγωγή όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 43 του π.δ. 34/ 1995 σε συνδ. με 904 επ ΑΚ), στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Επομένως ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθούν η από 31.10.2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 10.8.2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.10.2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 10.8.2015 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 601/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ