Supreme Court dismisses appeal for perjury conviction, upholding witness's intentional false testimony regarding will validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against a Third Instance Court ruling convicting them of perjury. The defendants argued for a lack of detailed reasoning regarding their intent to commit the crime. The court rejected these claims, finding that the defendants' personal knowledge of the deceased's illiteracy and their collective pressure on the witness constituted sufficient proof of direct intent and falsity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224(2) and 1(1) of the Penal Code; The crime of perjury by a witness requires objective false facts known to the witness, and direct intent is established by personal knowledge of the falsity or conscious concealment of truth without needing further detailed justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 836 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Νικόλαο Τσάκο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Π. του Θ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Μαγδαληνή Σκόνδρα και Φωτεινή Ντούρα, 2) Γ. Χ. του Γ. και 3) Θ. Χ. του Γ., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τις ίδιες ως άνω δικηγόρους, για αναίρεση της υπ'αριθ.2289/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Λ. του Π., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ταγαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2015 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1159/2015.
Αφού άκουσε Τις πληρεξούσιες δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 παρ.1 Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα (περιστατικά) αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα (περιστατικά) που κατέθεσε. Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναπόσπαστα με τα γεγονότα αυτά, ανεξάρτητα από το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Τέτοιος άμεσος δόλος απαιτείται όπως προαναφέρθηκε για την υποκειμενική θεμελίωση της ψευδορκίας μάρτυρα, οπότε άμεσος δόλος απαιτείται και για την υποκειμενική θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Επίσης, δεν αποτελούν έλλειψη αιτιολογίας και λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου, κατ' αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος).
Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα που προβλέπεται από το άρθρο 224 παρ. 2 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατεθέντα περιστατικά είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση για τη ψευδορκία, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται με σαφήνεια ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενεργείας του.
Όμως, υπάρχει η εν λόγω ειδική αιτιολογία του άμεσου δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση αυτού (δράστη), χωρίς να απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών.
Ακόμη, με βάση τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο εξετασθείς μάρτυρας και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον μάρτυρα κατηγορούμενο.
Για την κατά τα άνω πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2289/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Η Π.
Μ. του Χ., κάτοικος στα τελευταία χρόνια της ζωής της στη…, φιλοξενούμενη από τον 3ο κατηγορούμενο, απεβίωσε στις 8-11-2007, χωρίς να αφήσει τέκνα ή εν ζωή σύζυγο. Με το υπ' αριθμ. 2103/2007 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και με την υπ' αριθμ, 46593/14-12-2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία η από 23-7-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω αποβιώσασας με την οποία η τελευταία κατέλειπε ως μοναδικούς κληρονόμους της τους 2ο και 3ο των κατηγορουμένων.
Ο πολιτικώς εναγών είναι πρώτος εξάδελφος της θανούσας και επομένως και νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω αποβιώσασα ζούσε στη …με την αδελφή της Ε. Μ., μέχρι την ημερομηνία θανάτου της τελευταίας, οπότε εν συνεχεία τη φροντίδα της Π. Μ. ανέλαβε η κοινωνική πρόνοια όπου και απευθύνθηκαν ο δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων προκειμένου να πάρουν την τελευταία προς φιλοξενία στην οικία του τρίτου κατηγορουμένου στη….
Η Ε. Μ. όσο ζούσε είχε την αποκλειστική φροντίδα της Π. Μ., λόγω της μειωμένης νοητικής ικανότητας της τελευταίας, καθόσον αυτή έπασχε από διανοητική ανεπάρκεια σε βαθμό ηλιθιότητας μετεγκεφαλιτιδικής φύσεως από παιδική ηλικία με ποσοστό αναπηρίας 67%, επιδοτείτο δε από τη Διεύθυνση Υγείας και Πρόνοιας Δράμας, από το πρόγραμμα βαριά νοητικά καθυστερημένων ατόμων από 1-9-1985 μέχρι και 1-9-1996, οπότε διαγράφηκε από το πρόγραμμα λόγω συνταξιοδότησής της από το ΙΚΑ ως προστατευόμενο μέλος του ασφαλισμένου πατέρα της.
Η Π. Μ. ήταν περιπατική, μπορούσε να εκτελέσει απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως να χρησιμοποιεί την τουαλέτα και να συμμετέχει σε πολύ απλές καθημερινές συζητήσεις απαντώντας σε απλές ερωτήσεις αναλόγως πάντα με τις ανωτέρω δυνατότητές της. Δεν αποδείχθηκε ότι η παραπάνω ψυχονοητική της κατάσταση μεταβλήθηκε με τo πέρας των ετών και ανατάχθηκε έστω και εν μέρει, μέχρι το τέλος του βίου της, ούτε ότι είχε οποιαδήποτε μόρφωση.
Γι' αυτό άλλωστε στην ταυτότητά της αναφέρεται ως αγράμματη, δεν ήταν ικανή δε να διαβάζει ή να γράφει, πολλώ δε μάλλον να μάθει, στην ηλικία των 77 ετών και μέχρι το θάνατό της, τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών ή να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η τελευταία (ιδιόγραφη διαθήκη), σύμφωνα με τη διορισθείσα από την Πταισματοδίκη του ΙΓ τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονα Μ.
Φ. - Ξ., είναι πλαστή. Τα ανωτέρω βέβαια δεν δύναται να ανατραπούν από τις φωτογραφίες όπου η θανούσα εμφανίζεται υπερήλικη πλέον και ήδη φιλοξενούμενη από τον τρίτο κατηγορούμενο να πατά πλήκτρα ενός υπολογιστή, να κρατά ένα στυλό, να ξεφυλλίζει έναν τηλεφωνικό κατάλογο, να επιχειρεί να πετάξει μια μπάλα σε καλάθι του μπάσκετ και να κρατά μια εφημερίδα ενώ βρίσκεται νοσηλευόμενη, κλινήρης και σε εμφανέστατη καταπονεμένη κατάσταση στο νοσοκομείο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω διαθήκης ο εγκαλών και η Σ. Λ. άσκησαν, στρεφόμενοι κατά του τρίτου κατηγορουμένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7137/2008 τριτανακοπή τους, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η με αριθμό 46593/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τα υπ' αριθμ, 2103/2007 πρακτικά του ιδίου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι η δημοσιευθείσα διαθήκη ήταν άκυρη επειδή δεν είχε γράφει, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της διαθέτιδας.
Προς απόκρουση της αγωγής αυτής εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως μάρτυρας του 3ου κατηγορουμένου, προτεινόμενος από τον τελευταίο, ο πρώτος κατηγορούμενος (Α. Π.) και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Την θανούσα την γνώρισα τον περασμένο Ιούνιο, από το καλοκαίρι.
Την είδα δέκα φορές περίπου. Την έβλεπα στο γραφείο των παιδιών, που είναι κάτω από το σπίτι τους. Την κατέβαζαν εκεί. Συχνά είχε στυλό και έγραφε τηλέφωνο. Θα μπορούσε να γράψει διαθήκη. Επικοινωνούσε απόλυτα με το περιβάλλον. Ήταv σε θέση να γράψει σε λογικό ειρμό... Είδα τα γράμματά της. Υπάρχουν σημειώματα σε χαρτοπετσέτες.
Την είδα να γράφει λεξούλες, αριθμούς. Έχω ευχέρεια να βεβαιώσω ότι το κείμενο της διαθήκης είναι δικό της. Μου είχε ζητήσει να της μάθω κομπιούτερ". Τα ανωτέρω όμως κατατεθειμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο και σύμφωνα με όσα: αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω ήταν ψευδή, και ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος τους.
Ειδικότερα ως προελέχθη, η θανούσα ήταν αγράμματη και ναι μεν πιθανώς να ηδύνατο να αντιγράψει κάποια νούμερα ή γράμματα, πλην όμως λόγω της πάθησής της η εγγραφή αυτών δεν ηδύνατο να έχουν λογικό ειρμό πολύ δε περισσότερο δεν ήταν σε θέση να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη ή να μάθει τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τo αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, έχοντας έννομο συμφέρον να μην ακυρωθεί η διαθήκη, με φραστικές προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να προσέλθει και να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της ηθικής αυτουργίας επί της ψευδορκίας του πρώτου κατηγορουμένου. Πρέπει να σημειωθεί ότι επί της ανωτέρω πολιτικής δίκης εκδόθηκε η με αριθμό 23513/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία έκανε δεκτή την ασκηθείσα τριτανακοπή και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 46593/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και τα με αριθμό 2103/2007 πρακτικά αυτού, δεχόμενη ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν είχε γραφεί ούτε υπογράφει από τη φερόμενη ως διαθέτιδα Π.
Μ.. Κατά της απόφασης αυτής ο τρίτος κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αριθμ. 233/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση, η δε ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση του τρίτου κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1463/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, τον μεν πρώτο Α. Π. της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, τους δε δεύτερο Γ. Χ. και τρίτο Θ. Χ. της αξιόποινης πράξεως της από κοινού ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για τις οποίες επέβαλε φυλάκιση δύο (2) ετών στον καθένα, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1ο' κατηγορούμενο Α.
Π. του Θ. ένοχο του ότι: στη…, την 18-04-20O8, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εκδικαζόταν η υπ' αριθμ.
κατάθεσης 7137/14-02-2008 τριτανακοπή με διαδίκους τους τριτανακόπτοντες και νυν εγκαλούντες Θ. Λ. του Π. και Σ. Λ., χήρα Α. και καθού η τριτανακοπή τον Θ. Χ. του Γ. (τρίτο κατηγορούμενο) κατά της υπ' αριθμ, 46593/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), δυνάμει της οποίας οι τριτανακόπτοντες επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, και δη ότι είναι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της Π.
Μ. του Χ.. η οποία απεβίωσε την 8-11-2007, στη Θεσσαλονίκη, ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 46593/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και τα υπ' αριθμ, 2103/2007 πρακτικά του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο κατόπιν αιτήσεως του καθού, Θ. Χ. (τρίτου κατηγορουμένου) δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δημοσίευσε και κήρυξε κυρία την από 23-07-2007 ιδιόγραφη διαθήκη της ανωτέρω αποβιωσάσης, ισχυριζόμενοι ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη, καθόσον δεν έχει γράφει, συνταχθεί, χρονολογηθεί, και υπογραφεί από αυτήν, αλλά είναι προϊόν πλαστογραφίας, προταθείς ως μάρτυρας από τον καθού η τριτανακοπή και τρίτο κατηγορούμενο, Θ.
Χ., κατέθεσε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, σχετικά με την υπόθεση και ειδικότερα με την Π. Μ. του Χ.: "... Την θανούσα την γνώρισα τον περασμένο Ιούνιο, από το καλοκαίρι. Την είδα δέκα φορές περίπου, Την έβλεπα στο γραφείο των παιδιών, που είναι κάτω από το σπίτι τους. Την κατέβαζαν εκεί. Συχνά είχε στυλό και έγραφε τηλέφωνο.
Θα μπορούσε να γράψει διαθήκη. Επικοινωνούσε απόλυτα με το περιβάλλον. Ήταν σε θέση να γράψει σε λογικό ειρμό. ... Είδα τα γράμματα της. Υπάρχουν σημειώματα σε χαρτοπετσέτες. Την είδα να γράφει λεξούλες, αριθμούς. Έχω ευχέρεια να βεβαιώσω ότι το κείμενο της διαθήκης είναι δικό της. Μου είχε ζητήσει να της.
μάθω κομπιούτερ." Tα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα, ο κατηγορούμενος ουδέποτε είδε αυτήν να γράφει λέξεις και αριθμούς, η δε ανωτέρω αποβιώσασα δεν επικοινωνούσε απόλυτα με τo περιβάλλον, και ουδέποτε ζήτησε αυτή από τον κατηγορούμενο, να της μάθει κομπιούτερ, καθώς ήταν υπέργηρη, αγράμματη απολύτως και παρουσίαζε νοητική υστέρηση από τη παιδική της ηλικία.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2ο' κατηγορούμενο Γ. Χ. του Γ. και τον 3ο' κατηγορούμενο Θ. Χ. του Γ. ενόχους του ότι: στη …στις 18-04-2008 ενεργούντες από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, με φραστικές προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις προκάλεσαν στον πρώτο των κατηγορουμένων, Α.
Π., την απόφαση να τελέσει την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα ως αυτή αναλυτικά αναπτύσσεται κατωτέρω με απώτερο σκοπό να πετύχουν ευνοϊκή έκβαση στις δικαστικές διαδικασίες και ειδικότερα έπεισαν με τους προαναφερθέντες τρόπους από κοινού τον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση να καταθέσει εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εκδικαζόταν η υπ' αριθμ.
κατάθεσης 7137/14-02-2008 τριτανακοπή με διαδίκους τους τριτανακόπτοντες κατ νυν εγκαλούντα Θ. Λ. του Π. και Σ. Λ., χήρα Α. και καθού η τριτανακοπή τον Θ. Χ. του Γ. (τρίτο κατηγορούμενο) και κατά της υπ' αριθμ. 46593/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), προταθείς ως μάρτυρας από τον καθού η τριτανακοπή και τρίτο κατηγορούμενο, Θ.
Χ., κατέθεσε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, σχετικά με την υπόθεση και ειδικότερα, με την Π. Μ. του Χ.: "... Την θανούσα την γνώρισα τον περασμένο Ιούνιο, από το καλοκαίρι. Την είδα δέκα φορές περίπου. Την έβλεπα στο γραφείο των παιδιών, που είναι κάτω από το σπίτι τους. Την κατέβαζαν εκεί. Συχνά είχε στυλό και έγραψε τηλέφωνο.
Θα μπορούσε να γράψει διαθήκη. Επικοινωνούσε απόλυτα με το περιβάλλον. Ήταν σε θέση να γράψει σε λογικό ειρμό. ... Είδα τα γράμματα της. Υπάρχουν σημειώματα σε χαρτοπετσέτες. Την είδα να γράφει λεξούλες, αριθμούς. Έχω ευχέρεια να βεβαιώσω ότι το κείμενο της διαθήκης είναι δικό της. Μου είχε ζητήσει να της μάθω κομπιούτερ", τα οποία ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε είδε αυτή να γράφει λέξεις και αριθμούς, η δε ανωτέρω αποβιώσασα δεν επικοινωνούσε απόλυτα με το περιβάλλον, και ουδέποτε ζήτησε αυτή από τον κατηγορούμενο, να της μάθει κομπιούτερ, καθώς ήταν υπέργηρη, αγράμματη απολύτως και παρουσίαζε νοητική υστέρηση από τη παιδική της ηλικία".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκε ο πρώτος αναιρεσείων Α.
Π. και της από κοινού ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκαν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες Γ. Χ. και Θ. Χ., παρατίθενται δε σ' αυτή και όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2-1, 45 και 46 παρ.1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος τελέσεως των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας και της από κοινού ηθικής αυτουργίας σε αυτή κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και δη η αρμόδια αρχή (Δικαστής Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ενώπιον της οποίας, μετά από φραστικές προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων Γ.
Χ. και Θ. Χ., δόθηκε με όρκο η ως άνω κατάθεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Π., προκειμένου να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί της υπ' αριθμ. κατάθεσης 7137/14-02-2008 τριτανακοπής που ασκήθηκε εναντίον τους για ακυρότητα της από 23-07-2007 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης Π.
Μ. του Χ., η οποία με μέριμνά τους είχε κηρυχθεί κυρία και να επιτύχουν έτσι τη μη ακύρωση της διαθήκης και την απόρριψη της εναντίον τους τριτανακοπής, καθώς και τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία ήταν εν γνώσει όλων των αναιρεσειόντων ψευδή. Οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού σαφώς εκτίθενται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ενόρκως ο αναιρεσείων Α.
Π., τα οποία συνδέονται με το αποδεικτέο θέμα της ως άνω πολιτικής δίκης και αναφέρονται ειδικότερα στην απόδειξη του προβληθέντος στην ως άνω πολιτική δίκη από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες ισχυρισμού ότι την ως άνω διαθήκη που είχε κηρυχθεί κυρία την είχε γράψει και υπογράψει ιδιοχείρως η ίδια η θανούσα Π.
Μ., ενώ, εξάλλου, αντιπαρατίθενται και τα αντίστοιχα αληθινά γεγονότα που συνίστανται στο ότι η θανούσα ούτε έγραψε, ούτε υπέγραψε την ως άνω διαθήκη που κηρύχθηκε κυρία, διότι έπασχε από νοητική καθυστέρηση, δεν ήξερε γράμματα και δεν μπορούσε να γράψει και να υπογράψει ιδιοχείρως την ως άνω διαθήκη. Ακόμη, αιτιολογείται επαρκώς η γνώση (άμεσος δόλος) όλων των αναιρεσειόντων ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που κατέθεσε ο πρώτος αναιρεσείων, με τις παραδοχές ότι γνώριζαν το ψεύδος, οι μεν δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων διότι είχαν άμεση προσωπική αντίληψη ότι η θανούσα δεν ήξερε γράμματα και δεν μπορούσε να γράψει και να υπογράψει ιδιόγραφη διαθήκη, ενόψει του ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής της την φιλοξενούσαν στο σπίτι τους, ο δε πρώτος των αναιρεσειόντων διότι είχε προσωπική αντίληψη ότι κατέθεσε ψευδή περιστατικά, ενόψει του ότι γνώριζε ότι ποτέ δεν είδε την θανούσα Π.
Μ. που ήταν αγράμματη να γράφει γράμματα ή λεξούλες, από δε τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν άμεση και προσωπική αντίληψη ότι τα κατατεθέντα γεγονότα ήσαν ψευδή και δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαίτερα ο άμεσος δόλος τους, με παράθεση και άλλων σχετικών με τη γνώση τους περιστατικών, καθόσον αυτονόητα καταδεικνυόταν ο άμεσος δόλος τους από το ότι θεμελιωνόταν σε προσωπική γνώση και αντίληψη των ιδίων περί του ψεύδους των κατατεθέντων περιστατικών.
Προσδιορίζονται, ακόμη, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες, ενεργώντας από κοινού, ηθελημένα προκάλεσαν στον πρώτο αναιρεσείοντα την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (φραστικές προτροπές και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις, που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα), καθώς και η δόλια προαίρεσή τους, που απέβλεπε στο να εκδοθεί από το ανωτέρω πολιτικό δικαστήριο απόφαση υπέρ τους, με την οποία θα κρινόταν ότι την ως άνω διαθήκη έγραψε και υπέγραψε ιδιογράφως η διαθέτιδα Π.
Μ. και ήταν έγκυρη, δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση και άλλων περαιτέρω περιστατικών που να εξειδικεύουν περισσότερο τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκλήθηκε η απόφαση στον αυτουργό να τελέσει τη ψευδορκία μάρτυρα. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.ποιν.Δ.) και εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Θ.
Λ. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2015 και με αριθμό εκθέσεως 31/2015 αίτηση αναιρέσεως των 1) Α. Π. του Θ., 2) Γ. Χ. του Γ. και 3) Θ. Χ. του Γ., για αναίρεση της 2289/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς και εις ολόκληρον τον καθένα από αυτούς στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Θ. Λ., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ