Legislator Case Law & Legislation
836/2011 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for failing to examine documentary evidence on tri-guarantee beneficiary identity.

Case Number 836/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding a tri-guarantee dispute where the lower court relied solely on an out-of-court admission. The appellant argued that the court failed to evaluate documentary evidence proving the guarantor's intent, which should determine the beneficiary under Article 31(2) of Law 5325/1932. The Court held that ignoring written evidence in favor of an admission violated substantive law, necessitating a retrial on the specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 31(2) of Law 5325/1932; Where a tri-guarantee does not specify the beneficiary, it is deemed given in favor of the drawer, and failure to examine documentary evidence establishing the guarantor's intent constitutes a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
tri-guarantee beneficiary out-of-court admission documentary evidence substantive law violation guarantor intent Article 31 Law 5325 retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 31(2) of Law 5325/1932
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Τριτεγγύηση σε συναλλαγματική: Η συναγωγή της βούλησης που εκφράζει ο τριτεγγυητής σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου η τριτεγγύηση θα ισχύει, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής και αν τούτο δεν προκύπτει τότε και μόνον θεωρείται ότι η τριτεγγύηση ισχύει υπέρ του εκδότη. Προσφυγή από το Εφετείο σε εξώδικη ομολογία τριτεγγυητή για διαπίστωση του προσώπου (αποδέκτη) υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση μολονότι η υπογραφή του και το όνομά του κρίθηκε ότι έχουν πλαστογραφηθεί και δεν αξιολογείται το περιεχόμενο συναλλαγματικής, εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα άρθρου 31 παρ. 2 ν. 5325/1932. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.

Αριθμός 836/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. το γένος Χ. συζ. Α. Τ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως εκ της ιδιότητός της, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Ε. () Ρ., χήρας Γ. Ρ., το γένος Π. Μ., ατομικά και με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος συζύγου της Γ. Ρ. του Κ., 3Κ. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του Γ. Ρ. του Κ., 4 Ι. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός της Γ. Ρ. του Κ., 5 Π. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του Γ. Ρ. του Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους.................

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και την από 8 Μαρτίου 2000 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικέιο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 939/2005 μη οριστική, 526/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5102/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως α) κατά το σκέλος της που απευθύνεται και κατά της 526/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 828/2000 διαταγής πληρωνής του αυτού Δικαστηρίου και β) κατά των 2ης , 3ου, 4ης, και 5ου από τους αναιρεσιβλήτους και 2) την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την 4650Β/10-1-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ. Σ. την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο κων/νο Ι. Σ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των διαδίκων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της αποφάσεως, όχι δε εναντίον των ομοδίκων του, εκτός αν η απόφαση περιέλαβε διάταξη υπέρ ομοδίκου, βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15-16/1996) ή στη σχετική δίκη ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας μεταξύ των ομοδίκων, όπως συμβαίνει επί διανομής (Ολ.ΑΠ 63/1981).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθ'οσον απευθύνεται κατά της 526/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας, μετά από εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 510/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, (που ενσωμάτωσε την πρωτόδικη απόφαση) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Επίσης κατά το μέρος που στρέφεται αυτή κατά των δεύτερης, τρίτου, τέταρτης και πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι φέρονται ως εις ολόκληρον υπεύθυνοι με την αναιρεσείουσα προς καταβολή του ποσού των 15.120.000 δρχ., ως ενεχόμενοι από ανάληψη σχετικών υποχρεώσεών τους από συναλλαγματικές έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδότη-κομιστή των συναλλαγματικών, είναι απορριπτέα ωσαύτως ως απαράδεκτη (η κρινόμενη αίτηση), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ευμενή υπέρ των ως άνω αναιρεσιβλήτων διάταξη και βλαπτική έναντι της αναιρεσείουσας, από το λόγο ότι ευδοκίμησε η ανακοπή εκείνων κατά της με βάση τις συναλλαγματικές εκδοθείσας διαταγής πληρωμής και απορρίφθηκε η αντίστοιχη ανακοπή της αναιρεσείουσας.

Τα άρθρα 7, 31 παρ.1,2,32 παρ.1,4 και 47 παρ.1 του ν.5325/1932 "περί συναλλαγματικής" ορίζουν ότι: 1)"Εάν η συναλλαγματική φέρει υπογραφάς προσώπων ανικάνων προς ανάληψιν υποχρεώσεων εκ συναλλαγματικής, υπογραφάς πλαστάς ή υπογραφάς ανυπάρκτων προσώπων, ή υπογραφάς αι οποίαι ένεκα παντός άλλου λόγου δεν δύνανται να υποχρεώσωσι τα πρόσωπα τα υπογράψαντα την συναλλαγματικήν ή δια του ονόματος των οποίων υπεγράφη αυτή, αι υποχρεώσεις των λοιπών υπογραφέων παραμένουσι ούχ ήττον έγκυροι". 2)"Η τριτεγγύησις παρέχεται επί της συναλλαγματικής ή επί προσθέματος...Εν τη τριτεγγυήσει σημειώνεται δια λογαριασμόν τίνος δίδεται αύτη.

Ελλείψει σημειώσεως, θεωρείται δοθείσα υπέρ του εκδότου". 3)"Ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ'ον τρόπον και ο υπέρ ου η τριτεγγύησις. Η υποχρέωσις αυτού είναι ισχυρά και όταν η ενοχή υπέρ ης τριτεγγυήθη είναι άκυρος λόγω πάσης άλλης αιτίας, εκτός ελαττώματος περί τον τύπον" 4)"Πάντες οι εκδόσαντες, αποδεχθέντες, οπισθογραφήσαντες ή τριτεγγυηθέντες ευθύνονται αλληλεγγύως προς τον κομιστήν..." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι καθιερώνεται η αρχή της αυτοτέλειας των από συναλλαγματική υποχρεώσεων κάθε υπογραφέα αυτής και στα πλαίσια της εν λόγω αρχής εκείνος που τριτεγγυήθηκε υπέρ του πληρωτή, ανεξαρτήτως αν είναι γνήσια ή πλαστή η αναγραφή του ονόματος του πληρωτή στη συναλλαγματική ή η υπογραφή του ως αποδέκτη, έχει την ίδια ευθύνη για την πληρωμή της συναλλαγματικής με τον πληρωτή-αποδέκτη αυτής έναντι του νόμιμου κομιστή, που μπορεί να είναι και ο εκδότης της συναλλαγματικής, ενώ η υπέρ του τελευταίου τριτεγγύηση τεκμαίρεται από το νόμο, μόνον εφόσον δεν έχει αναγραφεί υπέρ τίνος δόθηκε η τριτεγγύηση, όχι δε όταν το όνομα ή η υπογραφή του υπέρ ου η τριτεγγύηση έχουν πλαστογραφηθεί.

Η "σημείωση" του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η τριτεγγύηση πρέπει να συντελείται επί της συναλλαγματικής και του προσθέματος αυτής, διότι η εξειδίκευση του προσώπου αυτού είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της νομικής θέσης και της ευθύνης του τριτεγγυητή έναντι των λοιπών υπογραφέων της συναλλαγματικής.

Ο όρος "σημείωση" δεν αποκλείει τη συναγωγή της βουλήσεως του τριτεγγυητή σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα ισχύει, αρκεί η συναγωγή αυτή να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής, εάν δε τούτο δεν προκύπτει, τότε και μόνον θεωρείται ότι η τριτεγγύηση ισχύει υπέρ του εκδότη (ΑΠ 1403/2007).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της εναντίον αυτής, ως τριτεγγυήτριας σε συναλλαγματικές και υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδοθείσας 828/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 828/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την από 7-1-2000 αίτηση του καθού οι ανακοπές Σ.

Κ., υποχρεώθηκαν αφενός ο Γ. Ρ. του Κ., ως αποδέκτης, στις 16-9-1998, 32 συναλλαγματικών που εξέδωσε στην Αθήνα συνολικού ποσού 15.120.000 δραχμών και ειδικότερα α) μιας συναλλαγματικής ποσού 500.000 δραχμών και λήξης την 27-6-1999, β) μιας συναλλαγματικής ποσού 60.000 δραχμών και λήξης την 27-6-1999, γ) 28 συναλλαγματικών ποσού 580.000 δραχμών η κάθε μία, λήξης την 16 -7-1999, δ) μιας συναλλαγματικής ποσού 500.000 δραχμών και λήξης την 27-7-1999 και ε) μιας συναλλαγματικής ποσού 60.000 δραχμών και λήξης την 27-7-1999 και αφετέρου η Ε.

συζ. Γ. Ρ. και Α. Τ. ως τριτεγγυήτριες υπέρ του παραπάνω αποδέκτη, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης κάθε συναλλαγματικής, πλέον εξόδων. Πλην όμως, όπως αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από την προαναφερομένη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης:

α) οι 32 υπογραφές που αποδίδονται στο Γ. Ρ., στη θέση του αποδέκτη δεν έχουν τεθεί από αυτόν, αλλά από άγνωστο πρόσωπο μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια απομίμησης του τύπου των γνησίων υπογραφών του παραπάνω, β) οι 32 γραφές με γραφή ονοματεπωνύμου, ως "Ε. Ρ." στην πρώτη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" δεν έχουν γραφεί από αυτή, δηλ.

από την Ε. Ρ., αλλά από την Α. Τ., γ) οι 32 υπογραφές στη δεύτερη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" έχουν γραφεί από την Α. Τ., όπως επίσης έχουν γραφεί από την ίδια οι γραφές του ονοματεπωνύμου της ως "Α. Τ." δεξιά των 32 υπογραφών της, δ) οι 32 γραφές ως "Γ. Ρ." στην ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" στις 32 συναλλαγματικές δεν έχουν γραφεί από το Γ.

Ρ., ούτε την Ε. Ρ. και την Α. Τ., αλλά από άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει γράψει και τις γραφές "Γ. Ρ.ν" που βρίσκονται κάτω αριστερά στην ένδειξη "Προς" στις εν λόγω συναλλαγματικές, ε) οι γραφές τόπου και ημερομηνίας, στη θέση του αποδέκτη και τριτεγγυητού έχουν γραφεί από την Α. Τ. σης εν λόγω συναλλαγματικές υπό τα στοιχεία Α1, Α2, Α3, Α4, Α5, Α6, Α13, Α14, (μόνο η λέξη "Αθήνα" στη θέση του αποδέκτη) Α15, Α16, Α17, Α26, Α28, Α29 και Α31, ενώ στις υπόλοιπες συναλλαγματικές έχουν γραφεί από διαφορετικό πρόσωπο (βλ.

έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης).

Συνεπώς, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, σε βάρος των κληρονόμων του αρχικού ανακόπτοντος Γ. Ρ., που συνεχίζουν την δίκη, κατά τα ανωτέρω, και της ανακόπτουσας και κληρονόμου Ε. Ρ. δεν μπορεί να δημιουργηθεί καμιά υποχρέωση από τις ανωτέρω συναλλαγματικές, αφού οι υπογραφές στην θέση του αποδέκτη και του τριτεγγυητή δεν έχουν τεθεί από αυτούς, δηλ. από τον Γ.Ρ. και την σύζυγό του Ε. Ρ.. Όσον αφορά την ανακόπτουσα Α.Τ., αυτή στην από 4-5-2005 εξώδικη ομολογία της αναφέρει επι λέξει ότι "...αναγνωρίζω για μια ακόμη φορά την οφειλή προς τον Κ.Σ. (καθού η ανακοπή), αναγνωρίζω ότι έχω τριτεγγυηθεί την πληρωμή των συν/κών της άνω δ/γής πληρωμής (828/2000) υπέρ του αποδέκτου Γ.Ρ.". Ο εκκαλών-καθού οι ανακοπές με τον υπό στοιχ.1β λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες συναλλαγματικές έχουν υπογραφεί στις οικείες θέσεις "δεκτή" και "τριτεγυώμαι υπέρ" από την Α. Τ., η οποία έθεσε τις υπογραφές του Γ. Ρ. ως αποδέκτη και της Ε. Ρ. ως τριτεγγυήτριας, δυνάμει του με αριθμό ... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαργαρίτας Αδάμ Σταμπατακάκη. Από το κείμενο των τίτλων των επιδίκων συναλλαγματικών δεν προκύπτει ότι η Α. Τ. ενεργούσε ως πληρεξούσια των παραπάνω, ούτε το παραπάνω πληρεξούσιο προσκομίσθηκε στον εκδόσαντα τη διαταγή πληρωμής δικαστή, προκειμένου να ληφθεί υπόψη του.

Συνεπώς ο λόγος περί πλαστότητας α) της υπογραφής του Γ. Ρ. στη θέση του αποδέκτη και β) της υπογραφής της Ε. Ρ. στη θέση της τριτεγγυήτριας υπέρ του παραπάνω αποδέκτη που προβάλλουν οι ανακόπτοντες με την από 8-3-2000 ανακοπή και τους από 27-1-2005 πρόσθετους αυτής λόγους, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη και να ακυρωθεί ως προς αυτούς η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ αντίθετα πρέπει να απορριφθεί η από 8-3-2000 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 505/2000 ανακοπή της Α.

Τ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού αποδείχτηκε ότι είχε τριτεγγυηθεί υπέρ του ως άνω αποδέκτη των επίδικων συν/κών. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε την από 8-3-2000 ανακοπή και τους από 27-1-2005 πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε ως προς τους ανακόπτοντες αυτούς την ένδικη δ/γή πληρωμής, ενώ απέρριψε την από 8-3-200 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 505/2000 ανακοπή της Α.

Τ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν όσα αντίθετα ισχυρίζονται με την έφεσή τους οι εκκαλούντες" Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, με τη θέση της υπογραφής της στις επίμαχες συναλλαγματικές, ως τριτεγγυήτριας του πληρωτή-αποδέκτη τούτων και ανεξάρτητα από την πλαστογράφηση του ονόματος και της υπογραφής του πληρωτή αποδέκτη, ευθύνεται όπως θα ευθυνόταν ο τελευταίος, αν είχε αναλάβει εγκύρως με τη γνήσια υπογραφή του υποχρέωση πληρωμής των συναλλαγματικών, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τη συνδρομή ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 7, 31 παρ.1 και 2, 32 παρ.1 και εδ.α'και 47 παρ.1 του ν.5325/1932, καθ'οσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού στήριξε την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τριτεγγυήθηκε υπέρ του πληρωτή-αποδέκτη των συναλλαγματικών όχι στα στοιχεία που προέκυπταν από το σώμα των συναλλαγματικών, αλλά ανεπιτρέπτως σε στοιχεία εκτός του κειμένου των συναλλαγματικών, ήτοι σε εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα ενώ αναφέρονται, εκτός από τη θέση της υπογραφής της αναιρεσείουσας ως τριτεγγυήτριας των συναλλαγματικών και τα από τα σώματα τούτων προκύπτοντα πρόσθετα περιστατικά ενεργού αναμίξεως της αναιρεσείουσας στη κατάρτιση των συναλλαγματικών, τα οποία έπρεπε να αξιολογηθούν για το αν η τριτεγγύηση δόθηκε για λογαριασμό του αναγραφόμενου επ'αυτών ως πληρωτή και αποδέκτη τους, του οποίου το όνομα και η υπογραφή αντιστοίχως δεν ήταν μεν γνήσια, αλλά υπήρχε στις συναλλαγματικές και συγκεκριμένα παραπλεύρως από την έντυπη ένδειξη τούτων "Τριτεγγυώμαι υπέρ", το πλαστογραφημένο ονοματεπώνυμο αυτού (πληρωτή-αποδέκτη) πριν από την υπογραφή της αναιρεσείουσας ως τριτεγγυήτριας, συνίστανται δε τα περιστατικά αυτά στο ότι η αναιρεσείουσα ιδιοχείρως συμπλήρωσε:

α)τον τόπο και την ημερομηνία στη θέση του αποδέκτη και τριτεγγυητή Γ.Ρ. στις αναφερόμενες 15 από τις 32 συναλλαγματικές, και β)έγραψε το όνομα της συζύγου του Γ.Ρ., Ε.Ρ. σε όλες τις συναλλαγματικές (32) στην πρώτη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπερ", ως τριτεγγυήτριας του πληρωτή-αποδέκτη των συναλλαγματικών συζύγου της και κάτω από την τριτεγγύηση αυτή (με πλαστή την υπογραφή της τριτεγγυήτριας) έθεσε, στη θέση δεύτερης τριτεγγυήτριας το όνομα και την γνήσια υπογραφή της, εν τούτοις παρέλειψε να αξιολογήσει τα από τα σώματα των συναλλαγματικών προκύψαντα ως άνω περιστατικά και έλαβε υπόψη για να στηρίξει την κρίση του για το πρόσωπο, υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση της αναιρεσείουσας, (μόνον) εξώδικη ομολογία της τελευταίας.

Με την κρίση αυτή του Εφετείου κατέστη ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αν ορθώς αποκλείσθηκε η εφαρμογή του ερμηνευτικού της βουλήσεως του τριτεγγυητή συναλλαγματικής κανόνα του άρθρου 31 παρ.2 του ν.5325/1932, ότι ελλείψει σημειώσεως του τριτεγγυώμενου επί της συναλλαγματικής για λογαριασμό τίνος δίδεται η τριτεγγύηση, θεωρείται ότι αυτή δόθηκε υπέρ του εκδότη και συνεπώς, αν ορθώς απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι δεν τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη των επίδικων συναλλαγματικών.

Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔικ πρώτος, όπως εκτιμάται, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 828/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά τους τέσσερις τελευταίους από τους αναιρεσιβλήτους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Αναιρεί την 5102/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο κ. Σ. και ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2011.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ