Legislator Case Law & Legislation
836/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public prosecution costs ruling, upholding lower court's award of legal fees to private parties.

Case Number 836/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling that awarded legal costs to private defendants. The State argued the total cost award was excessive and failed to offset expenses due to partial liability, while the lower court found the State wholly at fault for the litigation. The Court rejected these arguments, confirming that the lower court correctly awarded the full amount without offsetting costs since the State lost entirely.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 22 para. 2 of Law 3693/1957: When the public entity loses the case entirely, the court must award the full litigation costs to the opposing parties without applying the offset rule for partial liability.

Keywords

AI generated
litigation costs public entity liability legal fees award cost offsetting partial liability civil procedure state indemnity

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 2 of Law 3693/1957
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 52 para. 18 of the Code of Civil Procedure
Art. 28 para. 5 of Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated
Common Decision of the Ministers of Justice dated 134423/8-12-1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κωνσταντίνο Χρέπα Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ1, 2.Χ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7) Χ7, 8. Χ8 και 9. ... Ο 1ος και η 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπακωνσταντίνου, οι 3η, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Παπακωνσταντίνου και Εμμανουήλ Συμβουλάκη, ο 2ος (Χ2), απεβίωσε την 27-2-2003 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του 1. Ζ1 και 2. Ζ2 ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτού που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, και εκπροσωπούνται από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Παπαστεφανάτου, οι 4ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο και ο 8ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-2-1997 και 30-12-1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3001/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2000 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Χ2, ο οποίος απεβίωσε, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμες του, θυγατέρες του Ζ1 και Ζ2.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 2, Πανδ. (41.4), 6 Πανδ.(44.3), 76 παρ.1, Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3, Πανδ.(23.3), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία, σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ.12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10 και 109, Πανδ. (50.16), ενώ ο ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν.

τη΄ της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κ.λ.π.". (αντίστοιχο το άρθρο 45 του ν. 4755/1931 - Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου). Οι ανωτέρω διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ολΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από τις 11-9-1915, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημόσιων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι μεταξύ άλλων, η βοσκή δε θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίασή του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Η επίδικη έκταση, όπως αυτή περιγράφεται, ήταν ανέκαθεν δασική και χορτολιβαδική και για το λόγο αυτό είχε περιέλθει στο Δημόσιο. Την έκταση αυτή τη νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής της δεν προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας άλλου, επί συνεχή τριακονταετία και πλέον από το 1874 έως και το 1921, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Ψ καιΞ, ασκώντας σ' αυτήν συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου αυτού πράξεις νομής, δηλαδή εκμίσθωση όλης της επίδικης έκτασης σε τρίτους για βόσκηση ποιμνίων και επίβλεψη αυτής, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από οποιονδήποτε, ούτε και από το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο Ψ νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής (εκμίσθωση σε τρίτους για βόσκηση ποιμνίων και επίβλεψη) από το έτος 1874, όταν το ακίνητο αυτό του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του..., με το 1585/1874 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Εμμανουήλ Λαμπαδαρίου, το οποίο νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας, στον τόμο ΛΣΤ΄ με αριθμό 208 και το οποίο δικαιολογεί και την καλή πίστη αυτού, έως την 20-3-1899, οπότε το πώλησε, με το 51235/20-3-1899 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Γεωργίου Λυκούρη, το οποίο νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας στον τόμο ΜΔ με αριθμό 202, στον Ξ.

Ο τελευταίος (Ξ) από τότε (20-3-1899), ως ειδικός διάδοχος του Ψ, συνέχισε να νέμεται τούτο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, η οποία δικαιολογείται ως εκ της υπάρξεως του παραπάνω τίτλου του, συνεχώς και αδιαλείπτως έως τον θάνατό του το έτος 1921, εκμισθώνοντας το ακίνητο αυτό κατά τον οικονομικό του προορισμό σε τρίτους για βόσκηση αιγοπροβάτων και επιβλέποντάς το συνεχώς έως το θάνατό του.

Μάλιστα ρητώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την παράθεση αποσπασμάτων μαρτυρικών καταθέσεων, τις οποίες το Εφετείο κρίνει αληθείς, ότι οι κτηνοτρόφοι στους οποίους οι εν λόγω δικαιοπάροχοι των εναγομένων εκμίσθωναν με αντάλλαγμα το επίδικο, ορισμένοι από τους οποίους και κατονομάζονται, χρησιμοποιούσαν πράγματι για τη βόσκηση των ποιμνών τους το επίδικο.

Έτσι, δέχθηκε το Εφετείο, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί της διεκδικούμενης έκτασης καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η οποία άρχισε την 11-9-1874 και είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Ξ. Ο τελευταίος, ο οποίος πέθανε το έτος 1921 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, κατά τα 3/4 από το γιο του Κ και κατά το 1/4 από τη σύζυγό του Λ, οι οποίο αμέσως μετά το θάνατό του αναμίχθηκαν στην κληρονομία αυτού.

Ακολούθως, το 1/4 αδιαιρέτως της έκτασης αυτής, που ανήκε στην Λ, πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από αυτήν , με το 3733/23-2-1934 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Βογοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Βιομηχανική Εταιρεία". Το υπόλοιπο ποσοστό των 3/4 αδιαιρέτως αυτής, που ανήκε στον Κ, εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό και με την 10092/1-2-1930 κατακυρωτική έκθεση του συμβολαιογράφου Αίγινας Στυλιανού Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στον ..., οποίος, με το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Βογοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, το πώλησε και το μεταβίβασε στην ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Βιομηχανική Εταιρεία", η οποία έτσι έγινε αποκλειστική κυρία της επίδικης έκτασης. Ακολούθως το ακίνητο αυτό, με την επίσπευση του Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου Ανώνυμων Εταιρειών κατασχέθηκε και εκπλειστηριάσθηκε και με την 17955/1967 κατακυρωτική έκθεση του συμβολαιογράφου Αίγινας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στους υπερθεματιστές και συγκεκριμένα, κατά το 1/2 αδιαιρέτως στο ...

και κατά το 1/16 αδιαιρέτως σε καθένα από τους 1) Χ2 (δεύτερο αναιρεσίβλητο), 2) Χ3 (τρίτη αναιρεσίβλητη), 3) Χ4 (τέταρτο αναιρεσίβλητο), 4) ..., 5) Χ5 (πέμπτο αναιρεσίβλητο), 6) ..., 7) ... και 8) Χ7 (έβδομη αναιρεσίβλητη). Ακολούθως, ο ..., με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Χατζηγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, επώλησε και μεταβίβασε το ανωτέρω μερίδιό του (1/2 εξ αδιαιρέτου) στον εναγόμενο Χ1 (πρώτο αναιρεσίβλητο), η ..., με το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Πλατή, που μεταγράφηκε νόμιμα, επώλησε και μεταβίβασε το ανωτέρω μερίδιό της στον εναγόμενο Χ6 (έκτο αναιρεσίβλητο), με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Πλατή, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ... επώλησε και μεταβίβασε το μερίδιό της στον εναγόμενο Χ8 (όγδοο αναιρεσίβλητο) και η ...

με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Ρεβέλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, επώλησε και μεταβίβασε το μερίδιό της στον εναγόμενο Χ9 (ένατο αναιρεσίβλητο). Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην συγκυριότητα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά τα προεκτιθέμενα ποσοστά αδιαιρέτως στον καθένα, με τους ανωτέρω εκτιθέμενους παράγωγους τρόπους, με βάση τους ανωτέρω μνημονευόμενους τίτλους, με αναγωγή δε στον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητάς του από τον απώτερο δικαιοπάροχός τους Ξ, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συντελεσθεί με την συμπλήρωση υπερτριακονταετούς νομής, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό της με τα ίδια προσόντα νομής εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος εγκύρως, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε, το είχε μεταβιβάσει σε αυτόν.

Κρίνοντας, συνεπώς βάσιμη την ένσταση απόκτησης κυριότητας στο ανωτέρω ακίνητο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, που είχαν αυτοί προβάλει κατά των διεκδικητικών της κυριότητας του ακινήτου αυτού αγωγών του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης με παράγωγους τρόπους κυριότητας από τους αναιρεσιβλήτους και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας που είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, από τον κοινό απώτερο δικαιοπάροχό τους.

Ειδικότερα σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου ως προς την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο από του απώτερους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων, με την βόσκηση σε αυτό ποιμνίων εκ μέρους κτηνοτρόφων, στους οποίους με αντάλλαγμα το εκμίσθωναν αυτοί και μέσω των οποίων ασκούσαν και επίβλεψη σε αυτό, οι διακατοχικές δε πράξεις της βόσκησης ποιμνίων μπορούσαν έως την 11-9-1915 να οδηγήσουν σε χρησικτησία σε δασική ή χορτολιβαδική έκταση, αφού από τη φύση τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αδύνατο να ασκηθούν σε τέτοιες εκτάσεις, η δε με τους μεταγενέστερους νόμους απαγόρευση να θεωρηθούν αυτές ως πράξεις νομής, δεν επηρεάζει το δικαίωμα που είχε προηγουμένως αποκτηθεί σε αυτές.

Επίσης σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, για τη συνεχή από το 1874 έως την 11-9- 1915 άσκηση των ανωτέρω πράξεων φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και η ύπαρξη καλής πίστης αυτών, την οποία το Εφετείο επαρκώς αιτιολογεί από την ύπαρξη νόμιμων τίτλων. Τέλος, δεδομένου ότι επαρκώς το Εφετείο αιτιολογεί την απόκτηση κυριότητας στο ακίνητο από του αναιρεσιβλήτους, με τους ανωτέρω μνημονευόμενους διαδοχικούς παράγωγους τρόπους, είναι χωρίς σημασία και δε στηρίζει το συμπέρασμα ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του επίδικου ακινήτου, η αναφορά στην προσβαλλόμενοι απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν και αυτοί διακατοχικές πράξεις βόσκησης ποιμνίων στο επίδικο και όταν πλέον είχε απαγορευθεί η άσκηση τέτοιων πράξεων και αυτές δε θεωρούνται πλέον ως πράξεις νομής Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο οι αναιρεσίβλητοι, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κυριότητας από τους απώτερους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία.

Ο ίδιος λόγος της κρινόμενη αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η μη στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχή ότι και οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο μετά την 11-9-1915.- Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2693/1957, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝ του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/1998 και με την 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, το καθοριζόμενο από αυτές ανώτατο όριο που επιδικάζεται για όλες τις πράξεις σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και συνολικά υπέρ όλων των αντιδίκων του Δημοσίου που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο, αναφέρεται μόνο στην αποδοτέα δαπάνη αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε, ενώ με τη διάταξη αυτή δεν τίθεται περιορισμός ως προς την επιδίκαση δαπάνης που αφορά τα λοιπά δικαστικά έξοδα, για τα οποία ισχύει, κατά τα λοιπά, το άρθρο 189 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθορίζει ποία έξοδα αποδίδονται.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, στις δίκες με το δημόσιο τα έξοδα συμψηφίζονται όλα : α) όταν και οι δύο διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως αβάσιμη, το καταδίκασε, λόγω της ήττας του, να καταβάλει σε όλους από κοινού τους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους συνολική δικαστική δαπάνη 660 ευρώ.

Στο ποσό αυτό, όπως από την εκτίμηση της απόφασης αυτής προκύπτει, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα ποσά της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, αλλά, εφόσον δε γίνεται σχετική διάκριση. και όλα τα υπόλοιπα δικαστικά τους έξοδα. Περαιτέρω δε η δικαστική αυτή δαπάνη επιδικάστηκε λόγω της ολοκληρωτικής ήττας του Δημοσίου και δεν υφίσταται παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι και οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) ήταν υπαίτιοι του δικαστικού αγώνα, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με την οποία το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, α) με το να επιδικάσει το ανωτέρω συνολικά ποσό, χωρίς μάλιστα να προβάλλει ότι κατά το μέρος που αφορά τα υπόλοιπα δικαστικά έξοδα, εκτός από την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, το ποσό αυτό είναι υπερβολικό και β) με το να μη συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 301/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.- Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει α) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, την καταβλητέα σε όλους από κοινού τους 1ο (Χ1), 3η (Χ3), 5ο ( Χ5), 6ο (Χ6) και 7η (Χ7) αναιρεσιβλήτους, β) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, την καταβλητέα σε όλους από κοινού τους Ζ1 και Ζ2, κληρονόμους του 2ου αναιρεσιβλήτου (Χ2), 4ο (Χ4) και 9ο (Χ9) αναιρεσιβλήτους και γ) στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, την καταβλητέα στον 8ο (Χ8) αναιρεσίβλητο.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ