Legislator Case Law & Legislation
836/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability and architectural supervision rights grounds.

Case Number 836/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding civil liability and architectural supervision rights. The appellant argued that the lower court erred in accepting claims of professional misconduct and misinterpreted a technical report, but the court found these arguments based on false premises. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to prove the lower court's errors or provide sufficient evidence to support the alleged misinterpretation of the documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 330 and 27 of the Penal Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court rejects appeals based on false premises regarding fault and misinterpretation of documents when the appellant fails to provide the full content necessary for review.

Keywords

AI generated
civil liability fault architectural supervision rights appeal grounds rejection misinterpretation of documents professional misconduct claim

Cited Legislation

AI generated
Article 330 of the Civil Code
Article 27 of the Penal Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 836 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεωργιάδη και Νικόλαο Δούναβη.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ. Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6100/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/11/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), ο τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του), ο πέμπτος και ο ένατος (κατά το πρώτο σκέλος του) και να γίνουν δεκτοί οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ, "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο επί συμβάσεων, όσο και επί αδικοπραξιών, δηλαδή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα.

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 ( 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ, "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως." Περαιτέρω, το άρθρο 286 Π.Κ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 ( 5 α' του ν. 2331/1995, όριζε ότι "όποιος κατά τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".

Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφ' ενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφ' ετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, εν όψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του.

Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 Π.Κ, γι' αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας. Τα εγκλήματα όμως βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού.

Συνεπώς, αν από την κατάρρευση μιας πλημμελώς κατασκευασθείσης οικοδομής επέλθει ο θάνατος προσώπου, ο κατασκευαστής αυτής υπέχει ευθύνη μόνο για ανθρωποκτονία, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την εκτέλεση του οικοδομικού έργου κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτό. 'Ετσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής (Π.Κ. 286) και της ανθρωποκτονίας που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο (Π.Κ. 15, 299 ( 1, 302) υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η ανθρωποκτονία απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη.

Τέλος, από το άρθρο 17 Π.Κ. προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων παραλείψεως είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος όφειλε να ενεργήσει. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα που αρχίζει από την παράδοση του κτιρίου που κατασκευάσθηκε κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής και τελειώνει στο χρονικό σημείο που αυτό κατέρρευσε.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής καθόσον αφορά στον αναιρεσείοντα: Η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία ιδρύθηκε στις 16-9-1992, προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 19-7-1999, για να τον απασχολήσει ως λογιστή της επιχείρησής της, την οποία στέγαζε εντός του εργοστασίου της εταιρίας ΡΙΚΟΜΕΞ ΑΕ, στην οδό ..., αριθ.1, στις Αχαρνές Αττικής.

Στο κτίριο της ΡΙΚΟΜΕΞ και δη στον ημιώροφο εργαζόταν και ο αναιρεσίβλητος μέχρι τις 7-9-1999, όταν μετά τον ισχυρό σεισμό που συνέβη, μεγέθους 5,9 της κλίμακας ΡΙΧΤΕΡ, με επίκεντρο την περιοχή της Πάρνηθας και σε απόσταση 11,5 χιλιομέτρων από τη θέση του κτιρίου, κατέρρευσε άμεσα και καθολικά το κτίριο, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να τραυματισθεί σοβαρά.

Το κτίριο αποτελείτο από Β' υπόγειο, Α' υπόγειο, ισόγειο όροφο και ημιόροφο καθώς και δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους. Για την ανέγερσή του εκδόθηκαν η 2914/26-5-1976 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Αττικής, για το ισόγειο και τα δύο υπόγεια και η 1709/1977 άδεια της ίδιας Νομαρχίας για τους Α' και Β' ορόφους. Στις 30-7-1979 η εταιρεία ΡΙΚΟΜΕΞ κατέθεσε αίτηση για επέκταση του υπογείου και έλαβε την 6022/13-9-1979 άδεια οικοδομής.

Με βάση την άδεια αυτή φέρεται να κατασκευάζεται επέκταση του υπογείου στο σημείο του κτιρίου που είχε πρόσοψη στον Κηφισό ποταμό. Πλην όμως το κτίσμα αυτό προϋπήρχε της αδείας, λειτούργησε δε η άδεια αυτή για νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος. Πέραν τούτου κατασκευάσθηκαν αυθαίρετα κτίσματα, περιμετρικά του κυρίως κτιρίου, η κυριότερη δε παράβαση ήταν η κατασκευή του κτιρίου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προβλεπόταν στις άδειες.

Ως προς τον ημιώροφο (πατάρι του ισογείου) αυτός δεν προβλέπεται σε καμία από τις άνω άδειες. Ο ημιώροφος ήταν κατασκευασμένος από σκυρόδεμα και κάλυπτε το ήμισυ της επιφάνειας των λοιπών ορόφων. Μετά το έτος 1977 και μέχρι τις 2-12-1991 επεκτάθηκε ο ανωτέρω ημιώροφος κατά 420 τετρ. μέτρα, ώστε να γίνει πλήρης κάλυψη του ορόφου, με την προσθήκη κατασκευής από σιδηροδοκούς και ξύλινο πάτωμα.

Εν συνεχεία κατά το έτος 1992 η εταιρία ΡΙΚΟΜΕΞ από κοινού με την πρώτη εναγομένη και προκειμένου να στεγάσουν τα γραφεία της πρώτης εναγομένης στον ως άνω ημιώροφο, ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα αρχιτέκτονα μηχανικό το έργο της επέκτασης και αναδιαμόρφωσης των χώρων γραφείων στον ημιώροφο, όπου μέχρι τότε υπήρχαν δύο γραφεία, ενώ ο υπόλοιπος χώρος χρησιμοποιείτο σαν αποθήκη.

Ο αναιρεσείων ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Α. Β. να συντάξει τη μελέτη στατικής αντοχής της υπάρχουσας σιδηροκατασκευής, πλην όμως η μελέτη αυτή καθώς και η εφαρμογή της έγιναν χωρίς να ελεγχθεί η στατικότητα του όλου κτιρίου και ο βαθμός επιβαρύνσεώς του από την σιδηροκατασκευή. Μάλιστα για την στήριξη αυτής έγινε διάτρηση των υποστυλωμάτων του ισογείου, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη στατικότητα του όλου κτιρίου.

Ο ως άνω μηχανικός είχε τη γενική επίβλεψη της κατασκευής του έργου, παραβίασε από πρόθεση τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες της οικοδομικής, δεδομένου ότι αποφάσισε την επίβλεψη της κατασκευής, ενώ γνώριζε από τα εγκεκριμένα σχέδια και τις μελέτες της πολεοδομικής υπηρεσίας, τα οποία τέθηκαν υπόψη του από την ιδιοκτήτρια εταιρία, ότι ο ως άνω ημιώροφος είναι αυθαίρετος και ότι η κατασκευή του όλου κτιρίου έγινε κατά τρόπο διαφορετικό από τις συγκεκριμένες μελέτες και τα σχέδια και επίσης γνώριζε ότι η ενίσχυση της σιδηροκατασκευής και η στήριξή της στα υποστυλώματα του ισογείου επιδρούν μειωτικά στη στατική επάρκεια του κτιρίου με αποτέλεσμα να προξενείται κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων σ' αυτό.

Λόγω των εκτεταμένων ζημιών που προκλήθηκαν από τον ανωτέρω σεισμό και του μεγάλου αριθμού των νεκρών συγκροτήθηκε. Επιτροπή από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, για τη διερεύνηση των αιτίων κατάρρευσης των κτιρίων αποτελούμενη από έγκριτους επιστήμονες. Η Επιτροπή αυτή διερεύνησε επισταμένως το κτίριο της "ΡΙΚΟΜΕΞ" ήλεγξε αν αυτό κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις οικοδομικές άδειες και τις ισχύουσες κατά το χρόνο της κατασκευής διατάξεις του ΒΔ 10-12-31-12-1945 "Περί Κανονισμού Φορτίσεως Δομικών Έργων", του ΒΔ 18-12-/26-7-1954 "Περί Κανονισμού δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ οπλισμένου σκυροδέματος" και του ΒΔ 19-2/26-2-1959 "Περί αντισεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων" και αποφάνθηκε για τα αίτια της κατάρρευσής του.

Στην από Μαρτίου 2001 τελική και εμπεριστατωμένη πορισματική της έκθεση, ομοίου περιεχομένου με την από Δεκεμβρίου 2000 προκαταρκτική της έκθεση, η Επιτροπή αναφέρει και περιγράφει κατάφωρες παραβάσεις των παραπάνω νομοθετικών διατάξεων που αφορούν κυρίως το ωφέλιμο φορτίο του κτιρίου που λήφθηκε υπόψη (Κανονισμός Φορτίσεων Οικοδομικών Έργων), μη τήρηση των διατάξεων του κανονισμού Οικοδομικών Εργων από Ω.Σ.

περί μυκητοειδών πλακών χωρίς δοκούς, περί επιλύσεως πλαισίων και συντάξεως αναπτυγμάτων και λεπτομερειών οπλισμών, περί ελαχίστων ποσοστών διαμήκους οπλισμού των υποστυλωμάτων, περί συνδετηρίων κόμβων και υποστυλωμάτων (περιμετρικοί και εσωτερικοί συνδετήρες ελάχιστες διάμετροι, μέγιστες αποστάσεις, άγκριστρα) και μη τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων περί κανονικού αντισεισμικού υπολογισμού των γωνιακών υποστυλωμάτων και περί ελαχίστων απαιτήσεων για τα γωνιακά υποστυλώματα.

Ειδικότερα η Επιτροπή διαπίστωσε τις εξής δυσμενείς για τη στατικότητα, ασφάλεια και συμπεριφορά υπό σεισμό του κτιρίου: 1) Ενώ σύμφωνα με τις άδειες (και μελέτες) το κτίριο έπρεπε να είχε 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 6.75-9,30-6,75=22,80 μ. κατά πλάτος) σε διάταξη 8 σειρών ( σε αποστάσεις περίπου 7Χ5,30=37,10μ.

κατά μήκος), δηλ. συνολικώς 32 υποστυλώματα, κατά την αυτοψία βρέθηκε να έχει κατασκευασθεί με 4 στοίχους υποστυλωμάτων (σε αποστάσεις περίπου 3Χ7,60=22,80 κατά πλάτος) σε διάταξη 6 σειρών ( σε αποστάσεις περίπου 5Χ7,50=37μ. κατά μήκος), δηλαδή συνολικώς με 24 υποστυλώματα. 2) Ενώ κατά τις άδειες (και μελέτες) οι πλάκες του κτιρίου έπρεπε να ήταν δοκιδωτές (ZOELLNER) μιας κατευθύνσεως κατά πλάτος, πάχους 25 ή 30 εκ με ικανές δοκούς κατά μήκος, διατομής 35/65 εκ.

ή 30/50 εκ. αυτές κατασκευάσθηκαν συμπαγείς, πάχους 25-35 εκ. χωρίς εσωτερικούς δοκούς και περιμετρικούς μόνο πέριξ των ανοιγμάτων (κλίμακας και ανελκυστήρων), δηλαδή η πλάκα εδραζόταν κατ' ευθείαν στα υποστυλώματα και μάλιστα χωρίς την επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. του ΒΔ 18-2/26-7-54 διαπλάτυνση στις κεφαλές τους.

Πρόκειται για τη λεγόμενη μέθοδο της μυκητοειδούς πλάκας, η οποία δεν συνηθίζεται στις κατασκευές και ουσιαστικώς απαγορευόταν από τον ισχύοντα Κανονισμό, αφού η εφαρμογή της προϋπέθετε πλήθος ειδικών ελέγχων, περιλαμβανομένου και του δυσμενούς ελέγχου διατρήσεως πλακών, η οποία (διάτρηση πλακών) δυστυχώς επισυνέβη στο κτίριο κατά το σεισμό, έλεγχοι οι οποίοι ουδόλως έγιναν στην προκείμενη περίπτωση.

Δηλαδή το κτίριο δεν κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις εγκεκριμένες από την Πολεοδομία μελέτες. Η κατασκευή με λιγότερα υποστυλώματα έστω και με μεγαλύτερες διατομές, σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους και με την παραπάνω μέθοδο ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη στατικότητα και ασφάλεια του κτιρίου.

Περαιτέρω η επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλά από τα υποστυλώματα ήταν σχεδόν άοπλα, ενώ άλλα υποπλισμένα με ιδιαίτερη δυσμενή και ψαθυρά συμπεριφορά ακόμη και έναντι κατακόρυφων φορτίων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Επιτροπή το κτίριο δεν ήταν σε θέση να αναλάβει σεισμικό φορτίο, έστω και το προβλεπόμενο από τους κανονισμούς.

Το ανευρεθέν από την επιτροπή στο φάκελο της δεύτερης άδειας σχέδιο ξυλότυπου που αφορούσε την πρώτη άδεια και δεν συμφωνεί με το εγκριθέν από την Πολεοδομία σχέδιο ξυλότυπου της ίδιας άδειας, δεν είναι εγκεκριμένο από την Πολεοδομία και προφανώς καταρτίστηκε εκ των υστέρων προκειμένου να φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικά κατάσταση. 3) Ενώ κατά την άδεια και τις μελέτες το κτίριο είχε δύο πλήρη υπόγεια με πλήρη περιμετρικά τοιχεία πάχους 25 εκ.

εφόλου του μήκους της περιμέτρου, τα υπόγεια αυτά βρέθηκαν ανοικτά (χωρίς τοιχεία) κατά 50% του μήκους της περιμέτρου. Επι πλέον διαπιστώθηκε, ότι όπου υπήρχαν τοιχεία, αυτά ήταν ασύνδετα με τον σκελετό και χωρίς καμία θεμελίωση, δηλαδή εδράζονταν χωρίς κανενός είδους πέδιλο κατευθείαν πάνω στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου.

Επίσης αντί ημιωρόφου στο ισόγειο κατά 50% του εμβαδού της κατόψεως καλύφθηκε παράνομα, όπως προαναφέρθηκε, το 100% του εμβαδού, ενώ αντί του β' ορόφου σε εσοχή κατά 3,5/4.0 μ. καλύφθηκε παράνομα το 100% της κατόψεως. 4) Τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής έναντι κυρίως σεισμού δεν προβλέπονταν υποχρεωτικώς από τις κείμενες διατάξεις, ούτε υπήρχε σχετική πρόβλεψη στις μελέτες.

Παρά ταύτα βρέθηκαν αρκετά τέτοια τοιχώματα γύρω από τους δύο ανελκυστήρες και την κλίμακα, τα οποία όμως είχαν ελλιπή και πλημμελή όπλιση και σύνδεση με τις πλάκες. Επίσης κατασκευάσθηκε "φυτευτό" τοίχωμα πάνω στο στέγαστρο και την είσοδο του κτιρίου, στην Β γωνία του. Όλα αυτά τα τοιχώματα ήταν κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα στην κάτοψη του κτιρίου, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά έναντι σεισμού. 5) Κατά την αρχιτεκτονική μελέτη, που όμως δεν λήφθηκε υπόψη στην στατική μελέτη, η περίμετρος και οι όψεις του κτιρίου διαμορφώνονταν με βαριά στοιχεία από έγχυτο ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα σε δεύτερη όμως φάση, που εξασφαλίζει πλημμελή έως μηδενική μονολιθικότητα.

Στην πράξη η λύση αυτή είχε υιοθετηθεί και εφαρμορσθεί και για τα τοιχεία των δύο υπογείων, όπου αυτά κατασκευάθηκαν. Ετσι, εκτός από τη μη μονολιθική συμπεριφορά και όσον αφορά τα τοιχεία των υπογείων και όσον αφορά τις υψίκορμες ανεστραμμένες δοκούς-στηθαία στην περίμετρο των ορόφων, δημιουργήθηκαν σχεδόν σε όλη την περίμετρο ολόκληρου του κτιρίου καθ' ύψος και "κοντά" υποστυλώματα, με μικρό λόγο διατμήσεως και ιδιαίτερα ψαθυρή συμπεριφορά έναντι σεισμού. 6) Κατά τις μελέτες στους δύο πάνω ορόφους προβλέπετο ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 350 Kmg/m2.

Στην πράξη αποθήκες και λειτουργούσαν στους παραπάνω ορόφους βαριά μηχανήματα μέχρι το έτος 1998 για τα οποία έπρεπε να είχε προβλεφθεί ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 500 Kgm/m2 με αποτέλεσμα να καταπονείται το κτίριο. Το κτίριο είχε συνολικό φορτίο τουλάχιστον 1.20 φορές μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στις άδειες και μελέτες ενώ γενικώς τα συνολικά ίδια βάρη ήταν περίπου διπλάσια από τα ωφέλιμα φορτία.

Και 7) ενώ στις μελέτες είχε γίνει κατά τον τότε ισχύοντα Αντισεισμικό Κανονισμό ο ειδικός έλεγχος των περιμετρικών στοιχείων-υποστυλωμάτων δεν έγινε ούτε ο ειδικός έλεγχος των γωνιακών υποστυλωμάτων, ούτε και ο κανονικός έλεγχος του συνόλου του κτιρίου και των υποστυλωμάτων. Αν είχε γίνει οποιοσδήποτε στοιχειώδης έστω αντισεισμικός υπολογισμός, παρά το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν ουσιαστικώς η δόμηση με το σύστημα των μυκητοειδών πλακών, θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση τις άδειες ή την πραγματική κατάσταση.

Προκύπτει δηλαδή ελλιπής οπλισμός των υποστυλωμάτων του κτιρίου περιμετρικών και εσωτερικών. Ο αναιρεσείων παραβίασε εν γνώσει του τους κανόνες της οικοδομικής (άρθρο 286 ΠΚ), αφού με τις πράξεις του που προαναφέρθηκαν, συνετέλεσε αθροιστικά στην κατάρρευση του κτιρίου, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την αντοχή του, λόγω της ως άνω πλημμελούς κατασκευής του.

Συνεπώς, ως προστηθείς από την πρώτη εναγομένη ευθύνεται για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον αναιρεσείοντα η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση λόγω του τραυματισμού του (άρθρο 931 ΑΚ), συνολικά 189177,98 ευρώ.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την εκτέλεση του έργου της σιδηροκατασκευής του έτους 1992, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονα μηχανικού και τη μη σύνταξη από αυτόν της στατικής μελέτης του έργου, αναμίχθηκε στη διεύθυνση και εκτέλεση του έργου αυτού και ενήργησε ως επιβλέπων μηχανικός.

Επίσης, δέχθηκε ότι το έργο αυτό της σιδηροκατασκευής, που εκτέλεσε ο αναιρεσείων επιβάρυνε τη στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσε στην κατάρρευσή του από το σεισμό. Μετά από όλα αυτά, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο έκτος, ο ένατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), ο δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα παραπάνω ζητήματα της ευθύνης του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Επίσης, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή έγινε από αυτή δεκτό ότι η ανάθεση του έργου της σιδηροκατασκευής στον αναιρεσείοντα έγινε κατά το έτος 1992 από την εναγομένη εταιρεία ΕΣΤΙΑ (από κοινού με τη ΡΙΚΟΜΕΞ), ενώ η σύσταση της εναγομένης "ΕΣΤΙΑΣ" έγινε στις 18-9-1992, με αποτέλεσμα να υπάρχει αμφιβολία αν η εναγομένη εταιρεία ΕΣΤΙΑ είχε συσταθεί κατά το χρόνο ανάθεσης της πιο πάνω εντολής στον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού αρκούν για τη θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης τα άνω ανελέγκτως δεκτή γενόμενα ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του, ανεξαρτήτως του ποιος υπήρξεν ο αναθέσας σ' αυτόν την κατασκευή του έργου της σιδηροκατασκευής και δη αν και οι δύο ως άνω εταιρείες ή και μόνη η ΡΙΚΟΜΕΞ.

Επίσης, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο απέρριψε (σιγή) χωρίς να εξετάσει την ένσταση παραγραφής εκ του άρθρου 937 ΑΚ, που είχε προβάλλει ο αναιρεσείων, είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στον αναιρετικό αυτό λόγο τα πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει για την κατά το νόμο (σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε) θεμελίωση της ένστασης αυτής της παραγραφής και συγκεκριμένα δεν αναφέρει τι είχε επικαλεσθεί ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, το χρόνο έναρξης της παραγραφής και το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ένστασης παραγραφής του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα άρθρα 15, 17 και 286 ΠΚ, ότι η παραγραφή άρχισε από τότε που παρέλειψε ο αναιρεσείων να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση με την απομάκρυνση της σιδηροκατατασκευής, δηλαδή από την κατάρρευση του κτιρίου (7-9-1999), χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση αν η σύμβαση που συνέδεε αυτόν και την εταιρεία ΡΙΚΟΜΕΧ ήταν αορίστου ή ορισμένου χρόνου καθώς και με ποια ιδιότητα έπρεπε να ενεργήσει ο αναιρεσείων, δηλαδή αυτή του αρχιτέκτονα μηχανικού ή αυτή του πολιτικού μηχανικού, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν έχει διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω παραδοχές, που επικαλείται ο αναιρεσείων ως προς την ένσταση παραγραφής.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), τον τέταρτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του), τον έβδομο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την από 3-2-1992 τεχνική έκθεση του Α.

Β., στην οποία αυτός αναγράφει ότι εργοδότης του είναι η ΡΙΚΟΜΕΞ, τη δεύτερη μεταγενέστερη τεχνική έκθεσή του, στην οποία αναγράφονται τα ίδια, την από 2-12-1991 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τη ΡΙΚΟΜΕΞ, στην οποία εκφράζεται η αναρμοδιότητα του αναιρεσείοντος, για το θέμα της αντοχής της σιδηροκατασκευής, το υπόμνημα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Κ. προς τη 16η τακτική ανακρίτρια, στο οποίο ομολογείται ότι η επίβλεψη της μελέτης του Α. Β. έγινε από τον ίδιο, δύο επίσημες γνωμοδοτήσεις του Τ.Ε.Ε. και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 43258/31-1-2003 και 5463/6-3-2003, από τις οποίες προέκυπτε, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα ως αρχιτέκτοντας μηχανικός να εκπονεί και εκτελεί μελέτες για το έργο, που φέρεται ότι εκτέλεσε στην απόφαση και τη 2730/14-3-2002 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργυρώς Σεργάκη-Παπαδογιάννη, (η νόμιμη κλήτευση των αντιδίκου του αναιρεσείοντος προκύπτει από τη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κ. Μ.). Όσον αφορά στις δύο πιο πάνω γνωμοδοτήσεις του Τ.Ε.Ε. ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο των γνωμοδοτήσεων αυτών, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι γνωμοδοτήσεις αυτές προσκομίσθηκαν για επίλυση νομικών ζητημάτων και όχι για απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών.

Όσον αφορά στα υπόλοιπα έγγραφα, οι υπόλοιποι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενη απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμνεο της δεν καταλείπετε πράγματι αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι αυτός, ως αρχιτέκτονας μηχανικός δεν είχε δικαίωμα να εκπονεί και εκτελεί μελέτες και έργα, όπως αυτό που αναφέρεται στην απόφαση.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αρνητικός της βάσεως της αγωγής και δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων , ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονα μηχανικού, αναμίχθηκε στην εκτέλεση του έργου της σιδηροκατασκευής, ενήργησε "εν τοις πράγμασι" ως επιβλέπων μηχανικός και ως εκ τούτου είχε νομική υποχρέωση από τα άρθρα 286 παρ. 1 ΠΚ, 1 του ΠΔ 778/1980 και 7 του Ν 1396/1983, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 3046/304/30-1/3-2-1989 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, να φροντίσει για την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας και να παρεμποδίσει την εκτέλεση του επικινδύνου έργου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επειδή αυτός ως αρχιτέκτονας μηχανικός δεν είχε δικαίωμα να συντάξει τις μελέτες των αναφερομένων στην απόφαση οικοδομικών αδειών και να ενεργήσει την επίβλεψη των έργων, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος.

Επίσης σε εσφαλμένη προϋπόθεση βασίζεται και είναι γι' αυτό απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα τον ισχυρισμό του αντιδίκου του, που προβλήθηκε απαράδεκτα ενώπιον του Εφετείου, ότι υπήρχε σχέση προστήσεως ανάμεσα σ' αυτόν και τους μηχανικούς Α.

Β. και Ε. Κ., γιατί το Εφετείο δεν έχει δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση τέτοια σχέση προστήσεως.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για το ωρισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την ανακριτική απολογία του μηχανικού Ε. Κ., αφού δέχθηκε ότι από την απολογία αυτή προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε τη γενική επίβλεψη του έργου, ενώ στην απολογία αυτή αναφέρεται κατά το παρατιθέμενο απόσπασμά της ότι ο πιο πάνω μηχανικός (Κοτζαστράτης) αναφέρει ότι συμμετείχε στην επίβλεψη της υλοποίησης της μελέτης του πολιτικού μηχανικού Α.

Β.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστη, αφού στο αναιρετήριο παρατίθεται μόνο το εν λόγω απόσπασμα, του εγγράφου, το αναφερόμενο, στην συμμετοχή του εν λόγω μηχανικού στην υλοποίηση της άνω μελέτης και όχι, όπως έπρεπε για το ωρισμένον, το πλήρες περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η προσβαλλομένη υπέπεσε στην επικαλουμένη πλημμέλεια, με το να δεχθεί τα παραπάνω, εφόσον αν στο έγγραφο τούτο αναφέροντο ταύτα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1361/10-11-2004 αίτηση του Α. Δ. για αναίρεση της 6100/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτκαόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ