Supreme Court dismisses appeal against auto insurance liability judgment, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding auto insurance liability. The appellant argued that the Court of Appeal erred in evaluating technical reports and expert opinions, claiming they were improperly ignored or misinterpreted. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly considered all submitted documents and expert opinions, including those not explicitly named in the final decision, as part of its autonomous assessment of evidence. Consequently, the appeal was found inadmissible on substantive grounds, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the factual evaluation of evidence by the court of first instance, as such assessments are not subject to appellate review and constitute the court's autonomous discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δαρούδη. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2017 μη οριστική και 1007/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-10-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7518/837/5-10-2022 ) αίτηση, για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 518/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθ.1,6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ.1β,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 23 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει τη στροφή κατά το δυνατόν κλειστή. 2. ... Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού ..." (Α.Π. 979/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 998/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 518/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: " .....Με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι αγνώστων στοιχείων ταυτότητας πρόσωπο που οδηγούσε αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας ΙΧΕ όχημα, προκάλεσε στην Εθνική Οδό ..., στις ...-2012 το υπό τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή του συνθήκες, αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά ο ίδιος.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος εκθέτει στην αγωγή του ότι ο ίδιος έβαινε με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, φορώντας προστατευτικό κράνος ασφαλείας, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ... Ότι όταν πλησίασε στη διασταύρωση της άνω ΕΌ. με αγροτική οδό, όπου σχηματίζεται ισόπεδος κόμβος (στο ύψος του καταστήματος Carrefour) στον οποίο η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, αφού διαπίστωσε ότι η ένδειξη στους φωτεινούς σηματοδότες στην πορεία του ήταν πράσινη, συνέχισε την ευθύγραμμη πορεία του.
Ακολούθως, ότι συνέχισε την πορεία του και προσέγγισε στο ύψος του 3ου χιλιομέτρου της άνω Εθνικής οδού όπου συμβάλλει ανώνυμη παράπλευρη οδός και ότι στη συμβολή των άνω οδών και σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που κινούνται σε αυτήν υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (ΣΤΟΠ), η οποία υποχρεώνει τους κινούμενους επί της παράπλευρης οδού οδηγούς σε διακοπή της πορείας τους πριν την είσοδο στην Εθνική οδό και σε παραχώρηση προτεραιότητας στους οδηγούς των κινούμενων επί της άνω οδού οχημάτων, ενώ ακολούθως, υπάρχει λωρίδα επιτάχυνσης προκειμένου να διευκολύνεται ή έξοδος των οχημάτων από την παράπλευρη οδό προς την Εθνική οδό ...
Περαιτέρω ότι, πλησιάζοντας στη συμβολή της άνω οδού με την παράπλευρη εκ δεξιών του οδό, συνέχισε ευθεία την πορεία του και επιτάχυνε την κίνηση του, δοθέντος ότι η Εθνική οδός μετά την άνω συμβολή παρουσιάζει ανωφερική κλίση. Ότι κατά τον ίδιο χρόνο, ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας οδηγός, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο τύπου BMW χρώματος μαύρου και κινούμενος επί της παράπλευρης οδού, πλησιάζοντας στη συμβολή της άνω οδού με τη Εθνική οδό παραβίασε την πινακίδα ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε χωρίς τον παραμικρό έλεγχο και με την ίδια αμείωτη ταχύτητα, στη λωρίδα επιταχύνσεως της άνω Εθνικής οδού και, αμέσως μετά, επιχείρησε και πάλι ανέλεγκτα και χωρίς να προειδοποιήσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, αριστερό ελιγμό, προκειμένου να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της άνω Εθνικής οδού με αποτέλεσμα να αποφράξει εντελώς αιφνιδιαστικά και απρόβλεπτα την ευθύγραμμη πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, εξαιτίας δε της κίνησης του αυτής, ο ενάγων αναγκάστηκε να τροχοπεδήσει άμεσα τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του και επιχείρησε να εισέλθει από τη δεξιά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία κατά τον άνω χρόνο ήταν ελεύθερη οχημάτων, πλην όμως δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ισορροπία του και να αποφύγει την πτώση του στο οδόστρωμα και τον βαρύτατο τραυματισμό του.
Όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, από την από ...-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Δράμας και το από 1010-2012 σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, προκύπτει ότι, το ατύχημα έλαβε ώρα στις ...-2012 ημέρα Τρίτη και περί ώρα 14:40, στο ύψος του 3ου χιλιομέτρου της Ε.Ο. ..., ενώ ως είδος ατυχήματος αναφέρεται "ανατροπή οχήματος εντός οδού".
Οδηγός και ιδιοκτήτης της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας φέρεται ο ενάγων και ως μάρτυρας καταγράφεται ο Κ. Α. του Α. Η άνω Εθνική Οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστικό κιγκλίδωμα, το πλάτος οδοστρώματος είναι 7,20 μέτρα σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, οι λωρίδες κυκλοφορίας είναι δύο ανά κατεύθυνση, το είδος του οδοστρώματος είναι άσφαλτος, υπάρχει ανωφέρεια με δεξιά καμπύλη και ακολουθία στένωσης της οδού (Κ-6δ), ενώ την ημέρα και την ώρα του ατυχήματος η άσφαλτος ήταν ξηρά, οι συνθήκες φυσικού φωτισμού επαρκείς (ήταν ημέρα), η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, των πεζών αραιή, η ορατότητα ανεμπόδιστη και επικρατούσε καλοκαιρία.
Ως σήμανση της οδού μνημονεύονται πινακίδα Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή), πινακίδα Κ-6δ (επικίνδυνη στένωση οδοστρώματος στη δεξιά πλευρά) και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα. Η κατεύθυνση του δικύκλου του ενάγοντος ήταν προς Καβάλα. Περαιτέρω, από τις διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος προκύπτουν ίχνη τροχοπέδησης 93 μέτρων, ίχνη πλάγιας ολίσθησης 71 μέτρων, αίμα στην τελική θέση όπου βρέθηκε πεσμένος ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας, ήτοι στα 24 μέτρα από το σημείο τερματισμού των ιχνών τροχοπέδησης έως το ύψος της κεφαλής του, γυαλιά και πλαστικά εξαρτήματα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, λάδια στην τελική θέση που βρέθηκε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, χώματα στο σημείο πτώσης της, χαραγές στο οδόστρωμα από το σημείο πτώσης της και έως την τελική θέση αυτής.
Οι επιφάνειες του οχήματος που βλήθηκαν είναι η αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας από την πτώση της στο οδόστρωμα και ελάχιστα από τη δεξιά πλευρά λόγω της πρόσκρουσης στα κιγκλιδώματα. Για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας διαπιστώθηκε παράβαση των άρθρων 12 παρ 1 και 19 παρ 1 του ΚΟΚ, ο τραυματίας οδηγός μεταφέρθηκε μετά το ατύχημα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Δράμας σε σοβαρή κατάσταση και από εκεί διακομίστηκε στο 424 Γενικό Στρατιωτικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης στη μονάδα εντατικής θεραπείας για νοσηλεία.
Αποδεικνύεται δε ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα όχι σε ευθύ τμήμα της άνω Εθνικής οδού αλλά καθό χρόνο η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος προσέγγιζε τις επισημανθείσες και στην έκθεση αυτοψίας πινακίδες αναγγελίας κινδύνου ΚΙ-δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και Κ-6δ (επικίνδυνη στένωση του οδοστρώματος στη δεξιά πλευρά).
Προσέτι, από την από 12-10-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων υπό του Τμήματος Τροχαίας Δράμας πραγματογνωμόνων, προέκυψε ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος αμέσως πριν το ατύχημα ήταν στα 170-180 χιλιόμετρα την ώρα. Ως αφορά την ύπαρξη του έτερου αυτοκινήτου, παραμένουν αδιευκρίνιστες οι συνθήκες της ενδεχόμενης εμπλοκής του στο ένδικο ατύχημα, και τούτο διότι η περιγραφή του ατυχήματος από τον μάρτυρα και φίλο του ενάγοντος Κ.
Α., διαφέρει από την περιγραφή του από τον ίδιο τον ενάγοντα. Ειδικότερα, ο άνω μάρτυς καταθέτει ότι ο ενάγων εξαρχής έβαινε στην αριστερή (και όχι στη δεξιά, όπως ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται) λωρίδα του ρεύματος προς Καβάλα και ότι ένα μαύρο ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW προπορεύονταν αυτού και κινούνταν στη δεξιά λωρίδα.
Ο άνω μάρτυς, ενώ ακολουθούσε τον ενάγοντα, εντούτοις δεν αντελήφθη το άγνωστο όχημα να αποφράσσει την ευθύγραμμη πορεία του ενάγοντος, παρά μόνο υποθέτει ότι κάτι τέτοιο θα συνέβη. Και επομένως, ενόψει του ότι όπως σε κάθε περίπτωση ζημίας, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, ο ζημιωθείς έχει το βάρος απόδειξης για τη συμμετοχή στο ατύχημα άλλου αυτοκινήτου και για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της επελθούσης βλάβης, το εκ των αποδείξεων αδιευκρίνιστο των συνθηκών του ατυχήματος αποβαίνει εις βάρος του παθόντος (.....).
Το αδιευκρίνιστο δε των συνθηκών, στην προκειμένη περίπτωση, δεν κατέστη δυνατόν να αρθεί ούτε από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. ... έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονος Ε. Σ. Επομένως, ο ενάγων, από αμέλεια, χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του (λόγω της ανωφέρειας του οδοστρώματος, της επικίνδυνης δεξιάς στροφής, της επικίνδυνης στένωσης του οδοστρώματος στη δεξιά πλευρά, του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ.
ανά ώρα, ενώ παράλληλα η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή), με βάση τις επικρατούσε συνθήκες έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο εντοπιζόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού όταν οι περιστάσεις θα το επέβαλαν, ανέπτυξε την υπερβολική ταχύτητα των 170 έως 180 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα, πριν την δεξιά καμπύλη της οδού, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του και να καταπέσει επί του οδοστρώματος, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, η παράβαση των οποίων συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν αποδεικνύονταν βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός για την εμπλοκή ενός μαύρου ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας BMW, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος θα ήταν ο ενάγων, ο οποίος έβαινε με την υπερβολική ταχύτητα των 170 έως 180 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ το οδόστρωμα ήταν ανηφορικό με επικείμενη δεξιά καμπύλη και στένωση της οδού, παράλληλα δε, δεν μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του αυτήν, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη αντιληφθεί από ικανή απόσταση το άνω αυτοκίνητο να κινείται στην λωρίδα επιτάχυνσης της άνω Εθνικής οδού με πρόθεση να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα της τελευταίας, προκειμένου να διευκολύνει αυτό να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του προς τα αριστερά, όπως επιτάσσει το άρθρο 23 παρ. 1, 2, και 4 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να διασχίσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του την απόσταση που τον χώριζε από το προπορευόμενο αυτοκίνητο και έτσι να μην δώσει τον απαιτούμενο χρόνο ούτε στον οδηγό του άνω αυτοκινήτου να αντιληφθεί την κίνηση της μοτοσυκλέτας του όπισθεν αυτού, ούτε και στον ίδιο να αντιδράσει εγκαίρως με σταδιακή και ασφαλή τροχοπέδηση της μοτοσυκλέτας του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 2 και 23 παρ.1, 2 και 4 του ΚΟΚ.
Τα αυτά κρίνασα η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την κρισιολογουμένη αγωγή, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και τον νόμο εφήρμοσε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης, ελέγχονται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα.". Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 1007/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η από 20-5-20216 αγωγή αυτού, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών τις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 10 του Ν.
ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αανιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Η παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι " ... Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν αποδεικνύονταν βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός για την εμπλοκή ενός μαύρου ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας BMW, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος θα ήταν ο ενάγων, ο οποίος έβαινε με την υπερβολική ταχύτητα των 170 έως 180 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ το οδόστρωμα ήταν ανηφορικό με επικείμενη δεξιά καμπύλη και στένωση της οδού, παράλληλα δε, δεν μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του αυτήν, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη αντιληφθεί από ικανή απόσταση το άνω αυτοκίνητο να κινείται στην λωρίδα επιτάχυνσης της άνω Εθνικής οδού με πρόθεση να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα της τελευταίας, προκειμένου να διευκολύνει αυτό να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του προς τα αριστερά, όπως επιτάσσει το άρθρο 23 παρ. 1, 2, και 4 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να διασχίσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του την απόσταση που τον χώριζε από το προπορευόμενο αυτοκίνητο και έτσι να μην δώσει τον απαιτούμενο χρόνο ούτε στον οδηγό του άνω αυτοκινήτου να αντιληφθεί την κίνηση της μοτοσυκλέτας του όπισθεν αυτού, ούτε και στον ίδιο να αντιδράσει εγκαίρως με σταδιακή και ασφαλή τροχοπέδηση της μοτοσυκλέτας του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 2 και 23 παρ.1, 2 και 4 του ΚΟΚ...", συνιστά πλεοναστική αιτιολογία (ΑΠ 328/2024), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, στο ένδικο ατύχημα και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα.
Επίσης αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθεται : 1) τι είδους σήμανση υπήρχε στην πορεία του ως άνω αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος, που να ρυθμίζει την προτεραιότητα διέλευσης και αν ο οδηγός του οχήματος εκείνου συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα σήμανση, 2) ποιο από τα δύο οχήματα είχε προτεραιότητα διέλευσης, καθώς και αν και με ποιο τρόπο ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας οδηγός του ως άνω οχήματος ήλεγξε την κυκλοφορία των κινούμενων στην Εθνική Οδό οχημάτων πριν εισέλθει σ'αυτήν και αν διαπίστωσε προηγουμένως ότι μπορεί να κινηθεί με τον τρόπο αυτόν χωρίς να προκαλέσει παρακώλυση ή κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, που εκινούντο επί της Εθνικής Οδού, 3) αν ο ως άνω οδηγός έθεσε έγκαιρα σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης του οχήματός του, ώστε να προειδοποιήσει τους επί της Εθνικής οδού κινουμένων οχημάτων, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, ότι προτίθεται να εισέλθει με το όχημά του από τη λωρίδα επιτάχυνσης στην δεξιά λωρίδα του προς Καβάλα ρεύματος πορείας της οδού αυτής, 4) σε πόση απόσταση από το σημείο εισόδου του ως άνω οχήματος στην Εθνική Οδό βρισκόταν η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντα κατά τη στιγμή της εισόδου του οχήματος αυτού στην Εθνική Οδό, 5) σε ποια από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας (δεξιά ή αριστερά) του προς Καβάλα ρεύματος πορείας της οδού και ειδικότερα σε ποιο τμήμα της συγκεκριμένης λωρίδας (δεξιό, μέσον ή αριστερό ) εκινείτο η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντα κατά τη στιγμή της εισόδου του ως άνω οχήματος στην Εθνική Οδό, 6) αν το σημείο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας εντοπίζεται πριν ή μετά από το σημείο εισόδου του ως άνω οχήματος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Καβάλα ρεύματος πορείας της Εθνικής Οδού και σε πόση απόσταση από το σημείο εκείνο, 7) αν η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντα τροχοπέδησε με αμφότερους τους τροχούς της ή μόνο με τον ένα από αυτούς και συγκεκριμένα μόνο με τον οπίσθιο, 8) σε ποια από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του προς Καβάλα ρεύματος πορείας της οδού και σε ποιο σημείο του οδοστρώματος εντοπίζεται το σημείο ανατροπής της μοτοσικλέτας και σε ποια λωρίδα η τελική θέση της, σε σχέση με το σημείο εισόδου του ως άνω οχήματος στην Εθνική Οδό, 8) σε ποια από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του προς Καβάλα ρεύματος πορείας της οδού και σε ποιο σημείο του οδοστρώματος εντοπίζονται τα ανευρεθέντα γυαλιά πλαστικά εξαρτήματα της μοτοσικλέτας, λάδια, χώματα κλπ.
Οι ανωτέρω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Άλλωστε, επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, διότι ανενδοιάστως έγινε δεκτό ότι η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, οδηγώντας το όχημα του, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του (λόγω της ανωφέρειας του οδοστρώματος, της επικίνδυνης δεξιάς στροφής, της επικίνδυνης στένωσης του οδοστρώματος στη δεξιά πλευρά, του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ.
ανά ώρα, ενώ παράλληλα η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή), με βάση τις επικρατούσες συνθήκες έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο εντοπιζόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού όταν οι περιστάσεις θα το επέβαλαν, ανέπτυξε την υπερβολική ταχύτητα των 170 έως 180 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα, πριν την δεξιά καμπύλη της οδού, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του και να καταπέσει επί του οδοστρώματος, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.
Συνακολούθως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1181/2023, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και έλλειψης οποιαδήποτε υπαιτιότητας του αγνώστων στοιχείων ταυτότητας οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει έγγραφα που ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα τη με αριθμό ...-2016 Τεχνική Γνωμάτευση του τεχνικού συμβούλου - πραγματογνώμονα Κ.
Λ., που συντάχθηκε κατ'εντολή του ενάγοντα ως γνωμοδότηση προσώπου που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης, που αυτός είχε νομίμως επικαλεστεί με τις προτάσεις του και προσκομίσει ενώπιον του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (2ο φύλλο) απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μεταξύ των οποίων τα δημόσια έγγραφα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, μαρτυρικές καταθέσεις κ.λ.π) τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως ως δικαστικά τεκμήρια (...), οι φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται [444 αρ.3, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ] και οι οποίες θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα [...], η υπ'αριθμ. ...-2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονος Ε.
Σ., η οποία εκτιμάται ελεύθερα [...] της οποίας ειδική μνεία απαιτείται να γίνει στην απόφαση ως εν προκειμένω, η από ....2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Α. Π. και Δ. Σ., οι οποίοι διορίστηκαν από την Τροχαία Δράμας κατά την προανάκριση και εκτιμάται ελευθέρως ως γνωμοδότηση προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης για ζητήματα που αφορούν την υπό κρίσιν υπόθεση καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως [αρθρ.336 παρ.4 ΚΠΟΛΔ]..", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, τις άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τις φωτογραφίες οι οποίες αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη τεχνική έκθεση.
Στην πραγματικότητα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εγγράφου αυτού, αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους του προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας.
Σημειώνεται ότι η με αριθμό ...-2016 Τεχνική Γνωμάτευση τεχνικού συμβούλου - πραγματογνώμονα Κ. Λ. (η οποία δεν αναφέρεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση), δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, ώστε να συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση, αλλά γνωμοδότηση προσώπου με ειδικές γνώσεις, για την οποία αρκεί η γενική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα. (ΑΠ 1215/2023).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου κατά τη συζήτηση, αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2022 (αρ. εκθ. κατ. 7518/837/2022) αίτηση για αναίρεση, της υπ'αριθμ. 518/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ