Legislator Case Law & Legislation
835/2024 AI generated

Supreme Court annuls labor court decision for violating substantive law on employer's duty to supervise and warn workers.

Case Number 835/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Labor Court regarding a dispute between an employer and an employee. The court found the lower court erred by failing to clarify whether the employee could safely repair plastic material by hand while the machine operated, or if protective guards were present. Consequently, the Supreme Court ruled that the lower court violated substantive law by not applying the employer's duty to supervise and warn the worker, remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 922, 300 of the Civil Code; Articles 1 and 16 of Law 551/1915: The employer has a duty to supervise the worker and warn him to stop the machine when intervention is necessary; failure to clarify safety conditions or the presence of protective guards constitutes a violation of this duty.

Keywords

AI generated
employer duty to supervise worker safety warning labor law violation substantive law error remand for retrial machine operation safety labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 922, 300 of the Civil Code
Articles 1 and 16 of Law 551/1915
Articles 591, 614, 621, 622 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 573, 106, 176, 180, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 835 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Β. του Δ., ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: K. (Κ.) P. (Π.) του H. L., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3396/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 19-10-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8132-822/19-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 3396/7-7-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) επί της από 12-2-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10996-720/12-2-2021 έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα και της από 14-12-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 126437-6631/15-12-2022 έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της υπ' αριθμό 45/21-1-2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων, (όνομα:) K. (επώνυμο:) P. του H. L., υπήκοος Ινδίας, κάτοικος ..., στην από 14-2-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47274-1182/15-7-2020 αγωγή του - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης, Ν.

Β. του Δ., κατοίκου ..., είχε εκθέσει τα εξής: Ότι στις 11-1-2016 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από τότε παρείχε σε αυτή την εργασία του ως χειριστής μηχανημάτων παραγωγής πλαστικού υλικού. Ότι στις ...-2016 από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό (άρθρα 591 παράγραφοι 1 έως 5 και 223 εδάφιο β ΚΠολΔ) - α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν ποσό είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν ποσό ογδόντα χιλιάδων (80.000) Ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία σε βάρος του νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, προέβαλε την ένσταση ότι ο ενάγων είχε συντελέσει από δικό του πταίσμα στην πρόκληση της ζημίας σε βάρος του, όπως ειδικότερα είχε επικαλεσθεί στις προτάσεις της (άρθρα 914, 300 ΑΚ, 591 παράγραφοι 1-5, 614 αριθμός 3 α, 621 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (591 παράγραφοι 1-5, 614 αριθμός 3 α, 621 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 45/21-1-2021 οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 914, 299, 340, 346, 932 ΑΚ, 1 και 16 ν. 551/1915) και στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος την οποία είχε προβάλει η εναγομένη για αν απαντήσει στην αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από το ένδικο εργατικό ατύχημα νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Ο ενάγων άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 14-12-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 126437-6631/15-12-2022 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης - για κακή εκτίμηση των αποδείξεων μόνο ως προς το ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που μπορούσε να αξιώσει από την εργοδότριά του ανερχόταν στο ποσό που επιδικάσθηκε και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή του εναντίον της.

Η εναγομένη άσκησε κατά της ίδιας απόφασης την από 12-2-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10996-720/12-2-2021 έφεση για κακή επίσης εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο ενάγων εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών συνεκδίκασε τις εφέσεις (άρθρα 591 παράγραφοι 1 έως 5 και 246 ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 3396/7-7-2023 τελεσίδικη απόφαση με την οποία: α) δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την από 12-2-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10996-720/12-2-2021 έφεση την οποία είχε ασκήσει η εναγομένη, ενώ β) δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση την οποία είχε ασκήσει ο ενάγων, εξαφάνισε μετά από αυτό την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή του κατά της εναγομένης και επιδίκασε σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία είχε υποστεί από το ένδικο εργατικό ατύχημα ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. 3.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 16 του ν.551/1915 - που κωδικοποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 38 εδάφιο α' ΕισΝΑΚ - 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (...) οφείλεται σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, ακόμη, δηλαδή, και όταν ο εργοδότης (...) απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, εφόσον συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

Αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια του εργοδότη και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παράγραφος 1 του νόμου 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 723/2022). Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία δεν ρυθμίζεται στο ν. 551/1915, κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εργοδότης ή οι προστηθέντες του βαρύνονται με πταίσμα και στην περίπτωση που δεν τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους που εισάγονται από τη διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ η οποία ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου.

Αν ο εργοδότης ή οι προστηθέντες του παραβιάσουν από υπαιτιότητά τους τις υποχρεώσεις τους από τη διάταξη που προαναφέρθηκε - η οποία καθιερώνει την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη - και προκληθεί από το λόγο αυτό βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου ενέχονται έναντί του από αδικοπραξία. Από τις διατάξεις των άρθρων 300 εδάφιο α και 932 ΑΚ περαιτέρω προκύπτει ότι, αν στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης για ανόρθωση μη περιουσιακής ζημίας, δηλαδή για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα είτε στην πρόκληση της ζημίας σε βάρος του, είτε στην έκτασή της. Η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, του παθόντος πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση ή με την έκταση της ζημίας του.

Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και για το λόγο αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του ή στην έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 223/2023, ΑΠ 867/2020).

Η ύπαρξη τέλος συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας λαμβάνεται υπόψη - μαζί με τα άλλα στοιχεία - για να προσδιορισθεί το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν. Η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος προτείνεται παραδεκτά κατά του προσώπου που ζημιώθηκε σε εργατικό ατύχημα, όταν αυτό οφείλεται σε μη τήρηση ειδικών όρων και μέτρων ασφαλείας, επειδή το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915 - κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος προτείνεται νόμιμα, μόνον αν αφορά σε παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών οι οποίοι θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία - αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1624/2022).

Από τις διατάξεις εξάλλου των άρθρων 262 παρ.1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που μπορούν να θεμελιώσουν το συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας που υπέστη (ΑΠ 160/2021).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 300, 336 ΑΚ, 1 και 16 ν. 551/1915 και υπέπεσε συνεπώς στη αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός - ορθώς- 19 με αποτέλεσμα να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα ειδικότερα αναφέρει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ενέχεται από αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και την υποχρέωσε για το λόγο αυτό να καταβάλει σε αυτόν ποσό είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αλλά με ανεπαρκείς και με αντιφατικές ουσιαστικές παραδοχές ως προς το αν η συμπεριφορά της στην προκειμένη περίπτωση μπορούσε πράγματι να χαρακτηρισθεί παράνομη και υπαίτια και εν πάση περιπτώσει και ως προς το αν ο αναιρεσίβλητος είχε συντελέσει ή όχι με δικό του πταίσμα στην πρόκληση ή στην έκταση της ζημίας σε βάρος του με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο.

Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή με τις εξής ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) παραδοχές: "Ο ενάγων (...) - ήδη αναιρεσίβλητος- από 9-7-2001 και με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εργαζόταν στην επιχείρηση κατασκευής πλαστικών ειδών συσκευασίας του Σ.

Γ., συζύγου της εναγομένης (...) και ήδη αναιρεσείουσας. Μετά τη συνταξιοδότηση του Σ. Γ., το έτος 2015, στην ιδιοκτησία της εν λόγω βιοτεχνικής επιχείρησης υπεισήλθε η εναγομένη [η οποία] την 11-1-2016 κατήρτισε με τον ενάγοντα νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου διάρκειας, προκειμένου ο τελευταίος να συνεχίσει να εργάζεται, ως εργάτης, όπως και προηγουμένως στις μηχανές παραγωγής πλαστικών σακουλών, με τους ίδιους όρους όπως και υπό τον προηγούμενο εργοδότη του (σε κυλιόμενες βάρδιες, επί οκτάωρο, από Δευτέρα έως και Παρασκευή), αντί εβδομαδιαίων αποδοχών ύψους 172 ευρώ.

Με τα καθήκοντα αυτά εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι την 26-7- 2016, οπότε η εργοδότριά του κατήγγειλε τη σύμβαση και τον απέλυσε (αζήμια) συνεπεία του κατά την ...-2016 εργατικού ατυχήματος που υπέστη, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του στο αριστερό του χέρι. Ειδικότερα, την ...-2016, ο ενάγων εργαζόταν χειριζόμενος την θερμοσυγκολλητική μηχανή ..., που ήταν ένα από τα τρία μηχανήματα που είχε η βιοτεχνία και στα οποία εργαζόταν σε κάθε βάρδιά του, αφού σε κάθε βάρδια, επί 24ωρης βάσης, απασχολούταν ένας μόνο από τους τρεις εργαζομένους της επιχείρησης.

Πιο συγκεκριμένα, σε αυτού του είδους τη μηχανή, πλαστικό υλικό το οποίο είναι σε μορφή ρολού, κόβεται, συγκολλάται στις άκρες του και διαμορφώνεται σε πλαστικές σακούλες. Την πιο πάνω ημέρα, ο ενάγων χρειάστηκε να επέμβει στο τμήμα της μηχανής στο οποίο δημιουργείται η πιέτα στο πλάι της πλαστικής σακούλας, γιατί τσαλακώθηκε το πλαστικό υλικό που διέρχεται από τη μηχανή.

Στο σημείο αυτό, οι ισχυρισμοί των διαδίκων διίστανται, εάν, δηλαδή, ο εργαζόμενος όφειλε να επέμβει απευθείας πλησιάζοντας το χέρι του στην επίμαχη θέση ή να επιδιώξει την καθοδήγηση του πλαστικού υλικού από μικρή απόσταση μέσω των ρυθμιστών ("ρεγουλατόρων"), καθώς και εάν, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε, προτού να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, να απενεργοποιήσει τη μηχανή.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ειδικά ως προς το κρίσιμο τούτο σημείο, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων, ήταν πράγματι έμπειρος, εφόσον εργαζόταν στη θέση αυτή από το έτος 2001 και, μάλιστα επιτυχώς, αποτελεσματικά και παραγωγικά. Από αυτό ιδίως συνάγεται ότι η επιλογή του να επέμβει στη στρώση του υλικού με το χέρι του ήταν ενδεδειγμένη.

Η άποψη αυτή δεν αντικρούεται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ούτε από την ένορκη βεβαίωση του τεχνικού συμβούλου της βιοτεχνίας, αλλά ούτε από την ένορκη βεβαίωση του συναδέλφου του ενάγοντας, Ν. Σ., ο οποίος κατέθεσε μεν ότι "οι πιέτες διορθώνονται μόνο από τους ρυθμιστές οι οποίοι απέχουν ένα μέτρο από τους κυλίνδρους και τις πιέτες", χωρίς, ωστόσο, να εξηγήσει πώς λειτουργεί η ρύθμιση αυτή και εάν οι ρυθμιστές επιδέχονται ή απαιτούν χειροκίνητη επέμβαση.

Εξάλλου, αναφορικά με το εάν όφειλε να θέσει εκτός λειτουργίας το μηχάνημα πριν από την επίμαχη επέμβασή του, από τη συνδυαστική εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, καθίσταται σαφές ότι, οι οδηγίες των εργοδοτών του ενάγοντος (της εναγομένης και προηγουμένως του συζύγου της) ήταν να μην τίθενται εκτός λειτουργίας οι μηχανές για να αποφεύγονται καθυστερήσεις στην παραγωγή (βλ., μεταξύ άλλων, την από 21- 3-2016 προανακριτική ένορκη εξέταση του ενάγοντος, ως μάρτυρα στην ποινική διαδικασία).

Έτσι, ο ενάγων προσπάθησε να ρυθμίσει το πλάτος της πιέτας μετακινώντας ένα επίμηκες τριγωνικό ξύλο (στοιχείο της μηχανής) και, αφού ξεβίδωσε πρώτα τον κοχλία μέσω του οποίου στερεωνόταν το ξύλο αυτό, στη συνέχεια, ευρισκόμενος στο πλάι της μηχανής, έπιασε το ξύλο από δύο σημεία διαφορετικού ύψους με τα χέρια του και προσπάθησε να το μετακινήσει, τραβώντας το προς το μέρος του, καθώς η μετακίνηση δεν μπορούσε να γίνει με απλή ολίσθηση, χωρίς την εφαρμογή σχετικής δύναμης πάνω του.

Στην προσπάθειά του αυτή, στην οποία επιδόθηκε με τη μηχανή εν λειτουργία (για τον παραπάνω λόγο), το αριστερό του χέρι που βρισκόταν στο πιο χαμηλό σημείο, ήρθε σε επαφή με υποκείμενους κινούμενους κυλίνδρους της μηχανής, με αποτέλεσμα το αριστερό του δάκτυλο (δείκτης) να συνθλίβει κάτω από τα προαναφερόμενα μέρη της μηχανής.

Ο ενάγων μεταφέρθηκε αμέσως (...) στο Κ.Α.Τ. (...), όπου οι θεράποντες ιατροί διέγνωσαν "πλήρη ακρωτηριασμό περιφερικής φάλαγγας και απογαντισμό μέσης φάλαγγας ΑΡ δείκτη" και προέβησαν σε "ακρωτηριασμό στο ύψος της εγγύς φαλαγγοφαλαγγικής και διαμόρφωση κολοβώματος", ενώ του χορήγησαν και αναρρωτική άδεια ενός μηνός.

Το ατύχημα αυτό, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ενάγοντος, αναγγέλθηκε στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, μετά από έρευνα του οποίου, συντάχθηκε η από 19-5-2016 Έκθεση Έρευνας, το γενικό συμπέρασμα της οποίας καταλήγει στο ότι "το ατύχημα οφείλεται σε έλλειψη μέτρων ασφαλείας". Το πρώτο επιμέρους συμπέρασμα της Έκθεσης, σύμφωνα με το οποίο, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί "αν η μηχανή έφερε προφυλακτήρα ή οποιοδήποτε άλλο μέσο το οποίο να απέτρεπε την προσέγγιση των χεριών του εργαζομένου ...

κ.λπ.", συνεκτιμάται μεν από το Δικαστήριο, αλλά δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Εντούτοις, το δεύτερο επιμέρους συμπέρασμά της αναφέρει ότι (το ανωτέρω ατύχημα θα είχε αποφευχθεί [...] "2. Αν ο εργαζόμενος είχε εκπαιδευτεί επαρκώς για τους κινδύνους που ενέχει η θέση εργασίας του, του είχαν δοθεί κατάλληλες οδηγίες σχετικά, του είχε υποδειχθεί με σαφήνεια η ορθή εργασιακή πρακτική που όφειλε να ακολουθεί καθώς επίσης και αν γινόταν συνεχής επίβλεψη της τήρησης των μέτρων ασφαλείας από τον εργοδότη", και εναρμονίζεται πλήρως με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, ότι, δηλαδή, το ατύχημα θα είχε πράγματι αποφευχθεί εάν είχε γίνει σύσταση στον ενάγοντα να διακόπτει τη λειτουργία της μηχανής, σε κάθε περίπτωση στην οποία έκρινε ότι υπάρχει λόγος να προσεγγίσει το χέρι του σε αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, στην επιχείρηση της εναγομένης συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, καθώς η σύσταση προς τους εργαζομένους ήταν ακριβώς η αντενδεικνυόμενη, δηλαδή, να αποφεύγεται με κάθε τρόπο και σε κάθε περίπτωση η διακοπή της λειτουργίας των μηχανών για να μην καθυστερεί η παραγωγή. Επομένως, αποδείχθηκε πως η εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για τη σωστή εκπαίδευση και καθοδήγηση του ενάγοντος για τους κινδύνους που ενείχε η θέση εργασίας του, ούτε για την υπόδειξη της ορθής εργασιακής πρακτικής και για τη συνεχή επίβλεψη των μέτρων ασφαλείας.

Διαφορετικά ο ενάγων δεν είχε λόγο να προβεί στην πιο πάνω επικίνδυνη ενέργεια, στην οποία προέβη ακριβώς επειδή υφίστατο την πίεση από την εναγομένη για απρόσκοπτη και ταχύτερη παραγωγή, την οποία αυτή ασκούσε αγνοώντας τους κανόνες ασφαλείας. Ως εκ τούτων, το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται έλλειψη μέτρων ασφαλείας, τα οποία, η εναγομένη ως εργοδότρια, όφειλε και μπορούσε να τηρήσει (σαφείς οδηγίες και συστάσεις για διακοπή λειτουργίας των επικίνδυνων στοιχείων πριν από την προσέγγιση των χεριών του εργαζομένου, καθώς και επιτήρηση της εργασίας αυτής), αλλά, από σημαίνουσα έλλειψη προσοχής, δηλαδή, από αμέλειά της, δεν τήρησε (άρθρα 7,8 και 12 του ΠΔ 17/1996, 662 ΑΚ, σε συνδυασμό με ά.8 επ.

Ν. 3850/2010). Συνυπαιτιότητα του ενάγοντος, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε. Με βάση όλα αυτά, συνάγεται ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα και οι επίδικες συνέπειες αυτού οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης (...).

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων (...) υπέστη, από το ένδικο ατύχημα, μόνιμη αναπηρία στο αριστερό του χέρι (ακρωτηριασμό του αριστερού δείκτη) (...) [η οποία] του προκάλεσε σωματικό αλλά και συνεχίζει να του προκαλεί ψυχικό άλγος (...). Επομένως, με βάση όσα αποδείχθηκαν, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από το ένδικο εργατικό ατύχημα και δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση (...)". Οι ουσιαστικές, ωστόσο, αυτές παραδοχές της απόφασης είναι ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές ως προς το αν η αναιρεσείουσα παράνομα και υπαίτια ζημίωσε ή όχι τον αναιρεσίβλητο και επιπλέον ως προς το αν ο αναιρεσίβλητος συντέλεσε στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας σε βάρος του από δικό του πταίσμα ή όχι. Τα ζητήματα μάλιστα αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η οποία έχει αντικείμενο να διαγνωσθεί αν η αναιρεσείουσα έχει ή όχι υποχρέωση να ανορθώσει τη μη περιουσιακή ζημία την οποία υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την αδικοπραξία την οποία τέλεσε σε βάρος του. Οι ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αυτές αιτιολογίες της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 300 ΑΚ, 1 και 16 ν. 551/1915.

Η αναιρεσιβαλλομένη ειδικότερα απόφαση περιγράφει ασαφώς τον τρόπο τον οποίο θα έπρεπε να ακολουθήσει ο αναιρεσίβλητος- χειριστής της θερμοσυγκολλητικής μηχανής για να αποκαταστήσει με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα την αστοχία του μηχανήματος κατά την κατασκευή των δύο πτυχώσεων της πλαστικής σακούλας, επειδή α) δέχθηκε ότι, μολονότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να διορθώσει τις πιέτες αυτές με τη χρήση ειδικών ηλεκτρονικών ρυθμιστών ("ρεγουλατόρων"), επέλεξε στην προκειμένη περίπτωση να επαναφέρει με τα χέρια του το πλαστικό υλικό στην κανονική του μορφή επεμβαίνοντας στο εσωτερικό του μηχανήματος και μάλιστα κατά τη λειτουργία του και ότι, επιπλέον, β) ο αναιρεσίβλητος ενήργησε στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδεδειγμένο τρόπο, επειδή είχε μεγάλη εμπειρία στο χειρισμό της συγκεκριμένης θερμοσυγκολλητικής μηχανής.

Από τις παραδοχές όμως αυτές δεν συνάγεται με σαφήνεια πως έπρεπε να ενεργήσει στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος για να μη τεθεί σε κίνδυνο η υγεία και η ασφάλειά του με το δεδομένο μάλιστα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι η επέμβαση αυτή στο εσωτερικό του μηχανήματος μπορούσε να προκαλέσει και πράγματι προκάλεσε τον τραυματισμό του.

Η τελευταία μάλιστα αυτή παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αντιφάσκει με την προηγούμενη, επειδή μια επικίνδυνη ενέργεια δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και ενδεδειγμένη, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι αναιρεσίβλητος μπορούσε για τον ίδιο σκοπό να χρησιμοποιήσει τους "ρεγουλατόρους" της θερμοσυγκολλητικής μηχανής για να επιδιορθώσει την αστοχία της κατά την κατασκευή του πλαστικού προϊόντος.

Το δευτεροβάθμιο μάλιστα Δικαστήριο δεν διαλαμβάνει παραδοχές ότι η χρήση των "ρεγουλατόρων" για την αντιμετώπιση του προβλήματος ενείχε κάποιο κίνδυνο για το χειριστή του μηχανήματος ή ότι δεν αρκούσε για τη διόρθωση της αστοχίας με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να αναγκασθεί να χρησιμοποιήσει το χέρι του για την αποκατάσταση της θερμοσυγκολλητικής μηχανής στην κανονική της λειτουργία.

Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έπρεπε εν πάση περιπτώσει να περιλάβει στις παραδοχές της και κρίση για το αν η χρήση των ειδικών ηλεκτρονικών ρυθμιστών που συνδέονται με τη θερμοσυγκολλητική μηχανή θα προστάτευε με βεβαιότητα ή όχι τον αναιρεσίβλητο-εργαζόμενο από το ενδεχόμενο να τραυματισθεί κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας επιδιόρθωσης του υλικού.

Η αναιρεσιβαλλομένη περαιτέρω απόφαση έπρεπε να διαλάβει παραδοχή και στον τρόπο που υποδείκνυε ο κατασκευαστής του μηχανήματος ως κατάλληλο για την ασφαλή αποκατάσταση της συγκεκριμένης δυσλειτουργίας του κατά την παραγωγή του πλαστικού υλικού. Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε εξάλλου ότι η αναιρεσείουσα ενέχεται έναντι του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία, επειδή δεν τον είχε εκπαιδεύσει κατάλληλα, ώστε να μπορεί να αποφεύγει κινδύνους συνυφασμένους με τη φύση της εργασίας του, δεν είχε υποδείξει σε αυτόν τη σωστή για το σκοπό αυτό εργασιακή πρακτική και δεν του είχε συστήσει να διακόπτει τη λειτουργία του μηχανήματος, όταν για οποιονδήποτε λόγο έπρεπε να επέμβει στο εσωτερικό της.

Το δευτεροβάθμιο όμως δικαστήριο δέχθηκε παράλληλα ότι, επειδή ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας για χρονικό διάστημα δέκα πέντε (15) περίπου ετών, είχε μεγάλη εμπειρία στο χειρισμό της θερμοσυγκολλητικής μηχανής και μπορούσε συνεπώς ως έμπειρος εργαζόμενος να την επαναφέρει σε κανονική λειτουργία με προσωπική του επέμβαση στο εσωτερικό της.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επομένως θα έπρεπε να εξειδικεύσει στην αναιρεσιβαλλομένη ποια επιπλέον θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση θα έπρεπε να είχε λάβει ο αναιρεσίβλητος για να χειρίζεται με ασφάλεια το μηχάνημα και για ποιο λόγο, μολονότι ήταν πεπειραμένος και αποδοτικός στην εργασία του, επέλεξε να επέμβει στη μηχανή με τα χέρια του για να αποκαταστήσει την υπό διαμόρφωση πλαστική σακούλα στην κανονική της μορφή και δεν χρησιμοποίησε το ειδικό ηλεκτρονικό μηχάνημα που υπήρχε για το σκοπό αυτό.

Η αναιρεσιβαλλομένη βέβαια απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, επειδή η αναιρεσείουσα είχε δώσει εντολή και στον ίδιο να μη διακόπτει τη λειτουργία του μηχανήματος, ακόμη και αν επρόκειτο να επέμβει στο εσωτερικό της, για να μην καθυστερεί η παραγωγή. Το δευτεροβάθμιο όμως Δικαστήριο δεν διευκρινίζει αν κατά τη διόρθωση του πλαστικού υλικού με τα χέρια το μηχάνημα συνέχιζε να λειτουργεί και να κατασκευάζει σακούλες ή όχι, επειδή στη δεύτερη περίπτωση η εντολή που είχε δώσει η αναιρεσείουσα να μη διακόπτεται η λειτουργία του θα ήταν άσκοπη.

Η αναιρεσιβαλλομένη επιπλέον απόφαση δεν διευκρινίζει αν το πλαστικό υλικό μπορούσε να διορθωθεί με ασφάλεια - ακόμη και κατά τη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του μηχανήματος - μόνο με τη χρήση των "ρεγουλατόρων", επειδή στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσίβλητος δεν είχε λόγο να προσπαθήσει να αποκαταστήσει το πλαστικό υλικό με τα χέρια του.

Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης τέλος δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η θερμοσυγκολλητική μηχανή την οποία χρησιμοποιούσε ο αναιρεσίβλητος για την εκτέλεση της εργασίας του έφερε ή όχι στοιχεία που εμπόδιζαν μια επικίνδυνη επαφή των χεριών του με το εσωτερικό του μηχανήματος με συνέπεια να μην προκύπτει ως λογικό επακόλουθο ότι η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση να επιτηρεί τον εργαζόμενο κατά την εργασία του και να υποδεικνύει σε αυτόν ότι έπρεπε να διακόπτει τη λειτουργία του μηχανήματος, όταν για κάποιο λόγο έπρεπε να επέμβει με τα χέρια του στο εσωτερικό του. 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 300 ΑΚ, 1 και 16 ν. 551/1915, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από τους λόγους της αναίρεσής της.

Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της. Μετά από αυτό η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης παρέλκει. Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται και στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 3396/7-7-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ