Supreme Court dismisses appeal against car accident liability ruling, upholding trial court's exclusive fault finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a car accident. The appellants argued that the lower court's reasoning was insufficient and violated legal provisions, claiming the trial court improperly assessed evidence. The court held that the lower court's finding of exclusive liability for the other driver was based on sufficient facts and constituted a valid exercise of judicial discretion, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive assessment of evidence or the trial court's finding of exclusive liability in a traffic accident case, as such determinations fall within the exclusive domain of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 835/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. - Ά. Μ. του Γ. και 2) Ν. Μ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-5-2014 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1361/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 853/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 2-11-2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 815/2018 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, υπ' αριθμ. 853/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού συνεκδίκασε την από 29-7-2015 και με αριθμ.
καταθέσεως 4940/2015 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων μαζί με την από 17-5-2017 έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕΑΕ κ.λπ., απέρριψε την από 17-5-2017 άνω έφεση, ως απαράδεκτη, απέρριψε την από 29-7-2015 έφεση, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, ως απαράδεκτη, ενώ δέχθηκε αυτή ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία: "...
ΑΑΑΕ". Με την προσβαλλόμενη με τις ως άνω εφέσεις, υπ' αριθμ. 1361/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνεκδικάσθηκαν: α) η από 17-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον πρώτο τούτων συνολικά 7.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του, στη δεύτερη δε τούτων, ποσό 491.165 ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, την οποία αυτή υπέστη συνεπεία του επισυμβάντος, την 31-3-2013, ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που προκλήθηκε, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: "... ΟΕ" και ασφαλισμένου για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΑΑΕ", σε βάρος της δεύτερης των εναγόντων που οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόντων, και β) η από 5-5-2014 αντίθετη αγωγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: "...
ΟΕ" κατά των ήδη αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." με την οποία, επικαλούμενη το ίδιο τροχαίο ατύχημα, ζητούσε να της καταβάλουν, ως αποζημίωση το ποσό των 14.995 ευρώ. Με την άνω πρωτόδικη απόφαση, απερρίφθη η άνω αγωγή των αναιρεσειόντων, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η προαναφερόμενη από 5-5-2014 αγωγή (ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων της πρώτης των εναγόντων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής).
Όπως ήδη αναφέρθηκε οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 853/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για τους λόγους που αναφέρουν ειδικότερα σ' αυτή. Η αναίρεση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδιοπραξία είναι, η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται γι ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά το εδ. β' της πιο πάνω διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των νομίμως επικαλουμένων και προσκομιζομένων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα περιστατικά: "Την 31/10/2013 και περί ώρα 10.00 ο Α.
Χ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Φ όχημα χωρίς φορτίο, βάρους 15 τόνων περίπου που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στην εταιρία με την επωνυμία "Υιοι ... ΟΕ" και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του οδηγού, κυρίου και κατόχου του, στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΑΑΕ", έβαινε στην περιοχή ..., στην οδό ..., κατευθυνόμενος από Ν.Ε.Ο Αθηνών - Κορίνθου προς Ασπρόπυργο. Την ίδια ώρα, η ενάγουσα και ήδη δεύτερη εκκαλούσα Ν. Μ., ηλικίας 20 ετών, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του αδελφού της Η. - Α. Μ., κινείτο επί της ίδιας ως άνω οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, προς Ν.Ε.Ο Αθηνών - Κορίνθου.
Όταν τα δύο οχήματα βρίσκονταν σε απόσταση περίπου 200 μ. από τον ομώνυμο Ιερό Ναό, όπου βρίσκεται και κυκλική πλατεία, συγκρούσθηκαν. Στο σημείο αυτό η εν λόγω οδός είναι αμφίδρομης κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,30 μέτρων, διαθέτει μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, δεν υπάρχει οριζόντια σήμανση (διαγράμμιση) που να διαχωρίζει τα δύο αντίρροπα ρεύματα, δεν διαθέτει οποιοδήποτε έρεισμα και φέρει πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη επικάλυψη ασφάλτου, ενώ το οδόστρωμα εμφανίζει καμπύλη.
Ειδικότερα η σύγκρουση έλαβε χώρα κατά στιγμή που το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εξερχόταν από δεξιά καμπύλη ενώ το φορτηγό ετοιμαζόταν να εισέλθει στην αντίστοιχη αριστερή καμπύλη. Δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος υπάρχει βλάστηση και δέντρα, τα φυλλώματα των οποίων εισέρχονταν εντός του οδοστρώματος, με συνέπεια να περιορίζουν εν μέρει την ορατότητα.
Το όριο ταχύτητος για όλα τα οχήματα καθορίζεται σε 50 χιλ/ώρα, ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. Τέλος, κατά τη χρονική εκείνη στιγμή, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, επικρατούσε φυσικό φως ημέρας και η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ήταν αραιή. Όταν η οδηγός του Ι.Χ.Ε. οχήματος, κινούμενη με ταχύτητα περίπου 60 χιλ/ώρα έφθασε στην προπεριγραφομένη δεξιά καμπύλη του οδοστρώματος, δεν μείωσε την ταχύτητά της και δεν κινήθηκε με περίσκεψη στο άκρο δεξιό της οδού όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 16 § 1 Ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα το όχημά της να εκτραπεί προς τ' αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούσθηκε με το προαναφερόμενο φορτηγό, που έβαινε στο ρεύμα αυτό με αντίθετη κατεύθυνση, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό, στον οποίο προέβη ο οδηγός τούτου (φορτηγού), αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο του Ι.Χ.Ε.
οχήματος στην πορεία του. Συγκεκριμένα συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού με το εμπρόσθιο τμήμα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και ιδίως με το εμπρόσθιο αριστερό. Από την επισκόπηση το προσκομιζομένων φωτογραφιών προκύπτει με σαφήνεια ότι η σύγκρουση δεν ήταν ακριβώς μετωπική, εφόσον τα δύο οχήματα, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν βρέθηκαν σε ακριβή παράλληλη πορεία, αλλά ήταν "γωνιακή" και "σημειακή", όπως επισημαίνει και ο πραγματογνώμων Β.
Κ. στην κατ' εντολή της εναγούσης συνταχθείσα έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Ο τρόπος αυτός σύγκρουσης, υπό γωνία, δικαιολογείται από το δεξιό ελιγμό στον οποίο προέβη ο οδηγός, προκειμένου να αποτρέψει τη σύγκρουση. Αποτέλεσμα της σφοδρής σύγκρουσης ήταν η αριστερόστροφη περιστροφή του Ι.Χ.Ε. οχήματος κατά 180° και η ακινητοποίησή του τελικώς, εντός του αρχικού ρεύματος πορείας του, αλλά με κατεύθυνση αντίθετη απ' εκείνη που αρχικώς έβαινε, το δε φορτηγό, αφού διήνυσε απόσταση 8 - 9 μ.
μετά το σημείο σύγκρουσης ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, με ελαφρώς διαγώνια κλίση προς τα δεξιά, με το εμπρόσθιο τμήμα του να ευρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του εκτός οδοστρώματος. Οι τελικές θέσεις των οχημάτων ήταν περίπου παράλληλες και η μεταξύ τους απόσταση ήταν 2,50 μ.
Εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίσθηκε η οδηγός Ε. Μ. και υπέστησαν υλικές ζημιές αμφότερα τα οχήματα. Το ακριβές σημείο σύγκρουσης δεν εντοπίζεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ούτε αυτόπτες μάρτυρες, ανευρέθησαν στο σημείο και οι μεν ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το ατύχημα έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του Ι.Χ.Ε.
οχήματος, η δε εναγομένη εταιρία, ότι τούτο έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του φορτηγού. Ωστόσο, από τη συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας που προκύπτουν από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής, αλλά πάντως εντός των ορίων του ρεύματος πορείας του φορτηγού, το οποίο κινούμενο περί το μέσον τούτου, εξαντλούσε σχεδόν το πλάτος του αντίστοιχου ρεύματος πορείας, δεδομένου ότι το πλάτος του οχήματος ήταν 2,50 μ.
συνολικά το δε πλάτος του ρεύματός του 3,15 μ., πλην όμως από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προκύπτει ότι κινείτο πέραν του νοητού άξονα που καθορίζει τα όρια του ρεύματός του. Τούτο αποδεικνύεται ιδίως: α) από τα αντικειμενικά ευρήματα (θραύσματα πλαστικών και υάλων) της σύγκρουσης, τα οποία κατά την έκθεση αυτοψίας (βλ.
παράγρ. 12 εδ. δ') και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, καταλαμβάνουν το ρεύμα πορείας του φορτηγού, σε όλο το πλάτος του, μέχρι το δεξιό άκρο. Και ναι μεν το σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο αστυφύλακας του Τμήματος Τροχαίας Ελευσίνας Α. Τ. δεν είναι ακριβές ως προς την απεικόνιση των ευρημάτων, σύμφωνα και με το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εναγόντων, αφού όπως ανταποδεικτικά προκύπτει από τις ληφθείσες αμέσως μετά το ατύχημα, προσκομιζόμενες φωτογραφίες, τέτοια ευρήματα έχουν διασπαρεί και στο αντίθετο ρεύμα πορείας, πλην όμως το γεγονός τούτο δεν είναι ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διάφορη κρίση, καθόσον ο κύριος όγκος τούτων βρίσκεται στο ρεύμα πορείας του φορτηγού, η δε ύπαρξη τέτοιων ευρημάτων στο ρεύμα πορείας του Ι.Χ.Ε.
οχήματος οφείλεται στην τελευταία (μετά την σύγκρουση) φάση του οχήματος και την τελική θέση του αυτοκινήτου. Με τις τελικές θέσεις των οχημάτων άλλωστε, συνδέονται και τα υγρά ευρήματα της σύγκρουσης (νερά - λάδια) που απεικονίζονται εγγύς των οχημάτων και β) η τελική θεση του φορτηγού οχήματος, το οποίο ακινητοποιήθηκε περίπου παράλληλα προς τον άξονα της οδού με το οπίσθιο τμήμα του να βρίσκεται κατά το ήμισυ εντός οδοστρώματος και το εμπρόσθιο τμήμα, κατά το μεγαλύτερο μέρος εκτός οδοστρώματος με μόνο τον αντίστοιχο αριστερό τροχό να βρίσκεται στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος.
Η απεικόνιση του οπισθίου τμήματος του φορτηγού κατά το ήμισυ εκτός οδοστρώματος στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας είναι ακριβής, εφόσον επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και όσα αντίθετα υποστηρίζονται στην έκθεση του ιδιώτη πραγματογνώμονα ότι δηλαδή το οπίσθιο μέρος του φορτηγού βρισκόταν στον άξονα της οδού, γεγονός που υποδηλώνει ότι πριν διενεργήσει τον αποφευκτικό ελιγμό κινείτο ιππαστί, πέραν του άξονος, είναι ανακριβή, επισημαίνεται δε επιπροσθέτως ότι η ενάγουσα στην από 13/1/2014 αίτησή της που υπέβαλε προς το Τ.Τ.
Ελευσίνας με αίτημα την συμπλήρωση της εκθέσεως αυτοψίας, δεν εξέφρασε παράπονο για την σχετική απεικόνιση. Έτσι με δεδομένο ότι η απόσταση ακινητοποίησης του φορτηγού ήταν περίπου 8-9 μέτρα, όπως συνομολογούν και οι εκκαλούντες (σελ. 16 της εφέσεως) όσο δηλαδή και το μήκος του οχήματος (βλ. κατάθεση Α. Χ.
στα υπ' αριθμ. 1361/2014 πρακτικά), είναι εύλογο ότι εάν το φορτηγό έβαινε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η απόσταση των 8 - 9 μ. που διήνυσε μετά τον ελιγμό δεν θα ήταν επαρκής, ώστε το οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου να μετακινηθεί από το αντίθετο ρεύμα και να εξέλθει εκτός οδοστρώματος προς τα δεξιά δοθέντος μάλιστα ότι, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας Β.
Κ. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το φορτηγό είχε "ελαφρύ" δεξιό ελιγμό. Όσον αφορά την ταχύτητα που είχαν αναπτύξει τα οχήματα κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, από τον κατασχεθέντα κατά την προανάκριση δίσκο του ταχογράφου, αποδεικνύεται ότι το φορτηγό έβαινε με ταχύτητα 40 χιλ/ώρα, η οποία δεν κρίνεται ακατάλληλη, ενόψει μάλιστα του ότι δεν έφερε φορτίο, το δε Ι.Χ.Ε.
όχημα έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 60χιλ/ώρα, όπως τούτο προκύπτει από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τ' αποτελέσματα αυτής καθώς και την εν γένει συμπεριφορά του οχήματος (επι τόπου περιστροφή) μετά τη σύγκρουση. Επίσης, αποδείχθηκε ότι στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας δεν απεικονίζονται τα κατασκευαστικά δημόσια έργα που υπήρχαν στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του φορτηγού καθώς και η υπάρχουσα, πριν το σημείο του ατυχήματος, ελαφρά δεξιά καμπή του οδοστρώματος στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ασπρόπυργο, που αποδεδειγμένα υπήρχαν.
Ωστόσο, οι ελλείψεις αυτές δεν διαφοροποιούν την κρίση του Δικαστηρίου, γιατί τα μεν έργα που σημαίνονται με ειδικούς κώνους σε απόσταση 35 περίπου μέτρων προ του σημείου του ατυχήματος, βρίσκονταν πέραν της οριογραμμής του οδοστρώματος και δεν περιόριζαν το πλάτος του, η δε καμπή βρίσκεται σε ικανή απόσταση 80 - 100 μ.
πριν από το σημείο του ατυχήματος και δεν προκύπτει ότι η ύπαρξή της είχε οποιαδήποτε συμμετοχή, στο ατύχημα. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, αποκλειστικώς υπαίτια του προπεριγραφομένου τροχαίου συμβάντος και των ζημιογόνων συνεπειών τούτου, είναι η οδηγός του υπ' αριθμ.
Κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. οχήματος, η οποία δεν κατέβαλε την επιμέλεια, που ενόψει των περιστάσεων και με βάση τους ισχύοντες νομικούς κανόνες, όφειλε να καταβάλει και την οποία αν κατέβαλε θα είχε αποτρέψει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν είχε ρυθμίσει καταλλήλως την ταχύτητά της, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως την είσοδό της σε καμπή του οδοστρώματος, όσο και τα υπάρχοντα εγγύς του οδοστρώματος πυκνά δέντρα που δεν της επέτρεπαν να εποπτεύσει το οδόστρωμα εμπρός της σε ικανή απόσταση.
Αποτέλεσμα των παραλείψεών της αυτών, σε συνδυασμό και με την απειρία της περί την οδήγηση, αφού είχε λάβει την άδεια ικανότητας μόλις προ διμήνου (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο άδειας), ήταν, να απολέσει, τον έλεγχο στο σύστημα διεύθυνσης του οχήματός της κατά την στιγμή εξόδου της από την καμπή, και τούτο να εκτραπεί προς τ' αριστερά, εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το υπ' αριθμ.
Κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε φορτηγό, που έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του. Ενδεικτικό της απειρίας και έλλειψης σύνεσης και ψυχραιμίας είναι και το γεγονός ότι μόλις αντιλήφθηκε το φορτηγό κινούμενο απέναντί της, δεν επιχείρησε κανένα ελιγμό προς τα δεξιά, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος και ούτε επενέβη στο σύστημα πέδησης, ώστε να μειώσει την ταχύτητά της όπως έπραξε ο οδηγός του φορτηγού, αλλ' επέπεσε επί του φορτηγού με σφοδρότητα.
Συνεπώς η αμέλειά της επαρκώς θεμελιώνεται και στην παραβίαση των κανόνων οδήγησης που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1, 5, 19 §§ 1, 2, 3 και 20 § 1 Ν. 2696/1999, η οποία (παραβίαση) συνέχεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά αμέλειας του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος έβαινε συννόμως στον ρεύμα πορείας του, έχοντας ευλόγως την πεποίθηση ότι η κίνηση του οχήματός του, δεν δημιουργούσε κίνδυνο για τα λοιπά οχήματα, η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπτό όριο, αμέσως δε μόλις αντιλήφθηκε την αιφνίδια είσοδο του άλλου οχήματος στην πορεία του, προέβη στον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ο οποίος, όμως απέβη ατελέσφορος λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα και της έλλειψης κάθε αποτρεπτικής ενέργειας από τον οδηγό του ετέρου οχήματος.
Οποιοσδήποτε οδηγός, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε η ταχύτητα που είχε αναπτύξει το φορτηγό, την οποία, ενόψει των προπεριγραφομένων συνθηκών (χαρακτηριστικά της οδού, μεγάλες διαστάσεις του οχήματος, προσέγγιση σε αριστερή καμπή), όφειλε να μειώσει σε 10 χιλ/ώρα, δεν κρίνεται βάσιμος, διότι η ταχύτητα των 40 χιλ/ώρα με την οποία έβαινε, υπολειπομένη του ανώτατου επιτρεπτού ορίου δεν είναι ακατάλληλη, παρεκτός του ότι το ατύχημα δεν θα είχε αποτραπεί ακόμη και αν έβαινε με μικρότερη ταχύτητα, εφόσον το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... όχημα εισήλθε αντικανονικά και παρενεβλήθη αιφνιδίως στην ομαλή πορεία του, καταλαμβάνοντας τμήμα του οδοστρώματος που προοριζόταν για τα οχήματα που έβαιναν αντιθέτως. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την από 17/2/2014 αγωγή αποζημιώσεως των εκκαλούντων, με παρεμφερή αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με αυτή της παρούσης, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα...".
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου), ότι η απόφαση δηλαδή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με τον δεύτερο δε λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, από τον αριθμό 1 εδ.
β' του ιδίου ως άνω άρθρου (της παράβασης διδαγμάτων της κοινής πείρας). Το Εφετείο, όπως από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, (ήδη αναφέρθηκαν), με το να κρίνει και καταλήξει στο πόρισμά του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας - αναιρεσείουσας Ν. Μ., οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και άρθρο 10 του ν. ΓΠΝ/1911, όπως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά της παραπάνω οδηγού, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του ΚΟΚ (12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 5, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Ν. 26/1999) συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της και δικαιολογούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "όταν η οδηγός του ΙΧΕ οχήματος, κινούμενη περίπου με 60 χιλ./ώρα, έφθασε στην ... δεξιά καμπύλη του οδοστρώματος δεν μείωσε την ταχύτητά της και δεν κινήθηκε με περίσκεψη στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα το όχημά της να εκτραπεί προς τ' αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούσθηκε με το προαναφερόμενο φορτηγό, που έβαινε στο ρεύμα αυτό με αντίθετη κατεύθυνση...
η σύγκρουση έλαβε χώρα πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής, αλλά πάντως εντός των ορίων του ρεύματος πορείας του φορτηγού... ότι από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προκύπτει ότι κινείτο πέραν του νοητού άξονα που καθορίζει τα όρια του ρεύματός του... Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών της άνω οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, δεν είχε ρυθμίσει καταλλήλως την ταχύτητά της λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως την είσοδό της σε καμπή του οδοστρώματος και τα υπάρχοντα εγγύς του οδοστρώματος πυκνά δένδρα που δεν της επέτρεπαν να εποπτεύσει το οδόστρωμα εμπρός της και σε ικανή απόσταση) σε συνδυασμό και με την απειρία της περί την οδήγηση, αφού είχε λάβει την άδεια ικανότητας μόλις προ διμήνου (βλ.
προσκομιζόμενο αντίγραφο άδειας), ήταν να απολέσει, τον έλεγχο στο σύστημα διεύθυνσης του οχήματός της κατά τη στιγμή της εξόδου της από την καμπή και τούτο να εκτραπεί προς τ' αριστερά εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ φορτηγό, που έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του".
Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση, απέκλεισε, με σαφή αιτιολογία, κάθε περίπτωση αμέλειας του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής: "Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά αμέλειας του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος έβαινε συννόμως στο ρεύμα πορείας του, έχοντας ευλόγως την πεποίθηση, ότι η κίνηση του οχήματός του δεν δημιουργούσε κίνδυνο για τα λοιπά οχήματα, η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπτό όριο, αμέσως δε μόλις αντιλήφθηκε την αιφνίδια είσοδο του άλλου οχήματος στην πορεία του, προέβη στον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ο οποίος, όμως, απέβη ατελέσφορος, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα και της έλλειψης κάθε αποτρεπτικής ενέργειας από τον οδηγό του ετέρου οχήματος.
Οποιοσδήποτε οδηγός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ήταν αρκετά να επιστηρίξουν το πόρισμά του, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση και άλλων περιστατικών, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, καθόσον με τις αναφερόμενες από αυτή μερικότερες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα των ανεπαρκών - ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με το πλήρες και σαφές εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου και της έλλειψης κάθε υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Συνεπώς ο σχετικός με τα παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος. Όμοια, απορριπτέος ελέγχεται, ως απαράδεκτος, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης (από τον αριθμ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) διότι οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διότι με τα πραγματικά περιστατικά που αυτοί εκθέτουν, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το λόγο αυτό, πλήττουν παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες δεν συμφωνούν, εκφράζοντας το κατά την άποψή τους, ορθό πόρισμα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία παρέστη στη δίκη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2018 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 815/2018 αίτηση των αναιρεσειόντων Η.-Ά. Μ. και Ν. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 853/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ