Supreme Court quashes appeal judgment for contradictory reasoning on unjustified work stoppage and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to contradictory reasoning regarding the justification for work stoppage and employer liability. The employer argued financial distress justified withholding wages, while the court found this reasoning contradicted the admission that payments were easily made but refused due to spite. Consequently, the appeal was remanded for retrial with a new judge, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 288, 919, 932 of the Civil Code; The Supreme Court annuls a judgment that contains contradictory reasoning on the justification for work stoppage and employer liability, rendering the appeal review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 835/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Μαρμαρινού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Ε. του Ε., 2) Γ. Κ. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3) Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκαν η 153/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 38/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις .../20-12-2016 και .../22-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως των Σ. Π., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας και Δ. Χ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας, αντιστοίχως, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (7-3-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο Π.
Χ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των δυο πρώτων αναιρεσίβλητων, ο οποίος τους είχε εκπροσωπήσει ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, πρώτου και δεύτερου βαθμού, όπως προκύπτει από το παρέχον πλήρη απόδειξη ως προς το περιστατικό αυτό, προεισαγωγικό μέρος των οικείων αποφάσεων (ΚΠολΔ 312 παρ.1), ήτοι των 153/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και 38/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (αναιρεσιβαλλόμενη), καθώς και προσωπικά στον ίδιο τον τρίτο αναιρεσίβλητο.
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και είχε ορισθεί κατόπιν αναβολής, ούτε κατέθεσαν κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, δεδομένου του ότι η αναγραφή της στο πινάκιο της μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτών (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ ΑΠ 11/1996). Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό αυτό δεν στοιχειοθετείται, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την ασκηθείσα έφεσή της είχε προβάλει το παράπονο ότι με την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα είχε απορριφθεί ο ισχυρισμός - ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ο οποίος για τους εκτιθέμενους σ’ αυτή λόγους έπρεπε να έχει γίνει δεκτός.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ερεύνησε κατ’ ουσίαν το συγκεκριμένο λόγο έφεσης και, αφού έκρινε ότι η επίσχεση εργασίας είχε ασκηθεί μέσα στα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με την αληθινή έννοια του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα στο νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από αυτά.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν σ’ αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου που δικαιολογεί το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του σε συγκεκριμένη περίπτωση (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές, αντίστοιχα, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για τη δημιουργία λόγου αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Εξ άλλου, επί αγωγής μισθωτού, με την οποία επιδιώκεται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με άδεια άσκησης επαγγέλματος σε περιπτώσεις που αυτή απαιτείται, διότι η με την αγωγή αναφορά "σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" έχει την έννοια της επίκλησης έγκυρης σύμβασης, ενώ η έλλειψη της άδειας αποτελεί ισχυρισμό του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης αυτής, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης (ΑΠ 771/ 2017, ΑΠ 439/2010, ΑΠ 65/2009, ΑΠ 1098/2003) και όχι ως αόριστης.
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 31-8-2011 αγωγή, εκθέτουν ότι, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου ο δεύτερος και ορισμένου χρόνου οι λοιποί, που ακολούθως κατέστησαν αορίστου χρόνου, με ειδικότητες, αντιστοίχως, συντηρητή μηχανολογικών εγκαταστάσεων Γ’ τάξης, ηλεκτροσυγκολλητή Β’ τάξης και οδηγού - χειριστή γερανοφόρου οχήματος.
Ότι αν και παρείχαν την εργασία τους στην εναγόμενη, αυτή καθυστερούσε την καταβολή των αναφερόμενων στην αγωγή δεδουλευμένων αποδοχών επί μακρό χρονικό διάστημα. Ότι οι ενάγοντες, λόγω της καθυστέρησης αυτής, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας κατά τους εκεί αναφερόμενους χρόνους, αρνούμενοι να εργασθούν ώσπου η εναγόμενη να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες αποδοχές.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει τα για τον καθένα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως δεδουλευμένες αποδοχές, ως αποδοχές του χρόνου της επίσχεσης (υπερημερίας) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικά δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μη νομίμως άσκησαν το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, να γίνει δεκτό ότι η επί μακρό χρονικό διάστημα καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών ισοδυναμεί με καταγγελία της σύμβασης από την εργοδότρια εταιρία και να αναγνωριστεί ότι αυτή οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση απόλυσης.
Η αγωγή, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση οφειλής για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, περιέχει όλα τα αναγκαία κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία, μεταξύ των οποίων την οικογενειακή κατάσταση και το χρόνο προϋπηρεσίας ενός εκάστου των εναγόντων και είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εκθέτουν οι ενάγοντες ότι κατείχαν τα σχετικά με τις ειδικότητές τους διπλώματα ή επαγγελματικές άδειες.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, το οποίο κρίνοντας ύστερα από έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε το νομίμως επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί αοριστίας του αγωγικού κεφαλαίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι απαράδεκτος διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του περί αοριστίας ισχυρισμού και ως προς το ζήτημα αυτό, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης και επαναφορά του με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
5. Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της συμβάσεως έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν, για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία, δηλαδή, για όσο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές σαν να εργαζόταν κανονικά. Εν τούτοις, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του κρίνεται καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιοχρέου εργοδότη και αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή αυτού (ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 1502/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/ 2014).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η εναγόμενη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία που διατηρεί στη ...
επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας μεταλλικών κατασκευών, προσέλαβε τους ενάγοντες, εκεί εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που, τελικώς, κατέστησαν όλες αορίστου χρόνου. Ότι, ειδικότερα, προσέλαβε την 6-6-2005 τον πρώτο ενάγοντα, ως συντηρητή μηχανολογικών εγκαταστάσεων Γ’ τάξης, του οποίου οι καθαρές, μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν από το έτος 2009 στο ποσό των 1.350 ευρώ, την 6-6-2005 το δεύτερο ενάγοντα, ως ηλεκτροσυγκολλητή Β’ τάξης, του οποίου οι καθαρές, μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν από το έτος 2009 στο ποσό των 1.300 ευρώ και την 19-4-2004 τον τρίτο ενάγοντα, ως οδηγό - χειριστή γερανοφόρου οχήματος, του οποίου οι καθαρές, μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν από το έτος 2009 στο ποσό των 1.150 ευρώ.
Ότι οι ενάγοντες, με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας, παρείχαν ανελλιπώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στην εργοδότρια επιχείρηση, αλλ’ αυτή καθυστερούσε την καταβολή των κάτωθι δεδουλευμένων αποδοχών: α) στον πρώτο εξ αυτών, έως τις αρχές Απριλίου 2011, συνολικό ποσό 6.165 ευρώ για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2010, Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο 2011, αποδοχές άδειας 6 ημερών και επίδομα άδειας 2011, β) στο δεύτερο εξ αυτών, έως τα μέσα Ιουνίου 2011, συνολικό ποσό 6.202,45 ευρώ, για τους μήνες Φεβρουάριο έως Μάιο 2011, 14 ημέρες Ιουνίου 2011, επίδομα άδειας 2011 και αποδοχές άδειας 25 ημερών και γ) στον τρίτο εξ αυτών έως τα μέσα Ιουνίου 2011, συνολικό ποσό 5.252,37 ευρώ, για τους μήνες Φεβρουάριο έως Μάιο 2011, 14 ημέρες Ιουνίου 2011, επίδομα άδειας 2011 και αποδοχές άδειας 25 ημερών.
Ότι οι ενάγοντες, ενόψει της ανωτέρω, χρονικά μεγάλης καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, προέβησαν μετά από προηγούμενη ενημέρωση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης σε επίσχεση εργασίας, ο πρώτος από 8-4-2011 και οι δεύτερος και τρίτος από 14-6-2011, μέχρι να ικανοποιηθούν οι προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες και ήδη οφειλόμενες απαιτήσεις.
Ότι συντάχθηκαν σχετικά τα ... (για τον πρώτο) και ... (για τους δεύτερο και τρίτο) δελτία διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας Καβάλας, κατόπιν προσφυγής τους σ’ αυτήν, στα οποία η εναγομένη δεν αμφισβήτησε τις συμβάσεις εργασίας και το ύψος της οφειλής της, αλλά χαρακτήρισε την επίσχεση εργασίας παράνομη και καταχρηστική.
Ότι οι ενάγοντες ανέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα (4-5 μήνες) την εναγομένη για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, πλην όμως αυτή δεν το έπραξε. Ότι ναι μεν η τελευταία επλήγη από τη δυσμενή οικονομική συγκυρία των τελευταίων ετών, όπως και όλες σχεδόν οι ομοειδείς επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να ανοιχθεί γι’ αυτήν η διαδικασία εξυγίανσης με την 22/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (εκούσια δικαιοδοσία), πλην όμως τα προβλήματα ρευστότητας, που πράγματι αντιμετώπιζε, δεν ήταν ασφυκτικά, διότι την 30-9-2011 οι οφειλές της προς τους εργαζόμενους ανέρχονταν συνολικά σε 152.847,20 ευρώ, αλλά είχε ταμειακό διαθέσιμο 147.017,19 ευρώ.
Ότι, επί πλέον, είχε απαιτήσεις ανερχόμενες συνολικά σε 1.710.244,93 ευρώ (εκ των οποίων 444.220,35 ευρώ από μέλη του ΔΣ αυτής και 49.446,86 ευρώ από συγγενείς επιχειρήσεις), είχε επιτύχει ρυθμίσεις για τις οφειλές της προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΙΚΑ (προκειμένου να λαμβάνει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα), κάλυπτε επιτυχώς τις οφειλές της προς προμηθευτές, συνεργάτες και τράπεζες και εξοφλούσε επιταγές.
Ότι είναι προφανές πως η εναγομένη θα μπορούσε ευχερώς να έχει καταβάλει μέχρι τότε κάποιο μέρος των οφειλομένων προς τους ενάγοντες, πράγμα που δεν έπραξε, ενώ ο ισχυρισμός της ότι είχε έρθει σε συμφωνία με τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ώστε να πληρώνονται "έναντι", ήτοι με μέρος των οφειλόμενων αποδοχών τους, δεν αποδείχθηκε.
Ότι η εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες, έναντι των ως άνω δεδουλευμένων, ποσό 4.520 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών και ποσό 3.740 ευρώ σε καθένα από τους λοιπούς, σε εκτέλεση της 379/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (ασφαλιστικά μέτρα) που εκδόθηκε επί αιτήσεως των εργαζομένων για προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών τους και οφείλει υπόλοιπο ποσό από δεδουλευμένες αποδοχές ύψους 1.682,45 για τον πρώτο ενάγοντα, 2.462,45 ευρώ για το δεύτερο και 1.512,37 ευρώ για τον τρίτο.
Ότι οι αποδοχές των εναγόντων από την εν λόγω εργασία συνιστούσαν για τους ίδιους και τις οικογένειές τους (όλοι είναι έγγαμοι με δυο ή τρία τέκνα ο καθένας, ενήλικα ή ανήλικα) τη μοναδική, άλλως την κύρια πηγή εισοδήματος και η υπερημερία της εναγομένης τους οδήγησε σε "οικονομική ασφυξία και απόγνωση".
Ότι η εναγομένη, ακόμη και αν αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, οι οποίες όπως προελέχθη δεν ήσαν ασφυκτικές, όφειλε να μεριμνήσει πρώτιστα για την ικανοποίηση των υποχρεώσεών της απέναντι στους εργαζόμενους, άλλως σε κάθε περίπτωση να τους καταβάλει οπωσδήποτε ικανά χρηματικά ποσά έναντι των δεδουλευμένων αποδοχών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωσή τους και να μην καθυστερεί επί μήνες την εξόφλησή τους.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία υφίστατο "αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (4-5 μήνες), τα δε οφειλόμενα ποσά ήσαν μεγάλου ύψους (αρκετών χιλιάδων ευρώ για τον καθένα) και όχι συμπτωματικές ή πρόσκαιρες οφειλές μικρών ποσών, που αντιστοιχούν σε μικρά χρονικά διαστήματα ή για όλως εξαιρετικές και εξ ανωτέρας βίας περιστάσεις", η επίσχεση εργασίας στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες δεν έγινε καταχρηστικά και η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία ως εργοδότης αυτών.
Κατέληξε δε, ότι η εργοδότρια εταιρία οφείλει ως αποδοχές υπερημερίας στον πρώτο ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2011 έως Μάιο 2012, ποσό 22.005 ευρώ και στους δεύτερο και τρίτο, για το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιουνίου 2011 έως Μάιο 2012, ποσά 16.900 και 14.950 ευρώ, αντιστοίχως. Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη έγινε δεκτό ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, που καθυστέρησε "από δυστροπία και όχι από αντικειμενική αδυναμία και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα" την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών στους ενάγοντες, οι οποίοι "τυγχάνουν έγγαμοι και γονείς δύο ενηλίκων τέκνων ο πρώτος, δύο ανηλίκων τέκνων ο δεύτερος και δύο ενηλίκων και ενός ανηλίκου ο τρίτος" και για τους οποίους οι αποδοχές από την εργασία τους στην εναγομένη ήσαν τα μόνα εισοδήματα, χωρίς να υφίσταται σημαντικός λόγος προς τούτο, αφού δεν τους κατέβαλε ούτε μέρος αυτών, παρά μόνο μετά την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης (379/2012), υπήρξε αντίθετη στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και προσέβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων, που "περιήλθαν σε δεινή οικονομική θέση και αναγκάστηκαν να δανειστούν από συγγενείς και φίλους για να αντιμετωπίσουν τις δαπάνες διαβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους".
Έκρινε δε το εφετείο ότι οι ενάγοντες από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης υπέστησαν ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ανερχόμενη στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 1.000 ευρώ για τον καθένα. Κατόπιν, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι είναι αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους αυτή παραπονείτο για την απόρριψη της προβληθείσας ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση εργασίας και για την παραδοχή του κεφαλαίου περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
7. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 919 και 932 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσίβλητων και της υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η εργοδότρια εταιρία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ευχερώς μπορούσε να έχει καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές των εργαζομένων (ήτοι, ότι δεν είναι καταχρηστική η εκ μέρους αυτών επίσχεση εργασίας), παρά το γεγονός ότι παράλληλα δέχθηκε ότι η εργοδότρια α) επλήγη από τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, β) είχε υπαρκτά προβλήματα ρευστότητας και γ) είχε τεθεί σε καθεστώς δημόσιας εξυγίανσης.
Η παραδοχή, δηλαδή, ότι συνέτρεχαν οι εν λόγω δυσμενείς οικονομικές περιστάσεις για την αναιρεσείουσα (και, μάλιστα, η τρίτη από αυτές, η οποία είχε επίσημο χαρακτήρα και για την κατάφαση της οποίας το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε την 22/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με την οποία άνοιξε για την εργοδότρια εταιρία η διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ), αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, αν και ευχερώς μπορούσαν να καταβάλουν τις δεδουλευμένες αποδοχές στους αναιρεσίβλητους, αρνήθηκαν από δυστροπία να τους ικανοποιήσουν και τους εξώθησαν στην επίσχεση εργασίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η αντίφαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 38/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 38/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ