Legislator Case Law & Legislation
835/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling the lower court's finding of exclusive driver fault was legally sound.

Case Number 835/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased driver's family against a first-instance court ruling that assigned exclusive liability for a fatal traffic accident to the opposing driver. The appellants argued the lower court erred in finding the deceased driver solely responsible for running a red light, while the opposing party contended the evidence clearly supported the original verdict. The court rejected the appeal, holding that the lower court's factual findings regarding the traffic signals and vehicle movements were sufficient to establish the appellant's exclusive fault under the relevant traffic laws.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged procedural errors in determining exclusive liability for a traffic accident is inadmissible if the lower court's factual findings regarding traffic signals and vehicle movements are supported by the evidence.

Keywords

AI generated
traffic accident liability exclusive fault determination traffic signal violation appeal admissibility Code of Civil Procedure fatal accident case procedural error review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 835 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 835/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Β., 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκων ... και 3) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και αντιπροσωπεύεται - εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Γ., 2) Μ. συζ. Β. Κ., το γένος Ν. Γ., 3) Ν. Κ. του Β., 4) Γ. Κ. του Β., 5) Φ. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ. Γ., κατοίκων ... και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ανακαλεί την από 25-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) στο υπ’ αριθμ. .../12-10-2016 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θ. Μ., η 2η των αναιρεσιβλήτων Μ. συζ. Β. Κ. αναγράφεται με τα στοιχεία του πατρός της "Μ. Γ. του Ν.", η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2013 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 15-3-2013 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων, καθώς και με την με αρ. καταθ. .../2013 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21728/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1713/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 10-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης, 3ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. ... /24-5-2016 επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Τ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι επισπεύδοντες την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 12-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1713/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχουν κάτω από αυτήν και με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 18-11-2016, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του τέταρτου αναιρεσίβλητου, Γ. Κ., που τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Α. Σ.. Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ουσιώδες θέμα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 29-6-2012 και ώρα 03.55 ο Σ. Κ., 22 ετών, ξενοδοχοϋπάλληλος, οδηγούσε το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ...

IX επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου ΟCTAVIA 5 RS, 2000cc, έτους κυκλοφορίας 2009, ιδιοκτησίας του πατέρα του Β. Κ., στην οδό ..., περιοχή ... Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση την έξοδο της πόλεως. Το IX αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...".

Τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο Γ. Κ. 27 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, οδηγούσε το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VW POLO CLASSIC, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", στην οδό ... με κατεύθυνση το κέντρο της πόλεως, προτιθέμενος, στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού, με την οδό ..., να ενεργήσει ελιγμό προς αριστερά και να εισέλθει στην οδό ....

Η οδός ..., η οποία στο σημείο της διασταυρώσεως είναι ευθεία σε μήκος άνω των 100 μέτρων, είναι διπλής κατευθύνσεως, εκατέρωθεν δε αυτής υπάρχουν παράπλευροι οδοί μονής κατευθύνσεως. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα, καθώς και οι παράπλευροι οδοί, με το κυρίως οδόστρωμα της οδού ....

Το ρεύμα κυκλοφορίας προς την έξοδο της πόλεως έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων, το ρεύμα πορείας προς την είσοδο της πόλεως έχει τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρων.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών στην αναφερόμενη διασταύρωση ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, που κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σε λειτουργία. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύχτα, και υπήρχε τεχνητός φωτισμός. Επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, ενώ η κυκλοφορία πεζών ήταν πυκνή... Η αλήθεια σχετικά με το αμφισβητούμενο θέμα της παραβίασης του φωτεινού σηματοδότη από τον έναν από τους δύο οδηγούς, αποδεικνύεται από την ως άνω δήλωση - απολογία του οδηγού Σ. Κ., σε συνδυασμό με τον αναφερόμενο στην έκθεση αυτοψίας τρόπο λειτουργίας των φωτεινών σηματοδοτών στην συγκεκριμένη διασταύρωση.

Ειδικότερα ο πλήρης κύκλος λειτουργίας σηματοδοτών περιλαμβάνει τέσσερις φάσεις, κατά σειρά τις εξής: α) Αρχικά ανάβει ταυτόχρονα πράσινο για τα οχήματα, που κινούνται στην οδό ... με κατεύθυνση από κέντρο πόλεως προς έξοδο και για τα οχήματα που κινούνται στην οδό ... με κατεύθυνση από έξοδο πόλεως προς κέντρο.

Πράσινο και πορτοκαλί διαρκούν 35 δευτερόλεπτα. β) Μόλις οι σηματοδότες του α’ εδαφίου ανάψουν κόκκινο, ανάβει πράσινο για τα οχήματα που κινούνται επί της οδού ... με κατεύθυνση από έξοδο πόλεως προς κέντρο πόλεως και ενεργούν αριστερή στροφή προς οδό .... Πράσινο και πορτοκαλί διαρκούν 16 δευτερόλεπτα...

Το Δικαστήριο κρίνει, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα κατά τη δεύτερη αυτή φάση λειτουργίας των φωτεινών σηματοδοτών. Συγκεκριμένα, κρίνει ότι ο οδηγός Γ. Κ., μόλις άναψε η πράσινη ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του, ενήργησε ελιγμό προς αριστερά για να εισέλθει στην οδό ..., ενώ όμως το αυτοκίνητό του κινείτο κάθετα προς το αντίθετο της αρχικής του πορείας ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., ο οδηγός Σ.

Κ., ο οποίος έβαινε με μεγάλη ταχύτητα, όπως κατωτέρω εκτίθεται, δεν σταμάτησε την πορεία του έμπροσθεν του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του, που ήδη είχε την πορτοκαλί ένδειξη, όταν πλησίαζε, αλλά αντιθέτως, συνέχισε την πορεία του για να προλάβει να περάσει, με αποτέλεσμα να διέλθει, τελικά, έμπροσθεν του σηματοδότη, ενώ αυτός είχε πλέον την κόκκινη ένδειξη και τελικά να επιπέσει (εμβολίσει) με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο ...

IX αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Κ. στο μέσον της δεξιάς πλευράς αυτού. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς έξοδο της πόλεως της οδού ... και ήταν σφοδρή (προκάλεσε εκκωφαντικό θόρυβο κατά την κατάθεση του μάρτυρος Θ. Π.). Μετά τη σύγκρουση τα δύο οχήματα εκτράπηκαν της πορείας τους προς τα δεξιά και αφού το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ.

Κ. παρέσυρε το άλλο αυτοκίνητο σε απόσταση 22,50 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, τα δύο οχήματα προσέκρουσαν στο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας με την παράπλευρη οδό και σε οκτώ μεταλλικά κιγκλιδώματα. Οι υλικές ζημίες, που υπέστησαν και τα δύο οχήματα ήταν πολύ μεγάλες (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες) από τις οποίες, σε συνδυασμό και με την παράσυρση του αυτοκινήτου του Γ.

Κ. αποδεικνύουν, ότι η ταχύτητα του ... IX επιβατικού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Σ. Κ. ήταν μεγάλη και υπολογίζεται σε 90 χιλιόμετρα την ώρα. Η διαπίστωση, κατά την αυτοψία που έγινε από τους αστυνομικούς, που επελήφθησαν του ατυχήματος στο αυτοκίνητο του Σ. Κ., ότι στο σασμάν (κιβώτιο ταχυτήτων) βρέθηκε η τρίτη ταχύτητα, δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο οδηγός έβαινε με την αναφερόμενη μεγάλη ταχύτητα, και ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Το Δικαστήριο από όλα τα αποδεικτικά μέσα κρίνει ότι, πριν τη διέλευση μπροστά από τα φωτεινό σηματοδότη της πορείας του, ο οδηγός έβαινε με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα, έχοντας στο κιβώτιο ταχυτήτων του αυτοκινήτου την τρίτη ταχύτητα, θέλοντας, όμως, να προλάβει να περάσει, πριν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη να γίνει κόκκινη (δίχως τελικά να το επιτύχει) επιτάχυνε το αυτοκίνητο, αυξάνοντας την ταχύτητα στα 90 χιλ.

την ώρα, χωρίς όμως να αλλάξει και την ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων. Ο άνω οδηγός ενήργησε όπως ανωτέρω, διότι δεν είχε αντιληφθεί καθόλου το άλλο αυτοκίνητο, όπως ο ίδιος δήλωσε εξάλλου, για το λόγο δε αυτόν και δεν προέβη σε κανέναν αποφευκτικό ελιγμό ή πέδηση. Από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης τραυματίσθηκαν θανάσιμα ο οδηγός Γ.

Κ. ο οποίος απεβίωσε λόγω πολλαπλών κακώσεων (γραμμοειδείς ρήξεις σπληνός αιμοπεριτόναιο, υποκαψικό αιμάτωμα του δεξιού νεφρού) και ο συνεπιβάτης του αυτοκινήτου Β. Τ. του Γ., 46 ετών, υπήκοος Βουλγαρίας ο οποίος απεβίωσε λόγω βαριάς ΚΕΚ, βαριάς θωρακικής κάκωσης, κοιλιακής κάκωσης (βλ. σχετικές ιατροδικαστικές εκθέσεις της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης).

Μετά από το ατύχημα και από τους δύο οδηγούς ελήφθη ποσότητα αίματος για έλεγχο αλκοόλης και βρέθηκε ότι στο αίμα του Σ. Κ. βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,57%ο κατά την πρώτη εξέταση του δείγματος και σε ποσοστό 0,53%ο κατά τη δεύτερη εξέταση, ενώ στο αίμα του θανόντος Γ. Κ. βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 1,19%ο κατά την πρώτη εξέταση του δείγματος και σε ποσοστό 1,21%ο κατά τη δεύτερη εξέταση (βλ.

σχετικές εκθέσεις εξέτασης αίματος της Υπ/σης Εγκληματολογικών Ερευνών Β. Ελλάδος - Τμήμα Φυσικών και Χημικών Εξετάσεων). Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του θανόντος οδηγού Γ. Κ. δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες το ατύχημα προκλήθηκε, και ότι αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού Σ.

Κ., ο οποίος οδηγώντας δίχως σύνεση και προσοχή, με μεγάλη ταχύτητα, παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, αγνοώντας τον κίνδυνο, που υπήρχε από την ενέργειά του αυτή, σε μία διασταύρωση με πολλές διαφορετικές πορείες-κατευθύνσεις των οχημάτων, ήτοι παράβαση άρθρων 6 § 1β, 12 § 1, 20 § 1 ΚΟΚ (βλ.

και κατάθεση μάρτυρος Δ. Κ. και σχετική έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης)...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος - πρώτου εφεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσείοντος -δευτέρου εφεσιβλήτου και της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού (πρώτου αναιρεσείοντος) και του ζημιογόνου γεγονότος (θανατηφόρου ατυχήματος) και της έλλειψης υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και του συνεπιβάτη αυτού Β. Τ., η πορεία των εμπλακέντων στο ατύχημα αυτό οχημάτων, η λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών στον προαναφερόμενο ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση), εκ των οποίων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο σηματοδότης της πορείας του αναιρεσείοντος οδηγού Σ.

Κ. είχε ερυθρό φως, ο δε σηματοδότης της πορείας του θανόντος οδηγού Γ. Κ. είχε πράσινο φως, το τμήμα της οδού ... το οποίο ο Γ. Κ. είχε διανύσει μετά τον ελιγμό προς τ’ αριστερά, κάθετα προς το αντίθετο της αρχικής του πορείας ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού (...), προκειμένου αυτός να εισέλθει στην οδό ..., το σημείο της οδού ... (μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ...

με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης) που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Σ. Κ. στο αυτοκίνητο του Γ. Κ. και τα βλαβέντα μέρη αυτών, αναφέρονται δε με σαφήνεια τα στοιχεία, από τα οποία το Εφετείο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού Σ. Κ., που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστανται στην παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη της πορείας του αυτοκινήτου του τελευταίου (ΑΠ 1622/2013).

Αντίθετα δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιοριστεί η απόσταση του αυτοκινήτου του Γ. Κ. από τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του κατά τον χρόνο που έδειχνε ερυθρό φως και ο χρόνος της διάρκειας της ένδειξης χρώματος πορτοκαλί του σηματοδότη μέχρι να αλλάξει σε κόκκινο, αφού δέχεται ότι αυτός μόλις άναψε πράσινη ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του ενήργησε ελιγμό προς αριστερά για να εισέλθει στην οδό ..., κάθετα προς το αντίθετο της αρχικής του πορείας ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...

στην μεσαία λωρίδα της οποίας επισυνέβη το ένδικο ατύχημα. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθία τούτων πρέπει η αίτηση αναίρεσης ν’ απορριφθεί, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν και προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.10.2015 αίτηση για αναίρεση της 1713/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του τέταρτου Γ. Κ. που δεν παραστάθηκε, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκε με χωριστό δικηγόρο.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ