Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to appellant's lack of valid power of attorney and failure to appear.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellant appeared without a valid power of attorney, rendering her legally absent. While the respondent was properly represented, the appellant's lawyer lacked the necessary authorization to act on her behalf. Consequently, the court could not determine who expedited the hearing, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 94, 96 of the Code of Civil Procedure; If a party appears without valid representation, they are legally absent, and if it cannot be established who expedited the hearing, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., για την οποία δήλωσε παράσταση ο δικηγόρος Σπυρίδων Ασπρογέρακας, που όμως δεν κατέθεσε νομιμοποιητικά έγγραφα και προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. χήρας Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο φερόμενος ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1284/1999 μη οριστική και 4640/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 340/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε μερικά την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 7572/2006 τελεσίδικη απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 23 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο φερόμενος ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τηςς, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010). ).
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.β'και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή και κατά το άρθρ. 575§1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999? ΑΠ 12/2011). Σύμφωνα τέλος με τις διατάξεις των άρθρ. 94§1 και 96§1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος (ΑΠ 1620/2000).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 7572/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568§§2&3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 15.3.2010, κατά την οποία η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από τον υπογράψαντα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Σπυρίδωνα Ασπρογέρακα και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 14.3.2011.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον αυτό δικηγόρο, ενώ η αναιρεσίβλητη παρέστη, όπως και κατά την αρχική δικάσιμο, με το δικηγόρο Δημήτριο Παρασκευόπουλο, τον οποίο νομιμοποίησε με την παρουσία της ως πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Αντίθετα δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας πληρεξούσιο προς το δικηγόρο Σπυρίδωνα Ασπρογέρακα, που παρέστη για λογαριασμό της αναιρεσείουσας τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της υπόθεσης, με συνέπεια η έλλειψη αυτή να συνεπάγεται έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησής της. Έτσι η αναιρεσείουσα θεωρείται δικονομικά απούσα και είναι πλέον κρίσιμο το ζήτημα αν επέσπευσε η ίδια ή η αντίδικός της τη συζήτηση της υπόθεσης.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποια από τις διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 15.3.2010, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η επίσπευσή της υπήρξε έγκυρη και αν συνεπώς η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 14.3 2011 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτή.
Σύμφωνα λοιπόν με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.10.2006 αίτησης αναίρεσης της Μ. Γ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ