Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds where lower court relied on procedural documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a custody claim. The appellants argued the lower court erred by failing to consider new evidence and incorrectly applying the doctrine of res judicata. The court ruled that the lower court's reliance on procedural documents like prior lawsuits and judgments constituted a valid basis for finding res judicata, which cannot be re-evaluated on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 525(1), 559(11), 559(16) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews whether a lower court's finding of res judicata is based on procedural documents, which are subject to review, or on factual assessments, which are not.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., ενεργούσα ατομικά και ως δικαστική συμπαραστάτρια της δικαστικά απαγορευμένης αδελφής της Χ3, κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαιρέτου κληρονόμων του Χ, κατοίκου όσο ζούσε ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Μακαρούνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 852/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1571/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 16-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 334/16.3.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 1571/18.3.2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παριστάμενη ως πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσειουσών Αναστασίας Μακαρούνη, οι οποίες επισπεύδουν την κρινόμενη 334/16-3-2007 αίτηση για αναίρεση της 1571/18-3-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεων δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (3-3-2008), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (3-3-2008), κατά την οποία, παρισταμένου του τελευταίου, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (9-3-2009), της παρουσίας αυτού κατά τη δημοσίευση της μη οριστικής περί αναβολής αποφάσεως ισοδυναμούσης στην περίπτωση αυτή με επίδοσή της (Κ.Πολ.Δ. 573§1, 310§2).
Κατ' αυτήν όμως κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573§1, 242§2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτού σύμφωνα με το άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ.
Με την κρινόμενη 334/16-3-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1571/18-3-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 1771/197/9-1-2001 αγωγή, με ενάγουσα την Χ3, παρισταμένη, λόγω της υποβολής της σε δικαστική συμπαράσταση, με τον ορισθέντα ως δικαστικό αυτής συμπαραστάτη Χ, πατέρα της (ΑΚ 1676 παρ.1, 128 περ2, ΚΠολΔ 64 παρ.1), εδιώκετο να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του δι' αυτής εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της 1503/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ως παρίσταται ενάγουσα το ποσό των 24.906.934 δρχ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητα του εναγομένου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 852/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 5130/13-6-2003 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 1571/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής, κατ' αποδοχή του περί δεδικασμένου λόγου εφέσεως, κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες παραδοχές, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος (εκκαλών), με τον πρώτο λόγο της έφεσής του προβάλλει την ένσταση του δεδικασμένου, ως προς το αίτημα του ενάγοντος (εφεσίβλητου), για την απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κράτησης, λόγω του αδικήματος, γιατί το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί σιωπηρά με την με αριθμό 1503/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμό 3284/1999 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Ο ισχυρισμός αυτός, παραδεκτά προβάλλεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι νόμιμος, αφού στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία. Ειδικότερα ο ενάγων, ως δικαστικός συμπαραστάτης της κόρης του Χ3, με την από 8-8-1995 (αριθμ. κατ. δικ. 9774/1995) αγωγή του, που είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός εναγόμενος (εκκαλών)- Ψ, εις ολόκληρον ο καθένας τους, να πληρώσουν σε αυτόν το ποσό των 25.906.394 δραχμών, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για τον τραυματισμό της κόρης του σε αυτοκινητικό ατύχημα, από υπαιτιότητα και του εναγομένου (εκκαλούντος), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να απαγγελθεί σε βάρος του πρώτου και του τρίτου (εκκαλούντος) των εναγομένων προσωπική κράτηση, λόγω του αδικήματος.
Το τελευταίο αυτό αίτημα παρότι δεν περιέχεται στο αιτητικό της εν λόγω προγενέστερης αγωγής, όπως προκύπτει από αυτήν, θεωρήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι διατυπώνεται στο ιστορικό της αγωγής και για το λόγο αυτό, το πιο πάνω αίτημα (περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης) με την με αριθμό 1503/1998 οριστική απόφαση του ορθά κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς όλα τα αιτήματα της και ως προς το αίτημα, για την απαγγελία προσωπικής κράτησης, αφού στηρίζονταν στη διάταξη του άρθρου 1047 του Κ.Πολ.Δ.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να περιλαμβάνεται σε οποιοδήποτε τμήμα του δικογράφου και δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνεται στο αιτητικό αυτού, όπως συνέβη με την προαναφερόμενη αγωγή και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος (εφεσίβλητου).
Στη συνέχεια το πιο πάνω δικαστήριο (Μ. Π. Αθηνών), έκανε δεκτή την αγωγή, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη στην ουσία, πλην όμως από παραδρομή παρέλειψε να αποφασίσει για το αίτημα της απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εναγομένου και του τρίτου εναγομένου (σημερινού εναγομένου - εκκαλούντος) και μάλιστα αν αυτό έπρεπε να γίνει δεκτό ως βάσιμο στην ουσία ή όχι.
Επομένως το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά ως αβάσιμο στην ουσία. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση και οι τέσσερες εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός εκκαλών, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αυτό με την με αριθμό 3284/23-4-1999 απόφαση του απέρριψε τις εφέσεις των τριών πρώτων εναγομένων, και έκανε δεκτή την έφεση της τέταρτης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.
Επομένως η πρωτόδικη απόφαση (1503/1998 απόφαση) έγινε τελεσίδικη, ως προς τους σημερινούς διαδίκους. Για το λόγο αυτό δημιουργείται δεδικασμένο, ως προς το αίτημα για την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγομένου (εκκαλούντος) το οποίο δεδικασμένο εμποδίζει την εκ νέου έρευνα του αιτήματος αυτού.
Παρά την ύπαρξη του δεδικασμένου ο ενάγων (εφεσίβλητος) με την από 18-12-00 (αριθμ. κατ. δικ. 1771/2000) αγωγή του ζητούσε την απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγομένου (εκκαλούντος), λόγω του προαναφερόμενου αδικήματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 852/2002 οριστική απόφαση του (εκκαλούμενης) έκανε δεκτή την αγωγή και απήγγειλε σε βάρος του εναγομένου (εκκαλούντος) προσωπική κράτηση, διάρκειας 8 μηνών.
Επομένως αυτό έσφαλε, ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες (α) Χ1, (β) Χ2, και (γ) Χ3, παρισταμένη, λόγω της υποβολής της σε δικαστική συμπαράσταση, με την ορισθείσα στη συνέχεια ως δικαστική αυτής συμπαραστράτια δεύτερη των αναιρεσειουσών, αδελφή της, με θεμελίωση της προς τούτο ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους στην ιδιότητά τους ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 10-7-2004 αρχικού συμπαραστάτη Χ, εκλαμβάνοντες, αναληθώς από νομική άποψη, ότι υπήρξε ενάγων και στη συνέχεια εφεσίβλητος, ενώ απλώς εκπροσωπούσε την μόνη ενάγουσα- εφεσίβλητη τρίτη των αναιρεσειόντων, η οποία, λόγω της υποβολής της σε δικαστική συμπαράσταση, δεν διέθετε την ανταιτουμένη προς τούτο ικανότητα δικαστικής παραστάσεως.
Επομένως, ως προς τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών, που δεν υπήρξαν διάδικοι, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 556), κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577 παρ. 1,2). Το τυπικά παραδεκτό της αναιρέσεως ως προς την ως παρίστατα τρίτη των αναιρεσειουσών επιτρέπει την κατά τούτο στη συνέχεια έρευνα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια, παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, δηλαδή τόσο από την καταψηφιστική, όσο και από την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση.
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005). Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και τη συνακόλουθη νομική αιτία, των οποίων έγινε επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κ.λ.π.
της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Με τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό δικαίωμα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, γιατί η τελευταία αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε περί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.
Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την ερευνά του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Κατά συνέπεια όταν η απόφαση αποφαίνεται, υπερβαίνοντας το αίτημα, τα όρια του δεδικασμένου χαράσσονται με βάση το διατακτικό της, αν δε το δικαστήριο παρέλειψε να εκδικάσει ορισμένο αίτημα, αυτό θεωρείται ότι σιωπηρώς απορρίφθηκε, με τις εντεύθεν συνέπειες ως προς την δημιουργία δεδικασμένου (εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1, 559 αρ. 9).
Περαιτέρω, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε μόνο σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το αίτημα της προσωπικής κρατήσεως του ήδη αναιρεσίβλητου αποτέλεσε αίτημα της 9774/1995 αγωγής της ως παρίσταται αναιρεσείουσας και αντικείμενο της ανοιγείσης δι' αυτής δίκης, το οποίο στη συνέχεια απορρίφθηκε σιωπηρώς με την εκδοθείσα επ' αυτής 1503/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεώς του με την 3284/23-4-1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με καταληκτικό αυτής συμπέρασμα, κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω διαλαμβανομένων διατάξεων δικονομικού δικαίου, ότι το αίτημα προσωπικής κρατήσεως, επαναδιατυπούμενο με την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μεταβιβασθείσα 1771/197/9-1-2001 αγωγή, προσκρούει στο απορρέον από την εν λόγω, 1503/1998, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεδικασμένο.
Επομένως υποστηρίζων τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ο δεύτερος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη μαρτυρική κατάθεση και τα μη προσδιοριζόμενα έγγραφα, προεχόντως για τον λόγο ότι την παραδοχή του για ύπαρξη δεδικασμένου στήριζε αποκλειστικά και μόνον στα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα κατά περίπτωση διαδικαστικά έγγραφα (9774/1995, 1771/197/9-1-2001 αγωγές και 1503/1998, 3284/1999 αποφάσεις), κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 334/16-3-2007 αίτηση για αναίρεση της 1571/18-3-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ