Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper filing and vague grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible for two primary reasons. First, the appeal petition was not filed at the correct court, violating procedural requirements for challenging multiple judgments. Second, the specific grounds for appeal failed to clearly state the factual premises accepted by the lower court or explain the alleged deficiencies in their reasoning. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 566 para. 2 KPolD; Art. 562 para. 2 KPolD: An appeal is inadmissible if filed at the wrong court or if the grounds fail to clearly state the factual premises and reasoning deficiencies of the challenged decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 835/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τζούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΕ" που εδρεύει στα ..... Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ανδρέου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7904/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-2-2007 αίτησή του και τους από 13-12-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολ.Δικ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλοντα δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθ' όσον στρέφεται κατά της 1911/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε τις εν λόγω αποφάσεις.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια της απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος περί λήψεωςυπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που ο νόμοςδεν επιτρέπει (αρθρ. 559 αριθ. 1 1 .πεβ.
α Κ.Πολ.Δικ) πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερθείσες τρεις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρεπόταν, όπως ήταν ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση δανείου το αντικείμενο της οποίας υπερέβαινε το όριο του άρθρου 393 Κ.Πολ.Δικ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
αΚ.Πολ.Δικ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο "ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, πρότεινε ο αναιρεσείων με ειδικό παράπονο, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά και ως αβάσιμος, γιατί α) δεν προκύπτει από την επισκόπηση του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος καθώς και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και β)τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, αλλά και στην 1911/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι η ένδικη σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε προφορικά λόγω της υπάρχουσας συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και της σχέσεως εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ τους περιέχουν, όχι με πανηγυρική διατύπωση, αλλά εμμέσως, πλην σαφώς, παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχει η περίπτ.
β'της παρ. 1 του άρθρου 394 ΚΠολ.Δικ., ήτοι ηθική αδυναμίας προς κτήση εγγράφου που επιτρέπει την απόδειξη της σύμβασης αυτής και με μάρτυρες.
Κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 ΚΠολΔικ το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα άλλα στοιχεία πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή. ..β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 2-12-2002 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε (κατά τα κεφάλαια που η αγωγή αυτή μεταβιβάσθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 1997 συνήφθη προφορικά μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος σύμβαση ατόκου δανείου ποσού 8.500.000 δραχμών προς κάλυψη των αναφερομένων στην αγωγή οικονομικών υποχρεώσεων της συζύγου του αναιρεσείοντος, συμφωνήθηκε δε η απόδοση του δανείου μετά πάροδο ενός μηνός από την καταβολή τούτου.
Και ότι ο αναιρεσείων μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία δεν εξόφλησε το δάνειο στο σύνολο του παρά τη διευκόλυνση με μηνιαίες δόσεις που του παρέσχε η αναιρεσίβλητη, αλλά κατέβαλε μέρος αυτού και συγκεκριμένα κατέβαλε τμηματικά , κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, μόνο 1.962.971 δραχμές, ήτοι 5760,79 ευρώ, αρνούμενος την καταβολή του υπολοίπου.
Ζήτησε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το υπόλοιπο του δανείου, που ανέρχεται σε 6.537.029 δραχμές ή 19.184,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 31-10-2000 που έγινε η τελευταία καταβολή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 806-807, 361,346 ΑΚ αγωγή της αναιρεσιβλήτου, στην οποία γίνεται μνεία του χρόνου σύναψης της σύμβασης του δανείου, του αποδοτέου ποσού, του χρόνου αποδόσεως τούτου και του χρόνου υπερημερίας του αναιρεσείοντος, είναι επαρκώς ορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
και ειδικότερα περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντα, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η επικαλούμενη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και γι' αυτό ο δεύτερος πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ, πράγματι όμως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.πολ.Δικ. που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουνουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά", προκύπτει ότι με αυτή θεσπίζονται δύο αυτοτελείς λόγοι αναιρέσεως από τους οποίους ο πρώτος συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτούς οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 10 πλημμέλεια εκ του ότι κατέληξε στην κρίση του για την βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι εχορήγησε στον αναιρεσείοντα δάνειο 8.500.000 δραχμών και ότι ο τελευταίος απέδωσε μόνο το ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς να υπάρχει απόδειξη.
Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεως του προέβη στην εκτίμηση του συνόλου των επιβληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος της αναιρεσίβλητης, της χωρίς όρκο εξέτασης του αναιρεσείοντος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και των εγγράφων.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 562/2000). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ότι δηλαδή η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από τα πραγματικά περιστατικά και ακόμη σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. (ΟλΑΠ 20/2005).
Επομένως η παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενο αυτού αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, στερείται νόμιμης βάσης διότι "περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες γιατί δέχεται ότι συνήφθη δήθεν άτοκο δάνειο μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης χωρίς έγγραφο για ένα τόσο υψηλό ποσό χωρίς ασφάλεια και χωρίς μάρτυρες, αφού ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης είναι υπάλληλος της και δεν αξιολογήθηκε η αξιοπιστία του".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση για την πληρότητα της.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι η εξέταση της αιτήσεως επαναφοράς στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση ( εκουσία ή αναγκαστική) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου ή της ενσωματωθείσας πρωτόδικης αποφάσεως προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, εφ' όσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, το αίτημα του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από 7-2-2008 προτάσεις του, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την (εκουσία) εκτέλεση της με αριθ. 1911/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 7904/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15-4-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ