Legislator Case Law & Legislation
834/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law classification but remands for full bench on restitution request.

Case Number 834/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the classification of a labor dispute as an employment contract versus a service contract, finding the lower court's legal characterization correct. The appellant, the National Bank of Greece, argued for restitution of funds paid voluntarily after the judgment became final. However, the court decided to reject the restitution claim pending a full bench ruling on the primary appeal, as the procedural conditions for restitution were not yet fully met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 para. 2 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order restitution of property upon voluntary or forced execution of a judgment, but such orders are subject to the outcome of the main appeal proceedings.

Keywords

AI generated
Labor Law Classification Service Contract Distinction Restitution of Property Voluntary Execution Full Bench Remand

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 para. 1 and 664 to 676 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553 para. 1 b, 556 para. 1, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 531/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, ο oποίος ανακάλεσε την από 30-10-2023 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βραχιώτη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2299/2021 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27-4-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 27-4-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../4-5-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2299/7-5-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015), επί της από 15-7-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../15-7-2019 έφεσης κατά της υπ' αριθμό 1322/21-6-2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 9-8-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 138897-3799/9-8-2012 αγωγή - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά της πρώτης τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και έδρα την Αθήνα, και της δεύτερης τότε εναγομένης, πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.)" και έδρα την Αθήνα που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη - είχε εκθέσει ότι στις 7-4-1982 είχε καταρτίσει με την πρώτη από αυτές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε πρόσφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του ως υπάλληλός της.

Ότι κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου εξελέγη μέλος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης. Ότι για το λόγο αυτό αποσπάσθηκε με απόφαση της εργοδότριάς του στην πρωτοβάθμια αυτή συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του από την 13-11-1995 έως και την 19-6-2012 και ότι, τέλος, οι εναγόμενες, μολονότι είχαν οχληθεί, υπαίτια δεν χορηγούσαν σε αυτόν τις ετήσιες άδειες αναψυχής για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 ποσού, ειδικότερα, 9.452,38 Ευρώ για το έτος 2007, 11.021,72 Ευρώ για το έτος 2008, 11.904,12 Ευρώ για το έτος 2009, 12.771,46 Ευρώ για το έτος 2010 και 13.536,44 Ευρώ για το έτος 2011 και συνολικά (9.452,38 + 11.021,72 + 11.904,12 + 12.771,46 + 13.536,44 Ευρώ =) 58.686,12 Ευρώ.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε εν μέρει αναγνωριστικό - να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν σε αυτόν εις ολόκληρον για την αιτία που προαναφέρθηκε ποσό 20.000 Ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν εις ολόκληρον για την ίδια αιτία ποσό 38.686,12 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους που αναλογούσαν σε αυτά.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1322/21-6-2019 με την οποία α) έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 648, 666 ΑΚ, 1, 2, 5 παρ. 1 α.

ν. 539/1945, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. 1346/1983 και το άρθρο 5 παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957, άρθρο 20 της από 4-8-1982 ΕΣΣΕ η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 ν. 1346/1983), β) την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη με την παραδοχή ότι η πρώτη εναγομένη είχε παραχωρήσει με τη συναίνεση του ενάγοντος τις υπηρεσίες του στη δεύτερη από αυτές σε εκτέλεση σύμβασης δανεισμού εργασίας που είχε καταρτίσει με την πρωτοβάθμια αυτή συνδικαλιστική οργάνωση (άρθρο 651 ΑΚ) με συνέπεια η δευτερογενής αυτή εργοδότρια να μην έχει νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν τις επίδικες αποδοχές με τις προσαυξήσεις τους και, τέλος, γ) δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία που προαναφέρθηκε ποσό 4.000 Ευρώ για καθένα από τα έτη 2009, 2010 και 2011, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει σε αυτόν για την ίδια αιτία ποσά 7.904,12 Ευρώ, 8.771,46 και 9.536,44 Ευρώ αντίστοιχα για τα έτη που προαναφέρθηκαν με τους νόμιμους τόκους.

Η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 15-7-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../15-7-2019 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε τόσο κατά του ενάγοντος, όσο και κατά της ομοδίκου της στην πρωτοβάθμια δίκη - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2299/7-5-2021 τελεσίδικη απόφαση με την οποία α) απέρριψε την έφεση ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη-ομόδικο της εκκαλούσας στην πρωτοβάθμια δίκη ως απαράδεκτη και β) δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση με παραδοχές όμοιες με αυτές της εκκαλουμένης.

Το Μονομελές Εφετείο ειδικότερα δέχθηκε (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα εξής " (...): Στις 7-4-1982 συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ του ενάγοντος και ήδη πρώτου εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου στην παρούσα δίκη - και της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας - αναιρεσείουσας στην παρούσα δίκη - δυνάμει της οποίας ο πρώτος εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος αυτής.

Κατά το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του έως και την 24-1-1990 ο πρώτος εφεσίβλητος παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στο κατάστημα που η εκκαλούσα διατηρούσε στο Ψυχικό (Αττικής και στη συνέχεια σε διάφορες υπηρεσίες της εκκαλούσας, μέχρι την 13-11-1995, οπότε και αποσπάστηκε στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.), λόγω της εκλογής του στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής.

Στην προαναφερόμενη πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, ο πρώτος εφεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την 19-6-2012. Με την υπ' αρ. .../20-6-2012 πράξη Διοικήσεως της εκκαλούσας διεκόπη η απόσπαση του πρώτου εφεσιβλήτου στην ως άνω πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση και τέθηκε στη διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού Τράπεζας και Ομίλου Εσωτερικού της εκκαλούσας, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 31-12-2013, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του οικειοθελώς, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου της εκκαλούσας.

Κατά την προαναφερόμενη απόσπαση του πρώτου εφεσιβλήτου στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.), καταρτίστηκε, με τη σιωπηρή συναίνεση αυτού, σύμβαση δανεισμού μεταξύ της εκκαλούσας και της προαναφερόμενης συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Η παραχώρηση των υπηρεσιών του πρώτου εφεσιβλήτου από μέρους της εκκαλούσας στην ως άνω συνδικαλιστική οργάνωση, έγινε χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της τελευταίας, ο δε πρώτος εφεσίβλητος, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απόσπασής του στην τελευταία, θεωρείτο υπάλληλος της εκκαλούσας, η οποία κατέβαλε το μισθό του και διατηρούσε ακέραια όλα τα δικαιώματά του, ήτοι μισθολογικά, επαγγελματικά, προαγωγών κλπ., απέναντι στην Τράπεζα.

Με το από 9-1-1996 έγγραφο της εκκαλούσας προς την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.), η εκκαλούσα ενημέρωσε την συνδικαλιστική οργάνωση ότι ο ενάγων θα πρέπει να λαμβάνει τη δικαιούμενη κανονική του άδεια μέσα στον αντίστοιχο χρόνο με την επισήμανση ότι η Τράπεζα δεν θα έχει καμία ευθύνη (που απορρέει από την εργατική νομοθεσία) σε περίπτωση μη χορήγησής της.

Με το έγγραφο αυτό της απόσπασης δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ της εκκαλούσας Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ότι σε περίπτωση μη λήψης της κανονικής άδειας από μέρους του εργαζομένου, υπεύθυνος για την καταβολή της αποζημίωσης θα είναι αποκλειστικά η συνδικαλιστική οργάνωση.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εργαζομένου - πρώτου εφεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της απόσπασής του, απορρέουν από την αρχική σύμβαση που κατάρτισε με την εκκαλούσα τράπεζα και δεν ανέκυψαν κατά τη διάρκεια του δανεισμού του. Έτσι, αποκλειστικά υπόχρεη για την χορήγηση της ετήσιας άδειας του ενάγοντος είναι η εκκαλούσα Τράπεζα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε τα αυτά ως άνω, δεν έσφαλε και ο σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο εργαζόμενος - πρώτος εφεσίβλητος κατείχε τη θέση Α' Αντιπροέδρου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.) και λόγω της ιδιότητας του αυτής ήταν διευθύνων υπάλληλος αυτού, με αποτέλεσμα να μην έχει ως προς αυτόν εφαρμογή η εργατική νομοθεσία και να μη δικαιούται άδεια αναψυχής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι στον ενάγοντα είχαν εκχωρηθεί δικαιώματα του εργοδότη, όπως η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επ' αυτού, η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης κλπ.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε τα αυτά ως άνω, δεν έσφαλε και ο σχετικός τρίτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι η εκκαλούσα Τράπεζα αρνήθηκε να χορηγήσει στον πρώτο εφεσίβλητο λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας αλλά και δραστηριότητας την ετήσια άδεια αναψυχής για τα έτη 2009 - 2011, που ήταν αποσπασμένος στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.), παρόλο που αυτός την ζητούσε, μάλιστα δε, μετά τη διακοπή της απόσπασής του με την από 13-6-2012 αίτησή του ζήτησε από την Τράπεζα να του χορηγήσει τις άδειες των ετών 2007 - 2011, επειδή όμως απαγορεύεται η μεταφορά της άδειας στο επόμενο από το έτος που έπρεπε να χορηγηθεί, η ανωτέρω αξίωση του πρώτου εφεσιβλήτου έχει την έννοια της καταβολής των αποδοχών της άδειας με την προσαύξηση 100%.

Οι αποδοχές της άδειας υπολογίζονται με βάση τις συνηθισμένες αποδοχές του χρονικού σημείου που θέτει ο νόμος ως τελευταίο όριο χορήγησης, δηλαδή της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους(άρθρο 1 Ν. 3302/2004). Ως προς το χρονικό διάστημα της άδειας το άρθρο 3 της από2-4-2008 Ε.Γ.Σ.Σ. προβλέπεται, επί παροχής πενθήμερης εργασίας, από 1-1-2008 για όσους έχουν συμπληρώσει 25 έτη υπηρεσίας, άδεια 26 εργασίμων ημερών (...).

Συνολικά ο ενάγων για αποδοχές άδειας δικαιούται το ποσό των 38.212,03 ευρώ (...)". 3.α. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ, "Ετήσια άδεια" ορίζει ότι : "1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες και/ή πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.".

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το δικαίωμα σε ετήσια άδεια με αποδοχές έχει διττό σκοπό, ο οποίος συνίσταται α) στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας, να αναπαυθεί από την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία έχει αναλάβει στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας του και β) να έχει στη διάθεσή του ένα χρονικό διάστημα αναψυχής και ψυχαγωγίας.

Ο σκοπός αυτός, που διακρίνει το δικαίωμα σε ετήσια άδεια μετ' αποδοχών από άλλους τύπους άδειας που υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εργαζόμενος προσέφερε πράγματι εργασία στον εργοδότη του και συνεπώς δικαιολογημένα χρειάζεται άδεια αναψυχής για να διασφαλισθεί η προστασία της υγείας και της ασφάλειάς του (ΔΕΕ απόφαση της 22-9-2022 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις .../20 και .../20, X.

κατά Fraport AG Frankfurt Airport Services Worldwide (.../20), και AR κατά ... (.../20), ...:EU:C:2022:707, σκέψεις 27 και 28). Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν ο εργαζόμενος δεν εργάσθηκε από λόγους που ήταν ανεξάρτητοι από τη θέλησή του (ασθένεια, ατύχημα, άδεια μητρότητας κ.λπ., πρβλ. και άρθρο 5 παράγραφος 4 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 132 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 24ης Ιουνίου 1970 "για ετήσιες άδειες με αποδοχές" (αναθεωρητική), ΔΕΕ απόφαση της 20-1-2009 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις .../06 και .../06, G.

S.-H. κατά D. R. B., και S. κ.λπ. κατά H. ‘M. R. and C., αντίστοιχα, ...:EU:C:2009:18, σκέψεις 38 και 41. Η απόφαση αυτή αντιμετώπισε ζήτημα απουσίας από την εργασία λόγω ασθένειας). Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του α. ν. 539/1945, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966 και η παράγραφος 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1937, συνάγονται τα ακόλουθα:

Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να λαμβάνουν μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις ανάλογες αποδοχές και το επίδομα άδειας. Η άδεια αυτή που αποκαλείται "κανονική άδεια" και απορρέει ευθέως από το νόμο, δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου.

Ο εργοδότης επιπλέον έχει υποχρέωση να παράσχει άδεια στον εργαζόμενο, ακόμη και αν ο μισθωτός δεν ζήτησε να λάβει άδεια αναψυχής. Η άδεια αυτή χορηγείται μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως υποβάλλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για να προσδιορισθεί η χρονική περίοδος κατά την οποία επιθυμεί να λάβει την άδεια.

Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Ο εργοδότης στην περίπτωση αυτή οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα είχε καταβάλει σε αυτόν, αν του είχε χορηγήσει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές μη ληφθείσης αδείας).

Αν ο εργοδότης δεν χορηγήσει την άδεια στον εργαζόμενο από πταίσμα του, ακόμη και από ελαφρά αμέλεια, οφείλει να καταβάλει σε αυτόν ως αστική ποινή τις αποδοχές άδειας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να λάβει την άδεια αναψυχής αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης δεν εκπλήρωσε τη συμβατική του αυτή υποχρέωση (ΟλΑΠ 7/2019).

Ο εργοδότης όμως, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 288 και 648 ΑΚ, έχει υποχρέωση να χορηγήσει στον εργαζόμενο άδεια αναψυχής με αποδοχές, μόνο αν τον απασχολεί και επομένως μπορεί πράγματι να τον απαλλάξει από την υποχρέωση να παράσχει εργασία σε αυτόν. Όταν η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει, ο εργοδότης δεν ευθύνεται έναντι του εργαζομένου από την αθέτηση της συμβατικής του αυτής υποχρέωσης, επειδή δεν είχε αντικειμενικά και ανυπαίτια τη δυνατότητα να την εκπληρώσει.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν ο εργαζόμενος μετά από πρωτοβουλία του εκλέγεται μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης, λαμβάνει για το λόγο αυτό συνδικαλιστική άδεια - σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παράγραφοι 2 και 4 ν. 1264/1982 - και αποσπάται στη συνέχεια στη συνδικαλιστική οργάνωση με σκοπό να παρέχει πλέον σε αυτή τις υπηρεσίες του οι οποίες συνίστανται στην προάσπιση και στην προαγωγή των συμφερόντων των εργαζομένων.

Ο εργαζόμενος-συνδικαλιστής στην περίπτωση αυτή απαλλάσσεται νόμιμα κατά τη διάρκεια της συνδικαλιστικής του άδειας από την υποχρέωση να παράσχει εργασία στον εργοδότη του. Η απαλλαγή αυτή επέρχεται υποχρεωτικά από το νόμο και είναι ανεξάρτητη από τη βούληση του εργοδότη. Ο εργοδότης, επομένως, επειδή ακριβώς δεν απασχολεί τον εργαζόμενο-συνδικαλιστή, δεν μπορεί αντικειμενικά να χορηγήσει σε αυτόν άδεια αναψυχής και επομένως δεν έχει και νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν - όσο διαρκεί η συνδικαλιστική του άδεια - τις αποδοχές της κανονικής του άδειας ή οποιοδήποτε άλλο χρηματικό ποσό ως αστική ποινή από τη μη χορήγησή της.

Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή έγινε δεκτή με τις υπ' αριθμό 433/1988 και 902/2017 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις αυτές ερμήνευσαν τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό, η πρώτη, με το άρθρο μόνο παράγραφος 20 Υ.Α. Εργασίας 18617/1982 (ΦΕΚ Β 601/1982) ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τραπεζών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983, ενώ, η δεύτερη, με το άρθρο 5 παράγραφος 10 της ΣΣΕ 13/2005 - που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16-5-2005 με την Υ.Α.

οικ 12401/2005 (ΦΕΚ 1135/Β/2005) -- και διέπει τις αποσπάσεις υπαλλήλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε συνδικαλιστικά όργανα του προσωπικού τους. Οι διατάξεις των δύο συλλογικών συμβάσεων εργασίας που προαναφέρθηκαν ρυθμίζουν με όμοιο τρόπο την απόσπαση υπαλλήλων τους σε συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η υπ' αριθμό 719/2013, ωστόσο, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δέχθηκε, αντίθετα, ότι από το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων προκύπτει ότι ο εργαζόμενος σε ασφαλιστική εταιρία που εκλέγεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της μπορεί να αξιώσει την άδεια αναψυχής με τις νόμιμες αποδοχές της από την εργοδότριά του και όχι από τη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία είχε αποσπασθεί, επειδή ο εργαζόμενος-συνδικαλιστής είχε καταρτίσει σύμβαση εργασίας με την ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία επομένως θεωρείται εργοδότριά του και κατά συνέπεια έχει υποχρέωση να καταβάλει η ίδια τις αποδοχές αδείας στον εργαζόμενο ο οποίος δεν έλαβε την κανονική του άδεια.

Με τον ίδιο τρόπο έκρινε και η υπ' αριθμό 889/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία μάλιστα δέχθηκε ότι "αποδοχές" κατά την έννοια της διάταξης που προαναφέρθηκε αποτελούν τόσο οι αποδοχές άδειας, όσο και οι αστικές ποινές που επιβάλλονται από την υπαίτια μη χορήγησή τους στον εργαζόμενο. Η απόσπαση τέλος συνδικαλιστικού στελέχους από την επιχείρηση στην οποία παρείχε την εργασία του στη συνδικαλιστική οργάνωση δεν ταυτίζεται ως προς τη νομοτυπική της μορφή με τη σύμβαση δανεισμού μισθωτού, όπως δέχθηκε και η υπ' αριθμό 902/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Η ίδια απόφαση δέχθηκε επιπλέον ότι ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να χορηγήσει στον εργαζόμενο-συνδικαλιστή τόσο αυτούσια την ετήσια κανονική του άδεια με τις νόμιμες αποδοχές, όσο και να καταβάλει σε αυτόν και τις επιπλέον χρηματικές, αστικές, ποινές, αν αυτή δεν χορηγηθεί στον εργαζόμενο, διότι έπαυσε πλέον να απασχολεί το μισθωτό ο οποίος μετά από αυτό απέχει νόμιμα από την εργασία του, επειδή έλαβε συνδικαλιστική άδεια, αποσπάσθηκε στη συνδικαλιστική οργάνωση και προφέρει έκτοτε σε αυτή τις υπηρεσίες του.

Η απόφαση μάλιστα που προαναφέρθηκε δεν διαφοροποιεί την ερμηνευτική αυτή θέση της ακόμη και υπό την εκδοχή ότι η απόσπαση εργαζομένου σε συνδικαλιστική οργάνωση μπορεί να θεωρηθεί σύμβαση δανεισμού εργαζομένου την οποία καταρτίζει ο εργοδότης με τη συνδικαλιστική οργάνωση με τη συναίνεση του μισθωτού.

Πράγματι με τη σύμβαση δανεισμού εργαζομένου - η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ - ο αρχικός εργοδότης αναλαμβάνει έγκυρα την υποχρέωση να παραχωρήσει την εργασία του μισθωτού σε ένα τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με το οποίο συμβάλλεται για το σκοπό αυτό. Ο τρίτος όμως, δηλαδή ο δευτερογενής εργοδότης, αποκτά αξίωση κατά του εργαζομένου για παροχή εργασίας μόνο με τη συναίνεση του μισθωτού.

Ο αρχικός εργοδότης - που προβαίνει στην παραχώρηση - είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο το μισθό και τις λοιπές παροχές που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, την οποία κατήρτισε με αυτόν. Παροχές αποτελούν και οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, οι οποίες καταβάλλονται, όταν ο μισθωτός λαμβάνει την ετήσια άδεια αναψυχής.

Ο αρχικός εργοδότης μπορεί βέβαια να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του αυτή, αν συμφωνήσει διαφορετικά με το δευτερογενή εργοδότη. Ο νέος, ωστόσο, αυτός εργοδότης, ο δευτερογενής, όπως δέχθηκαν ενδεικτικά οι ΑΠ 1002/201, ΑΠ 1160/2015, ΑΠ 1161/2015 και ΑΠ 1133/1981, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο όλες τις παροχές που απορρέουν από την εργασία του σε αυτόν κατά τη διάρκεια του δανεισμού του, όπως είναι οι παροχές από υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εργασία του κατά τις Κυριακές ή κατά τη νύκτα.

Με το δεδομένο όμως αυτό δεν υπάρχει λόγος ο δευτερογενής εργοδότης - ο οποίος μάλιστα ασκεί και το διευθυντικό δικαίωμα και φέρει την υποχρέωση πρόνοιας - να μην έχει ο ίδιος την υποχρέωση να χορηγήσει στον εργαζόμενο αυτούσια την άδεια αναψυχής και - σε περίπτωση που υπαίτια δεν τη χορηγήσει - να καταβάλει σε αυτόν και τις επιπλέον αστικές, χρηματικές, ποινές, επειδή πρόκειται για δικαίωμα του εργαζομένου και αντίστοιχη υποχρέωση του ως άνω εργοδότη η οποία επίσης ανακύπτει κατά τη διάρκεια του δανεισμού.

Το ίδιο επομένως πρέπει να ισχύει και όταν ο εργαζόμενος αποσπάται νόμιμα σε συνδικαλιστική οργάνωση, διότι τόσο στην περίπτωση αυτή, όσο και στο δανεισμό εργαζομένου, ο μισθωτός παρέχει εργασία σε τρίτο πρόσωπο και όχι στο πρόσωπο με το οποίο είχε καταρτίσει σύμβαση εργασίας. Ο εργοδότης εξάλλου μετά την απόσπαση του εργαζομένου του σε συνδικαλιστική οργάνωση - η οποία διαρκεί συνήθως μεγάλο χρονικό διάστημα - αδυνατεί εκ των πραγμάτων να εντάξει το συγκεκριμένο εργαζόμενο στον προγραμματισμό αδειών του προσωπικού του.

Ο προγραμματισμός μάλιστα αυτός είναι απαραίτητος για να εξασφαλίζεται και η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη. Οι ΑΠ 1240/2014 και 1162/2006 όμως δέχθηκαν, αντίθετα, ότι εργαζόμενοι που είχαν αποσπασθεί σε υπηρεσίες Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου για να παράσχουν εκεί τις υπηρεσίες τους δεν είχαν τέτοια αξίωση εναντίον του.

Οι δύο μάλιστα αυτές αποφάσεις δέχθηκαν ότι στις περιπτώσεις που είχαν κρίνει επρόκειτο για συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων. Ο νομικός ωστόσο αυτός χαρακτηρισμός δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή το ερμηνευτικό ζήτημα που προαναφέρθηκε ανακύπτει με όμοιο τρόπο και στις δύο περιπτώσεις. Στον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 666 ΑΚ, 1, 2, 5 παράγραφος 1 α.

ν. 539/1945 - όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3302/2004 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957 - 17 παράγραφος 2 εδάφιο γ και παράγραφος 4 ν. 1264/1982 και του άρθρου μόνου παράγραφος 20 Υ.Α. Εργασίας 18617/1982 (ΦΕΚ Β 601/1982) ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας - η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 2 Ν. 1346/1983 - και υπέπεσε επομένως στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή, μολονότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρείχε σε αυτή την εργασία του (και) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2007 έως και 31-12-2011, επειδή είχε εκλεγεί ήδη από 13-11-1995 μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων της με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.)" και έδρα την Αθήνα και έκτοτε είχε αποσπασθεί σε αυτή για να παράσχει εκεί τις υπηρεσίες του, υποχρέωσε την ίδια να καταβάλει σε αυτόν τις αποδοχές άδειας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, παρά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, αν ο εργαζόμενος - που μετά από πρωτοβουλία του έχει εκλεγεί μέλος διοικητικού συμβουλίου συνδικαλιστικής οργάνωσης - λάβει συνδικαλιστική άδεια από τον εργοδότη του και απαλλαγεί για το λόγο αυτό νόμιμα από την υποχρέωσή του να παράσχει εργασία σε αυτόν και στη συνέχεια αποσπασθεί σε συνδικαλιστική οργάνωση για να προωθεί τους σκοπούς της, δεν διατηρεί αξίωση κατά του εργοδότη του να λάβει αυτούσια άδεια αναψυχής ή, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, να αποζημιωθεί από τη μη χορήγησή της, επειδή ο εργοδότης μετά την απόσπαση δεν απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο και συνεπώς δεν μπορεί αντικειμενικά να παράσχει σε αυτόν και ελεύθερο χρόνο για την ανάπαυσή του.

Το παρόν Δικαστήριο - σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - δέχεται ομόφωνα ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 666 ΑΚ, 1, 2, 5 παράγραφος 1 του α.ν. 539/1945 - όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3302/2004 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957- 17 παράγραφος 2 εδάφιο γ και παράγραφος 4 ν. 1264/1982 και του άρθρου μόνου παράγραφος 20 Υ.Α.

Εργασίας 18617/1982 (ΦΕΚ Β 601/1982) ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας - η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 2 Ν. 1346/1983- προκύπτει ότι στην περίπτωση που ο εργαζόμενος - ο οποίος έχει εκλεγεί μετά από πρωτοβουλία του μέλος διοικητικού συμβουλίου συνδικαλιστικής οργάνωσης - λαμβάνει για το λόγο αυτό συνδικαλιστική άδεια από τον εργοδότη του και απαλλάσσεται συνεπώς νόμιμα από την υποχρέωσή του να παράσχει εργασία σε αυτόν και στη συνέχεια αποσπάται στη συνδικαλιστική οργάνωση για να διαφυλάττει και να προάγει τα συμφέροντα των εργαζομένων, δεν μπορεί να αξιώσει από τον εργοδότη του αυτούσια την ετήσια άδεια αναψυχής με τις αποδοχές της ή, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, αστική ποινή από τη μη χορήγησή της, επειδή ο εργοδότης του παύει πλέον να τον απασχολεί και συνεπώς δεν μπορεί αντικειμενικά να νοηθεί υποχρέωσή του να παράσχει σε αυτόν ελεύθερο χρόνο για την ανάπαυσή του (ΑΠ 902/2017, ΑΠ 433/1988).

Με το δεδομένο ωστόσο ότι για το ίδιο ζήτημα έχει εκδοθεί και η υπ' αριθμό 719/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου - η οποία δέχθηκε αντίθετα ότι από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο εργαζόμενος που εκλέγεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου συνδικαλιστικής οργάνωσης και αποσπάται σε αυτή για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν, μπορεί να αξιώσει την άδεια αναψυχής με τις νόμιμες αποδοχές της από την εργοδότριά του, επειδή με αυτή είχε καταρτίσει και εξακολουθεί να συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι από τη συνδικαλιστική οργάνωση (αλλά και οι σχετικές ΑΠ 889/2017, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 1162/2006 που έκριναν ομοίως επί αναλόγων περιπτώσεων) παρίσταται ανάγκη να παραπεμφθεί για την ενότητα της νομολογίας ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου - σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παράγραφος 2 εδάφιο γ ΚΠολΔ και 27 παράγραφοι 2 στοιχεία β και δ ν. 4932/2022) - με σκοπό να επιλυθεί το νομικό ζήτημα που προαναφέρθηκε και, συγκεκριμένα, αν εργοδότης που είχε καταρτίσει και εξακολουθεί να συνδέεται με τον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά δεν τον απασχολεί πραγματικά, διότι ο εργαζόμενος απαλλάχθηκε νόμιμα από την υποχρέωσή του να παράσχει εργασία σε αυτόν, επειδή μετά από πρωτοβουλία του εξελέγη μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης, έλαβε για το λόγο αυτό νόμιμα συνδικαλιστική άδεια και αποσπάσθηκε στη συνέχεια στη συνδικαλιστική οργάνωση για τη διαφύλαξη και προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων έχει ή όχι την υποχρέωση να χορηγεί σε αυτόν αυτούσια την άδεια αναψυχής ή σε περίπτωση που δεν τη χορηγήσει από υπαιτιότητά του αν έχει ή όχι υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις νόμιμες αστικές, χρηματικές, ποινές (άρθρα 648, 651, 666 ΑΚ, 1, 2, 5 παράγραφος 1 α.ν. 539/1945 - όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3302/2004 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957). 3.β.

Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (...)". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ισχυρισμός συνεπώς πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Πρέπει επιπλέον να αναφέρεται τόσο ο χρόνος, όσο και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός [...] ( ΑΠ 241/2022).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με αναίρεση απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων-εκκαλών πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ότι επιπλέον τον είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο ή με πρόσθετο λόγο έφεσης, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 491/2021).

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1 δ ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις προτάσεις που κατατέθηκαν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση η προφορική πρόταση των ισχυρισμών η οποία, επειδή έγινε κατά τη συζήτηση, σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις προτάσεις που κατατέθηκαν (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022). 3.γ. Από τις διατάξεις εξάλλου των άρθρων 287, 335 έως 337 και 362 έως 364 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας να εκπληρωθεί υποχρέωση προς παροχή από σύμβαση - ανεξάρτητα αν η αδυναμία είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, ολική ή μερική - όπως είναι και η υποχρέωση για χορήγηση αυτούσιας της ετήσιας άδειας αναψυχής στον εργαζόμενο από τον εργοδότη του στα πλαίσια λειτουργίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας - αν η αδυναμία εκπλήρωσης είναι αρχική, υπήρχε, δηλαδή, κατά τη γένεση της ενοχής, επιφέρει, ανάλογα, την ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή.

Ο οφειλέτης στην περίπτωση αυτή οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητά του ότι η παροχή ήταν αδύνατη. Αν η αδυναμία παροχής είναι επιγενόμενη, δηλαδή, αν δεν υπήρχε, όταν καταρτίσθηκε η σύμβαση, αλλά ανέκυψε μεταγενέστερα, συνεπάγεται και πάλι ανάλογη απαλλαγή του οφειλέτη από την υποχρέωσή του υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης αποδεικνύει την έλλειψη της υπαιτιότητάς του σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 330 και 336 ΑΚ (ΑΠ 497/2010, ΑΠ 1811/2007).

Η υπαιτιότητα του εργοδότη στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί προϋπόθεση για να δημιουργηθεί η αξίωση του εργαζομένου εναντίον του. Αντίθετα ο εργοδότης, όταν ενάγεται από τον εργαζόμενο προς εκπλήρωση συμβατικής του υποχρέωσης, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη της υπαιτιότητάς του σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 1 ΚΠολΔ.

Η έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη (οφειλέτη) θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αξίωσης που ασκείται με την αγωγή (πρβλ. ΑΠ 692/2020). Κατά την έννοια εξάλλου του άρθρου 2 εδάφιο α της υπ' αριθμό 1 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στις 29-10-1919, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2269/1920 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος Ουάσιγκτον, "διευθύνων" υπάλληλος θεωρείται το πρόσωπο που έχει εξαιρετικά προσόντα, όπως εμπορική ή τεχνική εξειδίκευση, ή είναι πρόσωπο ιδιαίτερης εμπιστοσύνης στο οποίο ο εργοδότης αναθέτει καθήκοντα διεύθυνσης όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της, όπως και εποπτείας του προσωπικού της.

Ο "διευθύνων" υπάλληλος, επειδή ακριβώς διαθέτει τα προσόντα που προαναφέρθηκαν, επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης και διακρίνεται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους για το λόγο ότι ασκεί και εργοδοτικά καθήκοντα, όπως είναι η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού.

Το ίδιο πρόσωπο περαιτέρω διαθέτει πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών του εργοδότη, αναλαμβάνει μάλιστα και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων και αμείβεται συνήθως με μισθό υψηλότερο από τον ελάχιστο νόμιμο μισθό τον οποίο λαμβάνουν οι λοιποί εργαζόμενοι στην επιχείρηση.

Ο "διευθύνων" υπάλληλος, αν και δεν παύει να είναι εργαζόμενος, εξαιρείται από την εφαρμογή - εκτός άλλων και - των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας οι οποίες δεν συμβιβάζονται με τη εξέχουσα θέση που κατέχει στην επιχείρηση του εργοδότη του, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας αδείας αναψυχής (άρθρα 1, 2, 3, 5 α.

ν. 539/1945, ΦΕΚ Α` 229/6-9-1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, ΦΕΚ Α ' 57/14.3.1966). Η εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τον αυξημένο μισθό που λαμβάνει. Δεν είναι όμως απαραίτητο να συντρέχουν όλες οι περιστάσεις που προαναφέρθηκαν για να χαρακτηρισθεί ό εργαζόμενος "διευθύνων" υπάλληλος, επειδή η ιδιότητα αυτή - ανεξάρτητα από το αν ο εργαζόμενος κατέχει ή όχι κάποια διευθυντική θέση ή αν αποκαλείται στέλεχος - αποδίδεται σε αυτόν με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, της κοινής πείρας και της λογικής και από τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρέχει στην επιχείρηση.

Τα στοιχεία αυτά αξιολογούνται ενιαία σε συνδυασμό και με την ιδιάζουσα σχέση του εργαζομένου με τον εργοδότη και τους λοιπούς εργαζόμενους (...). Ο εργοδότης έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί και - σε περίπτωση αμφισβήτησης - να αποδείξει την ιδιότητα του εργαζομένου ως "διευθύνοντος" υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 474/2021). 3.δ.

Στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 336, 648, 651, 666 ΑΚ, 1, 2, 5 παράγραφος 1 α.ν. 539/1945 - όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3302/2004 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957 - 17 παράγραφος 2 εδάφιο γ και παράγραφος 4 ν. 1264/1982 και του άρθρου μόνου παράγραφος 20 Υ.Α.

Εργασίας 18617/1982 (ΦΕΚ Β 601/1982) ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας - η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 Ν. 1346/1983 και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και πρέπει επομένως να αναιρεθεί, επειδή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση που είχε προβάλει ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχε υποχρέωση να χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο την ετήσια άδεια αναψυχής με τις αποδοχές άδειας, ο αναιρεσίβλητος ως εκλεγμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της είχε απαλλαγεί νόμιμα από την υποχρέωσή του να παράσχει εργασία στα καταστήματά της και συνεπώς η ίδια, επειδή δεν τον απασχολούσε, δεν είχε την πραγματική δυνατότητα να παράσχει σε αυτόν κατά την επίδικη περίοδο αυτούσια την άδεια αναψυχής με τις αποδοχές της με αποτέλεσμα να υποχρεώσει τελικά την ίδια να καταβάλει σε αυτόν τις επίδικες παροχές, μολονότι η αδυναμία της αυτή οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη. 3.ε.

Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την απόφαση που προσβάλλεται παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 εδάφιο α της υπ' αριθμό 1 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στις 29-10-1919 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2269/1920, 648, , 666, 667 παρ. 1 ΑΚ, 1, 2, 3,4 και 5 παράγραφος 1 α.

ν. 539/1945 - όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3302/2004 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. 3755/1957 - 17 παράγραφος 2 εδάφιο γ και παράγραφος 4 ν. 1264/1982 και του άρθρου μόνου παράγραφος 20 Υ.Α. Εργασίας 18617/1982 (Φ.Ε.Κ. Β 601/1982) ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας - η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 Ν. 1346/1983) - και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, επειδή με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-συνδικαλιστής δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν για να χαρακτηρισθεί διευθύνων υπάλληλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης και επομένως εσφαλμένως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση που είχε προβάλει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως εκκαλούσα-εναγομένη ότι ο αναιρεσίβλητος, εφεσίβλητος-ενάγων, συνδικαλιστής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του στη συνδικαλιστική οργάνωση ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και, ειδικότερα, ως Α' Αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.

και συνεπώς μόνη η ιδιότητά του αυτή αρκούσε σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν να χαρακτηρισθεί διευθύνων υπάλληλος και να μην μπορεί για το λόγο αυτό να αξιώσει από αυτή τις επίδικες παροχές. Οι δύο λόγοι αναίρεσης που προαναφέρθηκαν είναι αόριστοι και πρέπει συνεπώς να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 111 παρ. 2 και 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ), επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει - και μάλιστα παραδεκτά - ως εναγομένη τις δύο αυτές ενστάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με καταχώρισή τους στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, αφού η υπόθεση είχε δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσείουσα εκθέτει βέβαια στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι είχε προβάλει τις ενστάσεις αυτές ως εκκαλούσα με το δεύτερο και τον τρίτο, αντίστοιχα, λόγο της έφεσής της την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η αναφορά όμως αυτή δεν είναι αρκετή για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, επειδή η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να είχε εκθέσει στο αναιρετήριο, επιπλέον, και το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο είχε προβάλει ως εναγομένη τις ενστάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος εναντίον της (άρθρα 591 παρ. 1 και 240 ΚΠολΔ, ΑΠ 775/2023). 4.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (...) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση (...) ουσιαστικού (...) δικαιώματος που ασκήθηκε (...) ως επιθετικό (...) μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής [...]. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 9/2023).

Ο αναιρετικός επομένως αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν προβάλλονται νομικώς αδιάφοροι ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 163/1994). Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την απόφαση που προσβάλλεται παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 106, 216 παράγραφος 1 α και γ και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 648 και 666 ΑΚ - και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ότι η ίδια ως αρχική εργοδότρια του αναιρεσιβλήτου είχε καταρτίσει με τη συνδικαλιστική οργάνωση - και τη σιωπηρή συναίνεση του αναιρεσιβλήτου - σύμβαση δανεισμού εργασίας (άρθρα 361, 648 και 666 ΑΚ), μολονότι ο αναιρεσείων στην από 9-8-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1338897-3799/9-8-2012 αγωγή του (και) εναντίον της είχε εκθέσει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 είχε αποσπασθεί από αυτή και παρείχε ως συνδικαλιστής τις υπηρεσίες του στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού της και όχι ότι είχε καταρτίσει με τη συνδικαλιστική οργάνωση σύμβαση δανεισμού εργαζομένου με συνέπεια να υποχρεώσει την ίδια να καταβάλει σε αυτόν τις επίδικες παροχές παρά το γεγονός ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση από το νόμο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, επειδή το ουσιώδες στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα είναι αν η αναιρεσείουσα είχε ή όχι νόμιμη υποχρέωση να παράσχει στον αναιρεσίβλητο κατά την επίδικη περίοδο αυτούσια την άδεια και τις νόμιμες αποδοχές άδειας αναψυχής ή - σε περίπτωση που δεν χορηγείτο σε αυτόν την άδεια από υπαιτιότητά τις ίδιες αποδοχές προσαυξημένες στο διπλάσιο.

Η έννομη αυτή συνέπεια όμως μπορεί να επέλθει ή να μην επέλθει σε βάρος της αναιρεσείουσας είτε θεωρηθεί ότι η ιστορική βάση της αγωγής πράγματι μπορούσε να υπαχθεί στις διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση δανεισμού εργαζομένου (άρθρα 361, 648 και 666 ΑΚ), όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, είτε, αντίθετα, γίνει δεκτό ότι επρόκειτο για απόσπαση εργαζομένου σε συνδικαλιστική οργάνωση για την προσφορά υπηρεσιών σε αυτή η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 παράγραφος 2 εδάφιο γ και παράγραφος 4 ν. 1264/1982 και του άρθρου μόνου παράγραφος 20 Υ.Α.

Εργασίας 18617/1982, Φ.Ε.Κ. Β 601/1982, ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 2 Ν. 1346/1983, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα. 5. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση (...) με τις προτάσεις (...) που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επικυρώθηκε από την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η οποία αναιρέθηκε, επειδή μετά την επικύρωσή της η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που αναιρέθηκε (ΑΠ 531/2004).

Η αναιρεσείουσα τέλος στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 30-10-2023 εκθέτει ότι σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 1322/21-6-2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 2299/7-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - κατέβαλε εκουσίως στον αναιρεσίβλητο συνολικό ποσόν 68.176,48 Ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και για το λόγο αυτό αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Το παρόν Δικαστήριο ωστόσο θα αποφανθεί επί της αιτήσεως, αφότου εκδοθεί απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, όπως αναφέρεται και στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο ως προς το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο και τρίτο λόγο της από 27-4-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../4-5-2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 2299/7-5-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος για την επίλυση του νομικού ζητήματος το οποίο ανέκυψε κατά την έρευνα της βασιμότητάς του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο υπό στοιχείο "3.α" του σκεπτικού της απόφασης Επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί της από 30-10-2023 αιτήσεως για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση - την οποία υπέβαλε η αναιρεσείουσα - μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου επί του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ