Legislator Case Law & Legislation
834/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of supporting claim and failure to prove lower court ignored evidence.

Case Number 834/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and wife against the First Instance Court of Rodos. The appellants argued the Court of Appeal failed to consider specific documents and evidence submitted during the trial. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants did not submit the specific claim supporting their argument in the appeal petition, nor did they identify the factual assumptions relied upon by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to submit the specific claim supporting the appeal ground or fails to identify the factual assumptions relied upon by the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal missing supporting claim failure to specify facts Code of Civil Procedure evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 191 paragraph 2 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 8b of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 11g of Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. (επώνυμο) Ρ. του Τ., κατοίκου Σ. Ρ. και 2) Ε. συζύγου Χ. Ρ., το γένος Ν. Ρ. Χ.., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανεστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... "...."", που εδρεύει στη ……και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. (επώνυμο) Κ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος ομόδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 3233Β/20-1-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Α.

Σ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την επ` αυτής πράξη ορισμού της δικασίμου 25-10-2021 με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά στο πινάκιο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών (άρθρ. 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1487/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι, προς εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ αυτών (εναγόντων) και της εναγομένης (πρώτης αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρίας σύμβασης πώλησης των καπνών παραγωγής 2005, προσήλθαν την 03.06.2006 στο Αναγνωρισμένο Κέντρο Αγοράς της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, στο Κικίδιο Ν.

Ροδόπης, προκειμένου να παραδώσουν τα καπνά τους και ότι κατά τη διαδικασία παράδοσης, όμως, ο πρώτος εξ αυτών, που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης, εγκλωβίστηκε από τις ενέργειες του δευτέρου εναγόμενου (δευτέρου αναιρεσιβλήτου), προστηθέντος από την πρώτη εναγομένη, από την καθυστερημένη κλήση τους στην παράδοση της παραγωγής, εκτός νόμιμης προθεσμίας, η οποία έληξε στις 30-5-2006, από τη μη τήρηση της διαδικασίας ζύγισης και δειγματοληπτικού ελέγχου από την προβλεπόμενη τριμελή επιτροπή (αποτελούμενη από την εναγόμενη, εκπρόσωπο της Δ/νσης Καπνού της Νομαρχίας Ροδόπης και εκπρόσωπο της Κοινοπραξίας Παραγωγών στην οποία οι ενάγοντες ανήκουν), την οποία υποκατέστησε μόνος ο ανωτέρω προστηθείς από την πρώτη εναγόμενη, ο οποίος όρισε μόνος την τιμή στο ποσό των 0,50 ευρώ ανά κιλό, υποβαθμίζοντας αυτήν κατά 3,50 ευρώ ανά κιλό, σε σχέση με την υποσχεθείσα από τον Φεβρουάριο 2006 αλλά και την μέση τιμή αγοράς για τα καπνά παραγωγής έτους 2005, καθώς και από την παράδοση των ζυγολογίων της παραδοθείσας παραγωγής τους πλαστογραφημένων ως προς την υπογραφή αυτών, ως πωλητών των καπνών, και του εκπροσώπου της Νομαρχίας, με αποτέλεσμα, ο πρώτος ενάγων να παρεμποδιστεί να ασκήσει ένσταση κατά της καθορισθείσας ως άνω τιμής, η οποία θα ήταν επιτυχής και θα καθοριζόταν από την επιτροπή το ανωτέρω υποσχεθέν τίμημα, και έτσι να υποστούν αμφότεροι την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν: α) στον πρώτο ενάγοντα: 1) το ποσό των 2.471,00 ευρώ (3,5 ευρώ Χ 706), ως διαφυγόντα κέρδη της, που αντιστοιχεί στη διαφορά του εισπραχθέντος ποσού των 0,50 ανά κιλό των παραδοθέντων από αυτόν 706 κιλών με την ανωτέρω υποσχεθείσα και μέση τιμή αγοράς, 2) το ποσό των 934,87 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη, λόγω της απώλειας της νόμιμης και δικαιούμενης μεταβλητής επιδότησης, καθώς για τα ανωτέρω παραδοθέντα καπνά έλαβε 135,13 ευρώ αντί των 1.070,00 ευρώ, που θα λάμβανε, και 3) το ποσό των 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, και β) στην δεύτερη ενάγουσα: 1) το ποσό των 3.104,50 ευρώ (3,50 Χ 887) ως διαφυγόντα κέρδη, που αντιστοιχεί στη διαφορά του εισπραχθέντος ποσού των 0,50 ανά κιλό των παραδοθέντων απ' αυτήν 887 κιλών με την ανωτέρω υποσχεθείσα και μέση τιμή αγοράς, 2) το ποσό των 1.176,00 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη, λόγω της απώλειας της νόμιμης και δικαιούμενης μεταβλητής επιδότησης, καθώς για τα ανωτέρω παραδοθέντα καπνά έλαβε 168,00 ευρώ αντί των 1.176,00 ευρώ, που θα λάμβανε και 3) το ποσό των 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων.

Μ' αυτό το περιεχόμενο το με στοιχείο α2 αίτημα του πρώτου εναγόμενου και β2 της δεύτερης εναγόμενης, είναι αόριστο διότι δεν προσδιορίζουν τον τρόπο υπολογισμού της μεταβλητής επιδότησης ούτε και ποια συγκεκριμένα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη από την αρμόδια αρχή που χορηγεί την επιδότηση. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο ως αόριστο για τον παραπάνω λόγο, ήτοι λόγω μη αναφοράς των ανωτέρω προσδιοριστικών στοιχείων, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι α) η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1028/2021, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 632/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες, Χ. Ρ. του Τ. και Ε. σύζυγος Χ. Ρ., το γένος Ν. Ρ. Χ.. (αναιρεσείοντες), είναι καπνοπαραγωγοί και έχουν ποσόστωση στην περιοχή Σώστη Νομού Ροδόπης.

Το έτος 2006 συμβλήθηκαν, ως μέλη της Ομάδας Καπνοπαραγωγών με την επωνυμία "...", με την πρώτη εναγόμενη Ανώνυμη ... Εταιρία με την επωνυμία "...." (πρώτη αναιρεσίβλητη),... η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο εμπορίας καπνού, με σύμβαση καλλιέργειας, προκειμένου να της μεταβιβάσουν λόγω πωλήσεως τη συγκομιδή τους σε καπνό εσοδείας του έτους 2005, ποικιλίας "..."...

Σύμφωνα με την τελευταία (σύμβαση), οι παραγωγοί ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν στην εναγόμενη εταιρία το σύνολο της ποσότητας του καπνού τους που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης αυτής στα Αναγνωρισμένα Κέντρα Αγοράς (ΑΚΑ) Καπνού της εταιρίας και η καπνική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε κάθε παραγωγό της ως άνω Ομάδας τιμή αγοράς ανάλογη με την ποιοτική σύνθεση του καπνού τους.

Καταληκτική ημερομηνία για την συγκεκριμένη παράδοση - παραλαβή ορίστηκε, σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, η 30.04.2006, ωστόσο, μεταφέρθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μέχρι την 30.05.2006, με δυνατότητα παράτασης αυτής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου και ζυγίσεως του καπνού που θα παραδίδονταν από τους παραγωγούς στα Αναγνωρισμένα Κέντρα Αγοράς καπνού εντός της ως άνω ημερομηνίας...

Περί τα τέλη Φεβρουάριου του έτους 2006, πραγματοποιήθηκε δειγματοληπτικός έλεγχος του καπνού των εναγόντων παραγωγών από την πρώτη εναγόμενη καπνική εταιρία, κατά τα προβλεπόμενα από την ανωτέρω σύμβαση, προκειμένου να βαθμολογηθεί η ποιότητά του, ωστόσο, ουδόλως προέκυψε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, η εναγόμενη εταιρία τους γνωστοποίησε ότι ελάχιστη ενδεικτική τιμή αυτού θα ήταν ανώτερη των 2,5 ευρώ ανά κιλό...

Επομένως, ως εκ προοιμίου, εφόσον δεν προέκυψε ότι υπήρξε συμφωνία για το τίμημα το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006, δεν στοιχειοθετείται αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης από πλευράς των εναγομένων, συνακόλουθα, ούτε παράβαση των συναλλακτικών ηθών. Περαιτέρω, γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες, η τιμή ανά κιλό του καπνού τους για την συγκομιδή του έτους 2005, μέσω του υπεύθυνου μεσίτη της περιοχής τους, περί της 20ης Μαΐου του έτους 2006, την οποία (τιμή), η εναγόμενη εταιρία αξιολόγησε σε 0,50 ευρώ ανά κιλό.

Δηλαδή, την τιμή αυτή την γνώριζαν οι ενάγοντες πριν την παράδοση του καπνού τους, παρά τα όσα αντίθετα με την αγωγή τους αβάσιμα υποστήριξαν, ότι δηλαδή ενημερώθηκαν για την χαμηλή τιμή των 0,50 ευρώ το πρώτον κατά τη ζύγιση του καπνού τους, μη έχοντας περιθώριο να αντιδράσουν, κατά τα όσα προαναφέρθηκαν.

Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι οι ενάγοντες, την 03.06.2006, προσήλθαν στο Αναγνωρισμένο Κέντρο Αγοράς της πρώτης εναγόμενης εταιρίας στο Κικίδιο Ν. Ροδόπης, προκειμένου να παραδώσουν τα καπνά τους εσοδείας έτους 2005, ως είχαν συμφωνήσει. Προηγήθηκε, ασφαλώς, η ζύγιση της ποσότητας του καπνού τους αυτού από τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ροδόπης, Ε.

Α., επακολούθησε έλεγχος του καπνού από τον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο), υπάλληλο της πρώτης εναγομένης εταιρίας, παρουσία του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας (συζύγου του), ακολούθως παραδόθηκαν στον πρώτο ενάγοντα τα από 30.05.2006 και με αριθμούς ...

και ... ζυγολόγια, σύμφωνα με τα οποία η εμπορική αξία του καπνού που παρέδωσε ανήλθε στο ποσό των 352,65 ευρώ για τον ίδιο και στο ποσό των 423,80 ευρώ, προς 0,50 ευρώ το κιλό για τη σύζυγο του. Τα ως άνω έγγραφα φέρονται ως υπογεγραμμένα από τρία άτομα, συγκεκριμένα, από τον δεύτερο εναγόμενο, Κωνσταντίνο Σ. του Γεωργίου, εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης καπνικής εταιρίας, από τον αρμόδιο για τον έλεγχο Α.

Ε. του Α., καθώς και από τον εκάστοτε πωλητή, εν προκειμένω δε από τους ενάγοντες, οι οποίοι, μάλιστα, ισχυρίζονται (με την υπό κρίση αγωγή τους) ότι στα ανωτέρω ζυγολόγια έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή τους, χωρίς τη συναίνεσή τους, και εν αγνοία τους ο δεύτερος εναγόμενος, προστηθείς από την πρώτη εναγόμενη εταιρία.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε... Μάλιστα, ο... δεύτερος εναγόμενος..., δυνάμει της υπ' αριθμ. 721/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, κρίθηκε αθώος για την πράξη της πλαστογραφίας, και δη του ότι: "...έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος Χ.

Ρ...., στο φερόμενο με ημερομηνία κατάρτισης 30.05.2009 με κωδικό αριθμό ... και ... ζυγολόγιο στη θέση "πωλητής ή εκπρόσωπος", με σκοπό να παραπλανήσει τον εκπρόσωπο της ομάδας καπνοπαραγωγών και τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης - Έβρου, ότι δήθεν καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση πώλησης ποσότητας 706 κιλών καπνού ποικιλίας "Μπασμά" μεταξύ του εγκαλούντος και της εταιρίας με την επωνυμία "...

Ν. Γλεούδης Α.Ε." και να παραλάβει για λογαριασμό της την παραπάνω ποσότητα καπνού"... Κατά την επίμαχη περίοδο για τα καπνά της περιοχής που αγοράστηκαν από την πρώτη εναγόμενη καπνική εταιρία, εσοδείας 2005, δόθηκε σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις η τιμή των 0,50 ευρώ ανά κιλό, ενδεικτικά, από τους 25 καπνοπαραγωγούς οι οκτώ εισέπραξαν την παραπάνω τιμή, ένας εξ αυτών 0,42 ευρώ ανά κιλό, δύο παραγωγοί 0,60 ευρώ ανά κιλό, τρεις 2,50 ευρώ, ένας 3,01 ευρώ, κλπ, κανείς, ωστόσο από αυτούς δεν πήρε την τιμή των 4 ευρώ ανά κιλό,....

Επομένως, εφόσον,... ουδόλως προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, Κωνσταντίνος Σ.ς, προστηθείς της πρώτης εναγόμενης, Ανώνυμης Καπνικής Βιομηχανικής Εμπορικής Τουριστικής Εξαγωγικής Εταιρίας, με την επωνυμία "..." έθεσε κατά απομίμηση την υπογραφή του στα επίδικα ζυγολόγια, θα πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων άρθρων 513, 914, και 932 του Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν στοιχειοθετείται ενδοσυμβατική ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων και, επίσης, ότι δεν ενήργησαν αυτοί, στο πλαίσιο της συναφθείσας σύμβασης καλλιέργειας, κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών.

Ειδικότερα, δικαιολογούν το πόρισμα αυτό και συνακόλουθα την απόρριψη της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι δεν συνήφθη το μήνα Φεβρουάριο 2006 συμφωνία μεταξύ των αναιρεσειόντων και της πρώτης αναιρεσίβλητης ότι η ελάχιστη τιμή αγοράς του καπνού θα ήταν ανώτερη των 2,5 ευρώ ανά κιλό, β) ότι η τιμή ανά κιλό του καπνού τους, για την συγκομιδή του έτους 2005, ανερχόμενη σε 0,50 ευρώ ανά κιλό, γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες, μέσω του υπεύθυνου μεσίτη, κατά τις 20-5-2006, και ότι, έτσι, αυτοί γνώριζαν την ως άνω τιμή πριν την παράδοση του καπνού τους στις 3-6-2006, οπότε προσήλθαν προς τούτο, στο Αναγνωρισμένο Κέντρο Αγοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης, και αβασίμως υποστήριξαν με την αγωγή τους ότι ενημερώθηκαν για την χαμηλή τιμή των 0,50 ευρώ το πρώτον κατά τη ζύγιση του καπνού τους, μη έχοντας περιθώριο να αντιδράσουν, δ) ότι κατά τη διαδικασία παράδοσης προηγήθηκε η ζύγιση της ποσότητας του καπνού από τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ροδόπης, επακολούθησε έλεγχος του καπνού από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, υπάλληλο της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρουσία του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσείουσας, και ακολούθως παραδόθηκαν σ' αυτόν τα από 30.05.2006 και με αριθμούς ...

και ... ζυγολόγια, σύμφωνα με τα οποία η εμπορική αξία του καπνού που παρέδωσε ανήλθε, με 0,50 ευρώ το κιλό, στο ποσό των 352,65 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα και στο ποσό των 423,80 ευρώ, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, δ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, προστηθείς για την παραλαβή του καπνού από την πρώτη αναιρεσίβλητη, έθεσε στα ανωτέρω ζυγολόγια κατ' απομίμηση την υπογραφή του αναιρεσείοντος ως πωλητή και εκπροσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του και εν αγνοία του.

Στις ανωτέρω παραδοχές ενυπάρχει και η παραδοχή περί αβασιμότητας του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί παρεμπόδισης άσκησης από αυτούς ένστασης ως προς την τιμή του παραδοθέντος καπνού. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ποια διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και για την εφαρμογή της οποίας δεν περιέχονται επαρκείς αιτιολογίες, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και πως τα επικαλούμενα συνδέονται με το διατακτικό.

Κατά τα λοιπά, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις περί της αποδεικτικής αξίας και βαρύτητας των επικαλούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε ότι αυτοί γνώριζαν την τιμή των 0,50 ευρώ και ότι την είχαν αποδεχθεί εκ των προτέρων, καθώς και περί μη λειτουργίας της από το νόμο οριζόμενης για τη ζύγιση και παράδοση των καπνών επιτροπής, κατά το μέρος που επιχειρείται ενίσχυση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της προστηθέντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη, συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, και υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως αυτού, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 752/2017).

Συνακόλουθα τούτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αρ. 1).

Έτσι, αν στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση του νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 842/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι με την αιτιολογία "...Προηγήθηκε, ασφαλώς, η ζύγιση της ποσότητας του καπνού τους αυτού από τον αρμόδιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ροδόπης, Ε.

Α., επακολούθησε έλεγχος του καπνού από τον δεύτερο εναγόμενο, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης εταιρίας, παρουσία του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης (συζύγου του), ακολούθως παραδόθηκαν στον πρώτο ενάγοντα τα από 30.05.2006 και με αριθμούς ... και ... ζυγολόγια, σύμφωνα με τα οποία η εμπορική αξία του καπνού που παρέδωσε ανήλθε στο ποσό των 352,65 ευρώ για τον ίδιο και στο ποσό των 423,80 ευρώ, προς 0,50 ευρώ το κιλό για τη σύζυγο του", χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον, αν όντως είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων στην τιμή των 0,50 ανά κιλό, δεν υπήρχε λόγος να διαφωνήσουν εκ των υστέρων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δικαστήριο, καίτοι σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση μαρτυρικές καταθέσεις υπήρξε διαμαρτυρία των αναιρεσειόντων για την ορισθείσα τιμή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο γεγονός δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας.

Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021), ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018), όπως η ομολογία (ΑΠ 19/2021, ΑΠ 1324/2021, ΑΠ 1276/2011), τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 226/2016).

Ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα όταν μ' αυτόν υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 19/2004). Ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτό το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 1020/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1186/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς που πρότειναν με σχετικό λόγο έφεσης και τεκμηριωμένους με επίκληση των κάτωθι προσκομισθέντων εγγράφων:

α) την ομολογία του Ε. Α. στην προανακριτική εξέτασή του, ότι "στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γνωρίζω ποιος υπέγραψε το ζυγολόγιο γιατί δεν ήμουν παρών", εκθέτοντας ότι τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του ότι ο συγκεκριμένος ήταν απών κατά την παράδοση των καπνών και ότι δεν λειτούργησε η τριμελής επιτροπή και δεν μπορούσαν οι αναιρεσείοντες να ασκήσουν ένσταση κατά της ορισθείσας από τον προστηθέντα από την πρώτη εναγόμενη τιμής μονάδας καπνού, β) την ομολογία του δεύτερου αναιρεσίβλητου, στην από 21-12-2009 προανακριτική κατάθεσή του, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας "τον Α. ...

δεν τον θυμάμαι ... τον Χ. Ρ., όπως σας είπα, δεν ξέρω αν υπέγραψε αυτός ή εκπρόσωπός του", γ) το επικυρωμένο αντίγραφο προανακριτικής έκθεσης ογδόντα (80) δειγμάτων υπογραφών, που λήφθηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα, στις 4-10-2006, ενώπιον του Πταισματοδίκη, από τα οποία εμφαίνεται ότι δεν έχει τεθεί η υπογραφή του στα ένδικα ζυγολόγια και όπως αποδείχθηκε ο εκπρόσωπος της Πολιτείας ήταν απών και ότι κανένας δεν ενθυμείται να υπογράφει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, και δ) τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα αντίγραφα ζυγολογίου με τα οποία οι αναιρεσείοντες πώλησαν καπνά της παραγωγής τους, στην εταιρία με την επωνυμία "...." με τιμή 4,2 ευρώ ανά κιλό.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο αγωγικός ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αυτό αναίρεσης και όπως ακριβώς προτάθηκε με σχετικό λόγο έφεσης, τον οποίο φέρεται ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ενώ ενδεχόμενη μη λήψη των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αρ. 11 γ του άρ. 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αυτά παραπάνω έγγραφα, που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του, ως έχοντα ουσιώδη επιρροή στη δίκη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι στην απόφαση γίνεται ειδική μνεία για μερικά από τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, όπως η έκθεση προανακριτικής εξέτασης του Ε.

Α. και η από 21-12-2009 προανακριτική κατάθεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 183, 191 παρ. 2 και 176 του ΚΠολΔ), λόγω της ήττας τους, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, διότι δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε και, συνεπώς, ελλείπει σχετικό αίτημα αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2020 αίτηση αναίρεσης των 1) Ρ. (όνομα) Χ. (επώνυμο) του Τ. και Μ., και 2) Ε. συζύγου Χ. Ρ., το γένος Ν. Ρ. Χ.., κατά της με αριθμ. 81/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ