Legislator Case Law & Legislation
834/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to raise invalidity argument in first instance.

Case Number 834/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a lease contract dispute. The appellant argued that the lower court distorted evidence proving the contract's invalidity due to lack of ministerial approval, but this argument was not raised in the initial lawsuit. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to substantiate the invalidity claim in the first instance, rendering the new argument procedurally barred.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 11γ' of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on the invalidity of a contract is inadmissible if not raised in the original lawsuit, as it constitutes a new claim rather than a correction of the first instance judgment.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal failure to raise argument contract invalidity procedural bar ministerial approval

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 11γ' of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item ε' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Αλεξανδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο Ναυπλίου", που εδρεύει στο Ναύπλιο Αργολίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο - Μιχαήλ Ευστρατίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 734/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 302/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-8-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη, από 10-8-2018 και με αριθμ. κατάθεσης 53/2018 αίτηση αναίρεσης, προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμό 302/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου (Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Ναυπλίου), την από 12-5-2010 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, στην οποία εξέθετε ότι κατόπιν της υπ' αριθμ. .../2005 διακήρυξης δημόσιας προφορικής πλειοδοτικής δημοπρασίας από το αναιρεσίβλητο ΔΛΤΝ, αναδείχθηκε πλειοδότρια δυνάμει της υπ' αριθ. 81/2005 απόφασης του αναιρεσίβλητου και ότι ακολούθως σύναψε με το τελευταίο το από 1-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό για τη μίσθωση από αυτό των αναφερόμενων στην αγωγή εγκαταστάσεων του Ναυτικού Ομίλου Ναυπλίου που βρίσκονται στη χερσαία ζώνη του Λιμένα Ναυπλίου, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει ως εστιατόριο - καφέ - ουζερί - αναψυκτήριο - χώρο αναψυχής λουομένων για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών.

Ότι, το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (138.300,00€), αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τον επίσημο τιμάριθμο της Τράπεζας της Ελλάδας του προηγούμενου έτους αυξημένο κατά 1%, και καταβλητέο σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός.

Ότι, το μηνιαίο μίσθωμα για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης ανήλθε στο ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε ευρώ (11.525,00€), για τον δεύτερο χρόνο της μίσθωσης στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων πενήντα πέντε ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (12.055,15€) και για τον τρίτο χρόνο της μίσθωσης στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και τριάντα λεπτών (12.525,30€).

Ότι, το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ως άνω υψηλότατο ποσό των 138.300 ευρώ ετησίως, διότι έλαβε τη διαβεβαίωση από το αναιρεσίβλητο εναγόμενο εκμισθωτή ότι το μίσθιο θα είναι εκμεταλλεύσιμο καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, καθώς και ότι είναι δυνατή η στέγαση και περίκλειση της ταράτσας του κτιρίου I με ειδική κατασκευή και έξοδά της, στην οποία θα μπορούν να φιλοξενούνται πελάτες του καταστήματος καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.

Ότι, το αναιρεσίβλητο ΔΛΤΝ, βάσει των χρήσεων γης και όρων δόμησης, που καθορίστηκαν με την υπ' αριθ. 7/30-9-2005 απόφαση της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων, υπέβαλε αίτηση προς την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης, ζητώντας την έγκριση εργασιών προσθήκης στις κτιριακές εγκαταστάσεις του μίσθιου χώρου.

Ότι, η αρμόδια πλέον για το νομό Αργολίδας 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων απέρριψε με την υπ' αριθ. 283/2006 απόφασή της το ως άνω αίτημα του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή της και ζήτησε την απομάκρυνση όλων των αυθαίρετων κατασκευών, οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί κατά τα τελευταία 15 έτη στους μισθωμένους χώρους, καθώς και την διακοπή της λειτουργίας των καταστημάτων μέχρι την αποκατάσταση των αυθαιρεσιών.

Ότι, κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 283/2006 απόφασης της 25ης Ε.Β.Α. το αναιρεσίβλητο εναγόμενο ΔΛΤΝ άσκησε προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία απερρίφθη στις 19-12-2007. Ότι, παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο εκμισθωτή, ότι αυτός θα επαναπροσφύγει κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 283/13-7-2006 απόφασης της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και θα επιτύχει την ανάκλησή της, ουδεμία θετική εξέλιξη υπήρξε ποτέ στο αίτημα του αναιρεσίβλητου ΔΛΤΝ να επιτραπεί η κατασκευή αυτή στην ταράτσα του κτηρίου Ι.

Ότι, εξαιτίας της έλλειψης της ως άνω συνομολογημένης ιδιότητας εμποδίστηκε μερικώς στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, καθώς έκανε χρήση αυτού μόνο κατά τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες (Ιούνιο-Ιούλιο-Αύγουστο) των τριών πρώτων μισθωτικών ετών, ήτοι μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2008, και όχι καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, όπως της είχε υποσχεθεί το αναιρεσίβλητο ΔΛΤΝ.

Ότι, στην πραγματικότητα είχε στη διάθεσή της τη χρήση ωφέλιμου μισθωμένου χώρου 569,52 τ.μ. ετησίως, ενώ ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής ΔΛΤΝ της είχε υποσχεθεί ωφέλιμο μισθωμένο χώρο 1.329,32 τ.μ. ετησίως. Ότι, η αξία της χρήσης του επίδικου μισθίου με την έλλειψη της ως άνω συνομολογημένης ιδιότητας ανέρχεται στο ποσό των 4.937,31 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, στο ποσό των 5.164,43 μηνιαίως για τον δεύτερο χρόνο της μίσθωσης και στο ποσό των 5.365,84 μηνιαίως για τον τρίτο χρόνο της μίσθωσης και συνολικά στο ποσό των 174.879,28 ευρώ για τα τρία πρώτα έτη της μίσθωσης.

Ότι, κατά τα τρία πρώτα έτη της μίσθωσης κατέβαλε στο αναιρεσίβλητο ΔΛΤΝ, ως οφειλόμενα μισθώματα, το συνολικό ποσό των τετρακοσίων οκτώ χιλιάδων διακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών (408.214,80€). Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε με την ένδικη αγωγή της, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, να αναγνωρισθεί η μείωση του συμφωνηθέντος ετήσιου μισθώματος κατά ποσοστό 57,16% καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης, το οποίο είναι ανάλογο προς το βαθμό της ελαττώσεως της χρήσης του μισθίου λόγω της έλλειψης της ως άνω ιδιότητας αυτού άλλως, επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η προαναφερθείσα συναφθείσα ένδικη μίσθωση είναι άκυρη να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ΔΛΤΝ να της επιστρέψει το επιπλέον ποσό των 233.335,52 ευρώ, που αυτή κατέβαλε κατά τα τρία πρώτα έτη της μίσθωσης, ως οφειλόμενα μισθώματα, κατά το οποίο ποσό, αυτό (εναγόμενο - αναιρεσίβλητο) κατέστη πλουσιώτερο χωρίς νόμιμη αιτία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 734/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε αυτή (αγωγή), ως μη νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά της ως άνω οριστικής πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου την από 25-10-2013 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της, η ένδικη αγωγή.

Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την υπ' αριθμ. 302/2015 απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την άνω έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας κατά της προαναφερομένης οριστικής με αριθμό 734/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, την κρινόμενη αίτηση, ζητώντας, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, την αναίρεση της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 302/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, δηλαδή κατά το μέρος που απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής της.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ναυπλίου, ύστερα από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση, όλων ανεξαιρέτως των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη, σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους: "Το εναγόμενο λιμενικό Ταμείο Ναυπλίου, με την υπ' αριθ. 54/23-5-2005 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, προκήρυξε δημόσια πλειοδοτική δημοπρασία, σύμφωνα με το π.δ. 270/1981 και το π.δ. 410/1995 (άρθρ. 253), για την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων του Ναυτικού Ομίλου Ναυπλίου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν οι χώροι αυτοί ως εστιατόριο - καφε - ουζερί - αναψυκτήριο - χώρος αναψυχής λουομένων για χρονικό διάστημα 6 ετών. Ειδικότερα, οι κτιριακές εγκαταστάσεις που εκτέθηκαν σε δημοπρασία και θα συμπεριλαμβάνονταν στη μίσθωση ήταν: α) το κτίριο Ι, εμβαδού 84,43 τ.μ., μετά του αντιστοίχου χώρου της ταράτσας του,

β) το κτίριο ΙΙ, εμβαδού 36,52 τ.μ. μετά του βοηθητικού χώρου 8,67 τμ.

γ) η ταράτσα του κτιρίου Α εμβαδού 40,88 τ.μ.,

δ) ο ελεύθερος χώρος του ΙΙΙ ανατολικά του κτιρίου ΙΙ, συνολικής έκτασης περίπου 25 τμ,

ε) ο χώρος Β συνολικής έκτασης 27,73 τ.μ.,

στ) οι χώροι Γ2 και Γ3, συνολικής έκτασης 156,04 τ.μ. και

ζ) ο χώρος Ε, συνολικής έκτασης 39,53 τ.μ.

Στη δημοπρασία, η οποία διενεργήθηκε στις 6 Ιουλίου 2005 στο Ναύπλιο, συμμετείχε η ενάγουσα, η οποία αναδείχθηκε πλειοδότρια προσφέροντας ως μίσθωμα το ποσό των 138.300 ευρώ ετησίως, ενώ στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 8639/2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου εγκρίθηκε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 7/2005, 80/2005 και 81/2005 (επίδικης) αποφάσεων Δ.Σ.

του εναγομένου, ενώ δόθηκε η σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ) με το υπ' αριθμ. 10112/18.10.2005 έγγραφο προς το εναγόμενο, και της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής με το υπ' αριθμ. 8322/16.3.2005 έγγραφο. Ακολούθως, την 1η Νοεμβρίου 2005 υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Ναυπλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου και της ενάγουσας, το σχετικό συμφωνητικό παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των εγκαταστάσεων στη θέση ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ, το οποίο ήταν καθόλα έγκυρο, εφόσον ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας και επομένως η καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν εξ' υπαρχής έγκυρη και ισχυρή, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των δεύτερου και τρίτου λόγων της έφεσης, σύμφωνα με τους οποίους η αρχική συναφθείσα σύμβαση έπασχε από ακυρότητα και ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά οι μαρτυρικές αποδείξεις.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε κατά τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε και κατά συνέπεια αβάσιμα παραπονείται η ενάγουσα-εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής της, πρέπει δε, να απορριφθεί η έφεσή της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα...".

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρισίμων πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΑΠ 934/2011).

Ως πραγματικοί ισχυρισμοί κατά την έννοια της άνω διατάξεως νοούνται εκείνοι που στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει (ΑΠ 1548/2018).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την άνω πλημμέλεια ισχυρίζεται, ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η ένδικη μίσθωση είναι άκυρη λόγω της έλλειψης της κατά νόμο απαιτούμενης σύμφωνης γνώμης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου την υπ' αριθμ.

Πρωτ. 8322.16/2/ 9/20-7-2009 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας με την οποία ο εν λόγω Υπουργός αποφαίνεται ότι σε καμμία περίπτωση δεν παρείχε τη σύμφωνη γνώμη του για την επίδικη μίσθωση και ότι για το λόγο αυτό, (ο Υπουργός), ακύρωσε τη μίσθωση αυτή.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας, ούτε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της που αποδεικνυόταν από την απόφαση αυτή, και ότι αν την είχε λάβει υπόψη, (το Εφετείο), θα κατέληγε στην κρίση να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής της από αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω ακυρότητας της επίδικης μίσθωσης. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, προς στοιχειοθέτηση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρικής βάσης της αγωγής ουδόλως εξέθεσε λόγο ακυρότητας της μίσθωσης και ειδικότερα όπως αυτός προεβλήθη ανωτέρω. Ενόψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός, προς απόδειξη του οποίου η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε το ως άνω έγγραφο δεν περιεχόταν στο δικόγραφο της αγωγής προς επιστήριξη της στηριζόμενης στην ακυρότητα της ένδικης σύμβασης μίσθωσης επικουρικής βάσης της, όπως ήταν αναγκαίο, ενόψει και του ότι η απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής δεν στηρίχθηκε στην ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, και συνεπώς απαραδέκτως προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με λόγο, έφεσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνεται με τον παρόντα λόγο αναίρεσης, προς απόδειξη του οποίου επικαλέστηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου το ως άνω έγγραφο, είναι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απαράδεκτος και αλυσιτελής και συνεπώς δεν είναι κρίσιμος και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης με όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα ισχυρίζεται προς στοιχειοθέτηση του άνω λόγου, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ.

Πρωτ. 8322/16-3-2005 αποδεικτικού εγγράφου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, το οποίο ενσωματώνει αυτούσιο στην αίτηση αναίρεσης, υπό την έννοια είτε της εσφαλμένης ανάγνωσής του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο προδήλως διαφορετικό, από εκείνο που πράγματι περιέχει και πλέον συγκεκριμένα με το να δεχτεί ότι με το έγγραφο αυτό παρασχέθηκε η σύμφωνη γνώμη του ΥΕΝ για την ένδικη μίσθωση, ενώ με το άνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, σε καμμία περίπτωση δεν παρέχεται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (ΥΕΝ) και (ΓΕΝ), όπως ορίζει το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 (ΦΕΚ Α' 285) "Αιγιαλός Παραλία και άλλες διατάξεις" παρά μόνο γίνονται επισημάνσεις επί ορισμένων όρων των υπ' αριθμ. 54/2005 και 81/2005 αποφάσεων του αναιρεσιβλήτου, η δεύτερη των οποίων (81/2005 απόφαση του αναιρεσιβλήτου) καθώς και η εγκριτική αυτής υπ' αριθμ. 8639/21-9-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου ακυρώθηκαν από τον αρμόδιο Υπουργό.

Αν δε το Εφετείο διάβαζε σωστά το ανωτέρω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, σε συνδυασμό με όλα όσα ισχυρίζεται με τον υπ' όψη λόγο η αναιρεσείουσα, δεν θα απορριπτόταν ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσής της, περί ακυρότητας της ένδικης μίσθωσης, εξαιτίας έλλειψης της σύμφωνης γνώμης του ΥΕΝ και ΓΕΝ και συνακόλουθα δεν θα απορριπτόταν επίσης η επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η ευδοκίμηση της οποίας προϋποθέτει ότι η σύμβαση μίσθωσης πάσχει από ακυρότητα (κατ' εκτίμηση του όλου προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας).

Ο άνω λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθμ. πρωτ. 8322/16-3-2005 εγγράφου είναι επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος (αλυσιτελής) για τον ίδιο λόγο, όπως και ο δεύτερος από τον αριθμό 11γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, αφού η αναιρεσείουσα δεν εξέθετε στην αγωγή της το λόγο για τον οποίο η ένδικη σύμβαση μίσθωσης είναι άκυρη και ειδικότερα εξαιτίας έλλειψης της σύμφωνης γνώμης του ΥΕΝ και ΓΕΝ προς απόδειξη του οποίου επικαλείται το εν λόγω έγγραφο, αλλά μόνο το πρώτον προέβαλε στο Εφετείο απαραδέκτως τον ως άνω λόγο ακυρότητας της ένδικης μίσθωσης.

Συνεπώς ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος με όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Εκτός των ανωτέρω, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη σε εκτίμηση του περιεχομένου του, σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί, η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Τέλος η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (ΔΛΤΝ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Αυγούστου 2018 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 53/2018 αίτηση της Π. Τ. για αναίρεση της 302/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ