Legislator Case Law & Legislation
834/2019 AI generated

Supreme Court quashes labor court verdict for failure to consider prior criminal acquittal evidence.

Case Number 834/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a labor accident claim. The appellant argued that the lower court failed to consider a prior criminal acquittal establishing the employer's fault, which was submitted after the first instance. The Court held that despite the lower court's independence, it must address significant evidence like a criminal judgment to ensure a fair trial. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A second-instance court must address significant evidence such as a prior criminal acquittal even if not legally bound by it, and failure to do so warrants annulment and remittal.

Keywords

AI generated
labor accident compensation criminal acquittal evidence second instance review remittal for retrial Code of Civil Procedure employer liability fair trial standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 1 and 16 of Law 551/1915
Article 16, Section 1 of Law 551/1915
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "S. Β. Α. Α.Ε.», που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., και 3)Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θάνο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2104 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/6/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 18.06.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 190/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 21.02.2017 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 169/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 5/2017 έφεση των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ` αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. (ΑΠ 1385/2015, ΑΠ 81/2013). Πταίσμα κατά τα ανωτέρω θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υποχρέωση προστασίας της ασφάλειας των εργαζομένων.

Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη θεμελιώνεται τόσο στη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ όσο και κυρίως στις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 1078/2014, ΑΠ 139/2014). Σε αυτές περιλαμβάνονται οι διατάξεις του ΠΔ 31/1990 (όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ 3 του ΠΔ 113/2012), σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου (δικαιούχοι επίβλεψης-συντήρησης-χειρισμού) "Κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επί αυτοκινήτου με κινητήρια θερμική μηχανή ισχύος από (17) ίππους και πάνω και συνολική ισχύ των ηλεκτροκινήτων από (15) ίππους και πάνω εάν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού-χειριστού που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος».

Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας εντάσσονται ο ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων" και το ΠΔ 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ», όπου προβλέπεται ότι ο εργοδότης πρέπει να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα (άρθρο 32 περ.

Α’ παρ. 1 του Ν. 1568/1985), να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 περ. Α’ παρ. 3 του Ν. 1568/1985 και άρθρο 7 παρ. 6γ του Π.Δ. 17/1996) και να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν (άρθρο 8 παρ. 1β του Π.Δ.17/1996). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθ. 3 παρ. 1 και 2 ΠΔ 105/1995 ο εργοδότης πρέπει να προβλέπει και να εξασφαλίζει την ύπαρξη σήμανσης ασφαλείας, σε κάθε περίπτωση, όμως, η σηματοδότηση ασφαλείας στον χώρο εργασίας δεν υποκαθιστά ή περιορίζει την λήψη των αναγκαίων κάθε φορά μέτρων προστασίας των εργαζομένων (ΑΠ 874/2015 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία. Κατά το άρθρο 926 εδ. α ΑΚ " αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφόσον τελέστηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί βάσει συμβάσεως (μίσθωσης εργασίας εντολής κλπ) είτε επ' ευκαιρία ή εξ' αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας και υπηρεσίας υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον».

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ` όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθ` ενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Το δικαστήριο της ουσίας δεν αποκλείεται να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφ` όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 895/2011).

Ειδικώς, όταν πρόκειται περί αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017, 806/2017, ΑΠ 213/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία στις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταρτισθείσα στο ... για να εργαστεί ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων (αντλίας μπετόν). Ότι από το έτος 2010 εργαζόταν καθ' υπόδειξη του δεύτερου των εναγομένων ως χειριστής αντλίας μπετόν και οδηγός βαρέλας, έχοντας αποκτήσει στις 18.3.2010 τη σχετική άδεια, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.

Ότι στις 22.7.2011 και ώρα 10.00 π.μ., εργαζόταν στο εργοτάξιο παραγωγής σκυροδέματος της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας που βρίσκεται στο ... και, κατόπιν εντολής του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων, χειριζόταν ένα ελαστιχοφόρο φορτωτή μάρκας CATERPILLAR τύπου 950 c, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων με τον οποίο φόρτωνε αδρανή υλικά και τα μετέφερε τροφοδοτώντας με τον τρόπο αυτό τη χοάνη τροφοδοσίας του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος.

Ότι εκτελούσε την εργασία αυτή κατόπιν εντολής του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων, παρότι οι τελευταίοι γνώριζαν ότι ο ενάγων δεν διέθετε τη σχετική άδεια χειριστή για τη συγκεκριμένη κατηγορία μηχανημάτων. Ότι, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας κατά την ανωτέρω ημερομηνία, συνέβη το περιγραφόμενο ειδικότερα στην αγωγή εργατικό ατύχημα, , που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος.

Ότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, οι οποίοι από αμέλεια δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι οι ενέργειες αυτές και παραλείψεις συντέλεσαν αιτιωδώς στην επέλευση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος. Ότι εξαιτίας του τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 150.000 ευρώ, εκ του οποίου επιφυλάσσεται να διεκδικήσει το ποσό των 45 ευρώ παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη κατά των εναγομένων.

Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε, κατ'επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον o καθένας το ποσό των 99.955 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 169/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία αυτή εν μέρει έγινε δεκτή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 49.955 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγομένων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή έτοιμου σκυροδέματος με έδρα στην περιοχή ... στο ... με νόμιμο εκπρόσωπο της και διευθύνοντα σύμβουλο τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία στις 9.2.2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταρτισθείσα στο ... Αίγιου για να εργαστεί ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων (αντλίας μπετόν). Στις 18.3.2010 ο ενάγων είχε εφοδιασθεί με την άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή, ομάδας Γ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΔ 31/90.

Στις 22.7.2011 και ώρα 10.00 π.μ. περίπου, ο ενάγων εργαζόταν στο εργοτάξιο παραγωγής σκυροδέματος της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας στο ... και κατόπιν εντολής του δεύτερου αλλά και του τρίτου των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων, ως υπεύθυνου του εργοταξίου την ημέρα εκείνη για την ανάθεση των εργασιών σ' αυτό, ο ενάγων χειριζόταν ένα ελαστιχοφόρο φορτωτή μάρκας CATERPILLAR τύπου 950c, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων.

Ο φορτωτής είχε πλάτος 2,65 μ., μήκος 6,70 μ., ύψος 3,10 μ. και βάρος 22 τόνων και για τον χειρισμό του απαιτούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΔ 31/90, ειδική άδεια χειριστή ομάδας Ε’ των μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, την οποία ο ενάγων δεν διέθετε. Ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων, παρότι γνώριζαν ότι ο ενάγων δεν διέθετε την απαιτούμενη για τον χειρισμό του φορτωτή άδεια και εργαζόταν στην εταιρεία ως βοηθός χειριστή αντλίας, με διαφορετικά δηλαδή καθήκοντα, του ανέθεσαν τον χειρισμό του και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε εποπτεία ή καθοδήγηση, καθόσον κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν βρισκόταν και δεν εργαζόταν στο εργοτάξιο, εν γνώσει του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων, ο αδειούχος χειριστής του φορτωτή Ν.

Γ., ενώ, επίσης, δεν συνέδραμε άλλος τον ενάγοντα στην ανωτέρω εργασία που του ανατέθηκε τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Συγκεκριμένα, ο ενάγων κατά την εν λόγω εργασία φόρτωνε αδρανή υλικά στον φορτωτή, διένυε με αυτόν 150 περίπου μέτρα και εναπόθετε τα υλικά στη χοάνη τροφοδοσίας του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος της πρώτης εναγομένης, στη συνέχεια δε επέστρεφε και πάλι στο σημείο φόρτωσης με τον φορτωτή για να πραγματοποιήσει εκ νέου την ίδια διαδικασία.

Ως εκ του αντικειμένου των εργασιών της πρώτης εναγομένης συνάγεται, η προπεριγραφόμενη διαδικασία συνιστά βασική λειτουργία που επιτελούνταν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με σκοπό την παραγωγή του σκυροδέματος και την εξυπηρέτηση των πελατών της επιχείρησης. Συνακόλουθα, την εργασία της φόρτωσης και εκφόρτωσης υλικών στη χοάνη τροφοδοσίας με τη χρήση του φορτωτή μπορούσε να εκτελέσει ο ενάγων μόνο κατόπιν της έγκρισης, ανάθεσης και εντολής του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, όπως και έκαναν, οι οποίοι απέβλεπαν έτσι στην υποκατάσταση του εφοδιασμένου με την απαιτούμενη άδεια χειριστή φορτωτή της επιχείρησης, που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή απουσίαζε από τον τόπο της επιχείρησης.

Αντίθετα, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος για τον ενάγοντα να αναλάβει αυτή τη δυσχερή εργασία φόρτωσης και εκφόρτωσης με ιδία πρωτοβουλία, χωρίς την έγκριση των εναγομένων, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων που αποτελεί άρνηση της αγωγής ως αβάσιμου. Μέρος της διαδρομής προς την χοάνη, μήκους περίπου 40 μέτρων, διανυόταν σε δρόμο με πλάτος 7 έως 8 μέτρα και με ανηφορική κλίση προς την χοάνη.

Αποτέλεσμα της κλίσης αυτής ήταν να δημιουργείται εκατέρωθεν του δρόμου πρανές που έφτανε σε ύψος τα 2.30 μ. στο σημείο της χοάνης. Ελλείψει επαρκούς για την αναστροφή του φορτωτή χώρου στο σημείο της εκφόρτωσης, ο φορτωτής, αφού εναπόθετε τα υλικά στη χοάνη, κατερχόταν στον επικλινή δρόμο με οπισθοπορεία.

Σε μία από τις διαδρομές του ενάγοντος με τον φορτωτή κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την επιχείρηση της οπισθοπορείας, κενός φορτίου, ο φορτωτής που οδηγούσε ο ενάγων εξετράπη της πορείας του και έπεσε από ύψος περίπου 2 μέτρων στο βάθος του πρανούς που βρισκόταν στο αριστερό άκρο του δρόμου, όπως εναργώς αποτυπώνεται σε φωτογραφίες συμπεριλαμβανόμενες στην προσκομιζόμενη με αριθ.

πρωτ. 2367/21-10-2011 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν υπάλληλοι του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Με την πτώση του φορτωτή, ο ενάγων έπεσε από τη θέση του χειρισμού στο έδαφος και έχασε τις αισθήσεις του. Διακομίστηκε αναίσθητος στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ" και εισήχθη διασωληνωμένος στη μονάδα της εντατικής θεραπείας ως πολυτραυματίας.

Σύμφωνα με τη διάγνωση των θεραπόντων ιατρών, από τη πτώση ο εναγών υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά και σύνοδο αιμορραγική θλάση βρεγματικά, θλάση ήπατος, κάταγμα βραχιονϊου και κάταγμα λαβής στέρνου. Παρέμεινε διασωληνωμένος μέχρι τις 4.8.2011. Η | νοσηλεία του συνεχίστηκε μέχρι τις 16.8.2011, οπότε διακομίσθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι της 18.8.2011.

Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αίγιου, από όπου εξήλθε στις 20.8.2011. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο ενάγων παρέμεινε κλινήρης για διάστημα πέντε μηνών, ενώ και μετά το διάστημα αυτό συνέχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να παραμείνει εκτός εργασίας συνολικά για διάστημα έντεκα μηνών έως τον Ιούλιο του 2012.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε τρία περίπου έτη μετά τον τραυματισμό του, ήτοι στις 27.6.2014, στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ», αναγνωρίζεται υπόπυκνη αλλοίωση στον αριστερό κροταφικό λοβό (άνω κροταφική έλικα), σε περιφερική υποφλοιώδη θέση με διαστάσεις περίπου 2X1 εκ., που δύναται να αποδοθεί στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη κατά τον τραυματισμό του.

Για τον ως άνω τραυματισμό του ενάγοντος, που οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας και αποτελεί εργατικό ατύχημα, υπαίτιοι από αμέλεια είναι τόσο ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης η οποία συνακόλουθα ευθύνεται και η ίδια για τις πράξεις του (άρθρο 71 ΑΚ) όσο και ο τρίτος εναγόμενος, ως υπεύθυνος του εργοταξίου για την ανάθεση των εργασιών κατά την ημέρα του ατυχήματος και προστηθείς της πρώτης εναγομένης (922 ΑΚ), για τις πράξεις του οποίου επίσης αυτή ευθύνεται παράλληλα, καθόσον ανέθεσαν στον ενάγοντα να αναλάβει τον χειρισμό τοy φορτωτή και να εκτελέσει τη μεταφορά αδρανών υλικών στη χοάνη τροφοδοσίας ενώ γνώριζαν άτι δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια χειρισμού του μηχανήματος αυτού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4 του ΠΔ 31/90.

Ταυτόχρονα, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν ότι ο ενάγων επιβλεπόταν κατά τον χειρισμό του φορτωτή και παρακολουθούταν κατά την εκτέλεση οποιοσδήποτε εργασίας με αυτόν (τον φορτωτή) από αδειούχο χειριστή αντίστοιχης κατηγορίας, τάξης και ομάδας στην οποία ανήκει το εν λόγω μηχάνημα (άρθρο 4 του ΠΔ 31/90), όπως επισημαίνεται και στην προμνησθείσα έκθεση αυτοψίας συνταχθείσα από τους τεχνικούς επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.

Εξάλλου, ο εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια χειριστής που διέθετε η επιχείρηση για τον εν λόγω φορτωτή δεν βρισκόταν στο τόπο εκείνο του εργοταξίου και δεν εργαζόταν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή εκεί, γεγονός που το γνώριζαν ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων. Επίσης, οι εναγόμενοι από αμέλεια παρέλειψαν να εξασφαλίσουν τη διαμόρφωση διαθέσιμου χώρου στο σημείο εκφόρτωσης που θα επέτρεπε στον φορτωτή να πραγματοποιεί αναστροφή, έτσι ώστε να μην υποχρεούται να επιστρέφει στο σημείο φόρτωσης με οπισθοπορεία, που καθιστά πιο δύσκολο το χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος και μάλιστα από άτομο που δεν διέθετε και τη σχετική άδεια, όπως ο ενάγων.

Εάν οι εναγόμενοι είχαν επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν είχαν προβεί στις ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις, δεν θα είχε επέλθει το επίδικο εργατικό ατύχημα. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από αυτό, την ηλικία του ενάγοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος (35 έτη), τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη, τον βαθμό του πταίσματος των κριθέντων κατά τα ανωτέρω ως υπαίτιων εναγομένων, την κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων το ποσό των 50.000 ευρώ, περιοριζόμενο κατά το ποσό των 45 ευρώ που θα διεκδικήσει ο ενάγων παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη.

Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 49.955 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, έπρεπε να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος εκάστου των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης.

Τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε...." Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενοι έλλειψη ευθύνης στην επέλευση του ατυχήματος, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ` όψη του, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ` όψη του, μεταξύ άλλων εγγράφων, και την επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα από αυτούς υπ` αριθ. 502/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου, με την οποία κηρύχθησαν αθώοι οι δεύτερος και τρίτος αναρεσείοντες της αποδιδομένης σε αυτούς πράξεως της σωματικής βλάβης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, και με την οποία κρίθηκε ότι ο τραυματισμός αυτού οφείλεται σε δική του αμέλεια κατά την οδήγηση του φορτωτή.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, στο συμπέρασμά του περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος κατέληξε σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ` όψη "και όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διαδικοι" Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ` όψη και την προαναφερθείσα υπ` αριθ. 502/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, εφόσον δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της ευθύνης των εναγομένων στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος και της συνακόλουθης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών.

Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο, δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό και συμπέρασμα της ποινικής αποφάσεως και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, εν όψει της σοβαρότητος τού εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει. Την ως άνω ποινική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ.

σελ. 4 των προτάσεων αυτών) είχαν επικαλεσθεί αυτοί και προσκομίσει νόμιμα και παραδεκτά, κατά την διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ` όσον αυτή εκδόθηκε, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 16.05.2017, δηλαδή μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Επομένως, σύμφωνα και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που καταθέσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αρ. 190/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ