Legislator Case Law & Legislation
834/2018 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against bank judgment regarding salary differences and extended payment period to retirement.

Case Number 834/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the bank's appeal against the Court of First Instance's judgment, finding an error in the calculation of salary differences. The court held that the bank must pay the employee for the period until his retirement in 2006, rather than until the lawsuit was filed in 2009. Consequently, the case was remanded for further examination on this specific point while the bank was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 653, 655 of the Civil Code; The court must correctly apply statutory provisions regarding salary differences, extending the payment period to the employee's retirement date rather than the date of the lawsuit filing.

Keywords

AI generated
salary differences retirement date civil code provisions remand for retrial legal costs allocation employment law judicial error

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 653, 655 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1061/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 834/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θωμά Στάικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 903/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1478/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει σ’ αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτησή της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, έχοντας κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επισπεύδει τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση για τον απολειπόμενο κατ’ αυτή διάδικο, εφ’ όσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη και χωρίς εναντίωση παράστασή του καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου (ΑΠ 136/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 1478/2016 αποφάσεως του [Τριμελούς] Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 7-3-2017, κατά την οποία παρέστησαν τόσο η αναιρεσείουσα όσο και ο αναιρεσίβλητος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γ.

Μ., αναβλήθηκε νομίμως για τη δικάσιμο της 19-9-2017, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος όφειλε να παραστεί χωρίς νέα κλήτευση, αφού η αναβολή της υπόθεση από το πινάκιο, με δεδομένο ότι αυτός παρέστη κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.

Αυτός, όμως, δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 και 655 ΑΚ συνάγεται ότι η υποχρέωση για καταβολή του μισθού εκ μέρους του εργοδότη προς τον εργαζόμενο αποτελεί την κύρια υποχρέωση αυτού, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας και βρίσκεται σε ανταλλακτική σχέση προς την κύρια συμβατική υποχρέωση του εργαζόμενου, ήτοι την παροχή της συμφωνημένης εργασίας.

Συνεπώς, για να χαρακτηρισθεί η παροχή του εργοδότη (σε χρήμα ή σε είδος) ως μισθός θα πρέπει να καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και όχι για άλλους σκοπούς. Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει επίσης ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται πρώτος να εκπληρώσει τη δική του παροχή και μετά την εκπλήρωσή της ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει το μισθό. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για τη γέννηση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή του μισθού είναι η παροχή της εργασίας από τον εργαζόμενο.

3.Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 31-10-2009 αγωγή κατά της αρχικώς εναγομένης "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι’ εξαγοράς τυγχάνει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παράλειψη προαγωγής αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του διευθυντή από την 1-1-2005 και ότι οφείλει να του καταβάλει τις εντεύθεν προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράλειψη της προαγωγής του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 903/2011 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση.

4.Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, εκεί εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη, εκεί εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, την 26-7-1971, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως δόκιμος λογιστής.

Ότι, ακολούθως, εξελίχθηκε βαθμολογικά και από 1-1-2002 κατείχε το βαθμό του υποδιευθυντή Α’ . Ότι στις κρίσεις του έτους 2005 κρίθηκε από το αρμόδιο συμβούλιο μη προακτέος στο βαθμό του διευθυντή. Ότι, κατά το έτος 2006, αποχώρησε από την εναγομένη, λόγω συνταξιοδότησης, κατέχοντας τον ίδιο βαθμό (του υποδιευθυντή Α’ ).

Ότι συγκρινόμενος με τους τότε προαχθέντες συναδέλφους του, Φ. Τ. και Γ. Λ., υπερείχε καταφανώς και θα έπρεπε να έχει προαχθεί έναντι ενός εξ αυτών, από 1-1-2005, στο βαθμό του διευθυντή για την πλήρωση κενής οργανικής θέσεως (το ζήτημα της υπεροχής του ενάγοντος και της υποχρέωσης της εναγομένης να διενεργήσει την προαγωγή του από 1-1-2005 δεν αποτελεί αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γι’ αυτό και παραλείπονται οι λοιπές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας).

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη, από 31-10-2009 αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε α) ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του διευθυντή από 1-1-2005, β) ότι η εναγομένη οφείλει προς αυτόν τις εντεύθεν προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών του διευθυντή, που έπρεπε να λαμβάνει και αυτών του υποδιευθυντή Α’ , που πράγματι λάμβανε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως την άσκηση της αγωγής, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτής και γ) ότι η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ομοίως νομιμοτόκως.

5.Με την ως άνω κρίση, ως προς το χρονικό διάστημα για το οποίο η αναιρεσείουσα οφείλει διαφορές αποδοχών, το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδεδειγμένα- στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 648, 653 και 655 ΑΚ. Και τούτο, διότι σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών του διευθυντή, που έπρεπε να λαμβάνει από 1-1-2005 και των αποδοχών του υποδιευθυντή Α’ , που πράγματι λάμβανε, όχι μέχρι την άσκηση της αγωγής (2009), αλλά μόνο μέχρι τη συνταξιοδότησή του (2006), ήτοι για χρόνο κατά τον οποίο αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και πρόσφερε εργασία στην τράπεζα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας για καταβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο μισθολογικών διαφορών και πέραν του χρόνου της συνταξιοδότησής του. Η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου (ΚΠολΔ 559 αρ.9), που στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα, καθίσταται περιττή. Μετά την αναίρεση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013), καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1478/2016 απόφαση του [Τριμελούς] Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ