Legislator Case Law & Legislation
834/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal lottery ticket ownership due to lack of specific grounds.

Case Number 834/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Ioannina Court of Appeal's conviction for illegal possession of lottery tickets. The appellant argued for a retrial based on insufficient reasoning regarding evidence evaluation and the court's failure to address specific witness testimonies. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision was substantively sound and that the appellant's arguments against the factual findings were inadmissible as they targeted the unreviewable core of the trial judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 171(1)(d) CP; Art. 358 CP; Art. 510(1)(D), (E) CP; Art. 583(1) CP: An appeal against a criminal judgment is inadmissible if it merely challenges the substantive evaluation of evidence and witness testimony, as the court of first instance holds exclusive authority over the assessment of facts and the weight of evidence presented during the trial.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility evaluation of evidence witness testimony assessment insufficient reasoning grounds illegal possession of lottery tickets review of factual findings inadmissible appeal arguments

Cited Legislation

AI generated
Art. 171(1)(d) CP
Art. 358 CP
Art. 333 CP
Art. 369 CP
Art. 510(1)(D), (E) CP
Art. 583(1) CP
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 834/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 253/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Ν. κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1087/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 358 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "Μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν". Όμως, ούτε από τις διατάξεις των προπαρατεθέντων άρθρων και εκείνες των άρθρων 333, 369 ΚΠΔ, ούτε από άλλη διάταξη του ΚΠΔ, προκύπτει ότι υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση δικαστή, όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρος στο ακροατήριο, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αρ. 253/2015 απόφαση, μετά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως η διευθύνουσα τη συζήτηση της υποθέσεως Εφέτης δεν έδωσε μεν το λόγο στον κατηγορούμενο ή στους δύο παριστάμενους συνηγόρους του, προκειμένου να ασκήσει ο κατηγορούμενος το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά του, δηλαδή να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, αλλά δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος αυτός και δε δόθηκε, ενώ προκύπτει (σελ. 3 πρακτικών), ότι προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, η άνω προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο, πλην άλλων, ότι έχει δικαίωμα να αντιτάξει στις κατηγορίες πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους της διευθύνουσας τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή των συνηγόρων του, το λόγο σε αυτόν, μετά την κατάθεση των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία αυτών και έτσι ο από το άρθρο 171 παρ.1 Δ’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Β. Στη διάταξη του άρθρου 368 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "Αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος και εξεταστεί ο αστικώς υπεύθυνος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση- κατόπιν κηρύσσει την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση μη τηρήσεως της διατάξεως του παραπάνω άρθρου 368 ΚΠΔ, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανομένων στο άρθρο 333 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή στην περίπτωση που μετά την απολογία, πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων την συζήτηση, δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 ΚΠΔ, ιδρύουσα τον, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη αυτή τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός, αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, μπορεί να το ζητήσει, οπότε και μόνον, αν ο διευθύνων τη συζήτηση ή το δικαστήριο αρνηθεί, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αρ. 253/2015 απόφαση, (σελ. 25 πρακτικών), μετά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και μετά την απολογία του κατηγορουμένου, η διευθύνουσα τη συζήτηση της υποθέσεως Εφέτης, πριν κηρύξει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ρώτησε τους διαδίκους και ιδία τους συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, αν έχουν να προτείνουν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά.

Επομένως είναι αβάσιμη η περί του αντιθέτου αναιρετική αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι προ της κηρύξεως του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν ρωτήθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή οι συνήγοροι του, για την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται, ότι αυτοί ζήτησαν την άσκηση του δικαιώματος τους αυτού και η προεδρεύουσα ή το δικαστήριο τους αρνήθηκε τούτο.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για τον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1, 3 του ΠΚ, ορίζεται ότι "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε". Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται:

α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη. Το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του.

Κινητό πράγμα είναι και το χρήμα, οι τραπεζικές επιταγές, τα τραπεζογραμμάτια και το ανώνυμο χρεώγραφο, όπως είναι το γραμμάτιο λαχείου, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη και να βρισκόταν ακόμη στο δράστη. Κατοχή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, που διαφέρει εν προκειμένω της αντίστοιχης έννοιας του Αστικού Κώδικα, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση, που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά τη βούλησή του, γ) παράνομη ιδιοποίηση.

Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του, δ) δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος.

Ο δόλος περιλαμβάνει τη συνείδηση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή αυτού να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ, προς μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος απαιτείται παράδοση της νομής αυτού από τον κύριο προς εκείνον που το αποκτά και συμφωνία αμφοτέρων ότι μετατίθεται η κυριότητα. Παράδοση της νομής υπάρχει, κατά το άρθρο 977 ΑΚ, και όταν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το πράγμα θα παραμείνει στην κατοχή του κυρίου, δυνάμει της έννομης σχέσεως της παρακαταθήκης που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 882 επομ. ΑΚ. Κινητό πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ είναι και το ανώνυμο χρεώγραφο, όπως είναι το γραμμάτιο λαχείου. Το εν λόγω ανώνυμο χρεώγραφο (λαχείο) δεν είναι απλώς έγγραφο, προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει έννομο γεγονός, αλλά ενσωματώνει το δικαίωμα επί της αναγραφόμενης σ’ αυτό παροχής, η οποία συνίσταται αρχικά μεν στο δικαίωμα συμμετοχής στην κλήρωση, στην περίπτωση δε επιτυχίας, στο αντίστοιχο κέρδος, οπότε από τον χρόνο της κληρώσεως η αξία του λαχείου που κέρδισε ισούται προς το κερδηθέν ποσό, το οποίο ενσωματώνεται σ’ αυτό. Επομένως η μετά την επιτυχή κλήρωση παράνομη ιδιοποίηση του ξένου λαχείου, το οποίο πλέον ανήκει στην κυριότητα του αγοραστή, συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 855/2011).

Τέλος από τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού ιδρύσεως και λειτουργίας κρατικών λαχείων (ΥΑ 1053068/334/Α0013/1997, που εκδόθηκε κατά το άρθρο 82 ΠΔ 636/1977 μετά την 7949/177/1983 απόφαση του Υπ. Οικονομικών), προκύπτουν και συνάγονται και τα ακόλουθα. Τα γραμμάτια όλων των λαχείων παραδίδονται για πώληση στους πράκτορες και λαχειοπώλες για λογαριασμό τους και δεν επιστρέφονται, γραμμάτια που δεν θα πωληθούν από τους πράκτορες, κληρώνονται για λογαριασμό τους, η ανανέωση γραμματίων του εθνικού λαχείου γίνεται με παράδοση από τον αγοραστή του γραμματίου της προηγούμενης κλήρωσης και σε περίπτωση μη προσκόμισής του με υποβολή υπεύθυνης δήλωσης περί απώλειας του, μόλις περάσει η προθεσμία ανανέωσης των γραμματίων, που αναγράφεται στο πρόγραμμα των κληρώσεων, ο αγοραστής χάνει το δικαίωμα ανανέωσης και ο πράκτορας μπορεί να πωλήσει τα γραμμάτια σε άλλο πρόσωπο ή να τα κρατήσει για τον εαυτό του, ότι, σε περίπτωση πίστωσης του τιμήματος, ο πράκτορας δικαιούται να αρνηθεί την παράδοση των γραμματίων της νέας κλήρωσης, υπό τον ίδιο αριθμό, αν ο αγοραστής δεν εξοφλήσει την αξία όλων των προγενεστέρων κληρώσεων της ίδιας εκδόσεως, ότι ο αγοραστής γραμματίου λαχείου καθίσταται κύριος αυτού διά της σχετικής μετά του πωλητή συμβάσεως, με καταβολή ή πίστωση του τιμήματος και δίχως παραλαβή του γραμματίου, εφόσον συμφωνήθηκε να παραμείνει τούτο στον πωλητή προς φύλαξη, ότι οι διατάξεις των προγραμμάτων και του Κανονισμού ιδρύσεως και λειτουργίας πρακτορείων κρατικών λαχείων δεν είναι δημόσιας τάξεως αλλά ενδοτικού χαρακτήρα και έτσι δεν αποκλείεται η πώληση του γραμματίου Εθνικού Λαχείου με αντιφώνηση της νομής αυτού και η σύναψη σύμβασης παρακαταθήκης και ότι δεν αποκλείεται η πώληση του γραμματίου του εθνικού λαχείου με έγγραφη ή και προφορική συμφωνία πώλησης με πίστωση και αντιφώνησης της νομής του λαχείου αυτού, ενώ, σε περίπτωση πιστώσεως του τιμήματος του λαχείου, η αναγραφή στο πίσω μέρος του γραμματίου της ενδείξεως "πώληση με πίστωση" επιβάλλεται μόνο όταν πρόκειται να παραδοθεί ή να αποσταλεί το γραμμάτιο στον αγοραστή.

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι μπορεί να πιστωθεί το τίμημα αγοράς λαχείων, ότι επί συμβάσεως παρακαταθήκης λαχείου με αντιφώνηση της νομής, ο θεματοφύλακας δεν έχει εξουσία χρησιμοποιήσεως αυτού ή πωλήσεώς του σε τρίτο και διαπράττει υπεξαίρεση όταν, μετά την επιτυχή εκκύβευση του λαχείου, το ιδιοποιηθεί παρανόμως, εισπράττοντας ο ίδιος το ποσό που κερδήθηκε ή παραδίδοντας το λαχείο σε τρίτον, προκειμένου εκείνος (ο τρίτος) εισπράξει το κερδηθέν ποσό(ΑΠ 855/2011).

Εξάλλου, για την κατά το άρθρο του 222 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, υπαλλακτικώς μικτού, με προστατευόμενο έννομο αγαθό - αντικείμενο το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, απαιτούνται α)έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ’ ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, έγγραφο δε είναι και το γραμμάτιο του εθνικού λαχείου, το οποίο ιδρύθηκε με το ΠΔ 107/1929, όπως τροποπ.

με τους αν 339/1936 και 2038/1939, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μη είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς το σκοπό της βλάβης του τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα είναι διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ή αποδεικτικού μέσου χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο.

Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος εγκείμενος στο σκοπό του δράστη που γνωρίζει και θέλει την επέλευση της βλάβης τρίτου, ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της πράξης της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, η δε βλάβη δεν απαιτείται να επήλθε, αρκεί και μόνο να απειλήθηκε. Υπεξαγωγή εγγράφου διαπράττει και εκείνος που απέκρυψε από το μηνυτή, αγοραστή και κύριο του γραμματίου κερδοφόρου λαχείου που είχε στην κατοχή του, με αντιφώνηση της νομής, βάσει προφορικής συμβάσεως παρακαταθήκης, με την επίδειξη του οποίου και μόνον μπορούσε ο δικαιούχος ή ο κάτοχος να εισπράξει το κέρδος του (ΑΠ 2362/2002).

Υπεξαίρεση δε και υπεξαγωγή του ιδίου γραμματίου λαχείου συρρέουν αληθινά.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των άλλων πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος για την ενοχή του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο επιλεκτικώς μερικά από αυτά.

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως σχετικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 253/2015 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων που την εξέδωσε και δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων, κήρυξε, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο κατά συρροή, υπεξαιρέσεως αντικειμένου(λαχείου) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπεξαγωγής του ανωτέρω εγγράφου, αφού στο αιτιολογικό της, ανέλεγκτα αναιρετικώς, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος διατηρούσε από 25ετίας πρακτορείο λαχείων και άλλων τυχερών παιχνιδιών στην πόλη των … και επί της οδού ....

Ο πολιτικώς ενάγων Δ. Κ. ήταν τακτικός πελάτης του εν λόγω πρακτορείου και έπαιζε σταθερά επί 15 έτη ήτοι από το έτος 1992 τον αριθμό ... του εθνικού λαχείου κατ’ αποκλειστικότητα, προσδοκώντας κέρδη από πιθανή επιτυχή κλήρωσή του. Συγκεκριμένα κατά τη συνδιαλλαγή αυτή μεταξύ του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος ο τελευταίος άλλοτε κατέβαλε αμέσως το αντίτιμο του λαχείου αυτού και άλλοτε το αγόραζε με πίστωση, ενώ παράλληλα και επειδή ο πολιτικώς ενάγων, λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης ως ιατρικού επισκέπτη στις περιοχές της Ηπείρου, Κέρκυρας και Αιτωλοακαρνανίας, απουσίαζε συχνά και για αρκετές ημέρες από τα …, είχε καθιερωθεί, με προφορική μεταξύ τους συμφωνία, ο κατηγορούμενος να παρακρατεί προς φύλαξη δέκα στελέχη του ως άνω λαχείου με τον συγκεκριμένο αριθμό για λογαριασμό του, έστω κι αν αυτός δεν είχε πληρώσει το αντίτιμο του και δεν είχε παραλάβει αυτό πριν από κάθε κλήρωση, το οποίο ωστόσο εξοφλούσε μετά την κλήρωσή του.

Η παραπάνω συναλλακτική πρακτική, άλλωστε, συνηθίζεται και σε άλλα πρακτορεία στην Ελλάδα με σταθερούς πελάτες κι εφόσον υπάρχει σχέση καλής πίστης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ του πράκτορα και του πελάτη, όπως υπήρχε μεταξύ του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος λόγω και της πολύχρονης συνεργασίας τους.

Στις 22-7-2008 ο πολιτικώς ενάγων, επιστρέφοντας στα Ιωάννινα από επαγγελματικό του ταξίδι στην Κέρκυρα, μετέβη στο πρακτορείο του κατηγορουμένου προκειμένου να παραλάβει τα με πίστωση αγορασθέντα δέκα στελέχη του εθνικού λαχείου με αριθμό ... της ... έκδοσης αυτού, μετά την Γ, Δ, Ε και ΣΤ κλήρωση αυτού και να τα εξοφλήσει, δεδομένου ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα στη μέχρι τότε συμφωνία τους σχετικά με την αγορά του εθνικού λαχείου, πλην όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του τα παραδώσει, ισχυριζόμενος ότι τα διέθεσε σε τρίτο αγοραστή.

Ωστόσο αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε τα παραπάνω στελέχη, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, καθώς ο ως άνω αριθμός που απεικονιζόταν σ’ αυτά είχε κερδίσει στην κλήρωση της 21-7-2008 το ποσό των 10.000 ευρώ. Τούτο μάλιστα, παρά το γεγονός ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο κατηγορούμενος με τον πολιτικώς ενάγοντα στις 16-7-2008, κατά τη διάρκεια της παραμονής του τελευταίου στην Κέρκυρα, αυτός (πολιτικώς ενάγων) του είχε επιβεβαιώσει την πρόθεσή του για ανανέωση του λαχείου του στην ΣΤ κλήρωση και του ζήτησε να του το κρατήσει, όπως, άλλωστε, γινόταν και στις προηγούμενες κληρώσεις, διαβεβαιώνοντας τον ότι, μόλις επέστρεφε τις επόμενες ημέρες στα …, θα τακτοποιούσε την εκκρεμότητα και θα του κατέβαλε το αντίτιμο του λαχείου.

Παρά ταύτα,- όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα τα ως άνω στελέχη του λαχείου, ούτε το ποσό που κέρδισε, για το λόγο αυτό ο πολιτικώς ενάγων του απέστειλε στις 5-8-2008 την από 1-8-2008 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία τον καλούσε να του παραδώσει τα παραπάνω πράγματα, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν απάντησε.

Αντίθετα αυτός εισέπραξε το κέρδηθέν ποσό του λαχείου από το πρακτορείο κρατικών λαχείων του Α. Ν. στην Αθήνα, με το οποίο συνεργαζόταν, καθόσον προμηθευόταν από αυτό χονδρικά τα λαχεία και συγκεκριμένα αυτός εισέπραξε το ποσό των 9.100 ευρώ, μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Ειδικότερα αυτός το ποσό των 9.100 ευρώ συμψήφισε με οφειλές του στο εν λόγω πρακτορείο από αγορές λαχείων, όπου δήλωσε ως όνομα αυτού που κέρδισε το όνομα του γαμπρού του Μ. Σ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το ως άνω λαχείο ανήκε κατά κυριότητα και νομή στον πολιτικώς ενάγοντα, το οποίο, με συμφωνία παρακαταθήκης, το φύλασσε για λογαριασμό του ο κατηγορούμενος στο πρακτορείο του, με υποχρέωση της ανανέωσής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και ιδιαίτερη υπενθύμιση από τον πολιτικώς ενάγοντα για την επόμενη κλήρωση και χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει δικαίωμα χρησιμοποίησης του λαχείου.

Ο τελευταίος όμως μετά την κλήρωση της 21-7-2008 ιδιοποιήθηκε το ποσό του λαχείου που κέρδισε με την απόκρυψη των στελεχών του, τα οποία επίσης ιδιοποιήθηκε παράνομα με σκοπό να βλάψει τον πολιτικώς ενάγοντα κατά το ποσό αυτό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι για να είναι κάτοχος του λαχείου ο πολιτικώς ενάγων έπρεπε να είχε πληρώσει το τίμημα και ότι συμφωνία για πίστωση του τιμήματος είναι άκυρη, εάν δεν έγινε εγγράφως, είναι απορριπτέος, καθόσον η μη πληρωμή του αντιτίμου του λαχείου από τον πολιτικώς ενάγοντα δεν αναιρεί την ως άνω ποινική του ευθύνη, καθόσον σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον είχε συναφθεί σύμβαση παρακαταθήκης του λαχείου με πίστωση του τιμήματος του, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κρατούσε στην κατοχή του το λαχείο προς φύλαξη και για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος όφειλε να του αποδώσει το λαχείο και το κέρδος του, έστω και αν η συμφωνία αυτή δεν είχε γίνει εγγράφως (βλ.

Διάτ.Εισ.Εφ 117/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αντίθετα όμως αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα τόσο το λαχείο όσο και το κερδηθέν ποσό των 9.100 ευρώ. Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός από τις 24-8-2004 είχε παύσει να είναι πράκτορας κρατικών λαχείων και ότι έκτοτε σύμβαση πρακτόρευσης για το ίδιο κατάστημα είχε συνάψει η σύζυγος του Σ.

Τ. και ότι αυτός από τον Αύγουστο του 2004 δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία με τον πολιτικώς ενάγοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, ναι μεν πράγματι η σύμβαση πρακτόρευσης του κατηγορούμενου λύθηκε την ως άνω ημεροχρονολογία και ότι το πρακτορείο του λειτουργούσε πλέον στο όνομα της συζύγου του, πλην όμως τυπικά μόνο λειτουργούσε στο όνομα αυτής, καθώς ο κατηγορούμενος ουδέποτε αποχώρησε από το πρακτορείο, αντίθετα συνέχισε να εργάζεται σ’ αυτό, όπως ακριβώς και πριν τη μεταβίβαση και να ασκεί τη διαχείριση για λογαριασμό της συζύγου του, η οποία, άλλωστε, αδυνατούσε να ασχοληθεί λόγω των σοβαρών κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.

Εξάλλου και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, δεν αρνήθηκε την σχέση του με το πρακτορείο και τον πολιτικώς ενάγοντα, αντίθετα παραδέχθηκε ότι αυτός συναλλασσόταν μαζί του, όπως επίσης ο ίδιος, είχε τηλεφωνική συνομιλία, σχετικά με το επίδικο λαχείο, λίγο πριν την κλήρωση της 21-7-2008 με τον πολιτικώς ενάγοντα, όταν ο τελευταίος βρισκόταν στην….

Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το ως άνω λαχείο ανήκε κατά κυριότητα και νομή στον πολιτικώς ενάγοντα, το οποίο, με συμφωνία παρακαταθήκης, το φύλασσε για λογαριασμό του ο κατηγορούμενος στο πρακτορείο του και συνεπώς γνώριζε ότι δεν μπορούσε να το παρακρατήσει ο ίδιος ή να το’ διαθέσει σε τρίτον, αλλά ότι όφειλε να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα.

Ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της υπεξαγωγής εγγράφου, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και συνεπώς, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου ως αβάσιμων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτός των εν λόγω πράξεων".

Κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στα … στις 22-07-2008, με μία πράξη τέλεσε περισσότερα αδικήματα και ειδικότερα: α) στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του το δε αντικείμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα ενώ ως ιδιοκτήτης πρακτορείου λαχείων είχε καταρτίσει από πολλών ετών με τον εγκαλούντα, Δ.

Κ. του Ν., σύμβαση παρακαταθήκης στελεχών του εθνικού) λαχείου με τον αριθμό ..., με πίστωση του τιμήματος τους, δυνάμει της οποίας ο ίδιος κατακρατούσε στην κατοχή του σε κάθε κλήρωση, δέκα στελέχη του Εθνικού λαχείου, με τον συγκεκριμένο αριθμό, προς φύλαξη και για λογαριασμό του εγκαλούντα και με συμφωνία παράδοσης της νομής τους με αντιφώνηση ήτοι χωρίς παραλαβή των λαχείων από τον εγκαλούντα και μεταβίβαση της κυριότητας τους στον τελευταίο και ενώ στις 22.07.2008 κλήθηκε από τον εγκαλούντα, στα πλαίσια της προαναφερομένης μεταξύ τους σύμβασης, να του παραδώσει τα δέκα στελέχη του εθνικού λαχείου με αριθμό ..., της ...

έκδοσης του ανωτέρω λαχείου, τα οποία κατακρατούσε στην κατοχή του προς φύλαξη και για λογαριασμό του εγκαλούντα, εκείνος αρνήθηκε να τα παραδώσει στον εγκαλούντα αλλά τα παρακράτησε και τα ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του καθώς ο αριθμός που απεικόνιζαν τα ανωτέρω στελέχη είχε κερδίσει στην κλήρωση της προηγούμενης ημέρας (της 21ης.07.2008), ποσό 10.000 ευρώ, από το οποίο εισέπραξε ο ίδιος, αφαιρουμένου του φόρου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το ποσόν των 9.100 ευρώ, από το πρακτορείο του Α.

Ν. στην Αθήνα, συμψηφίζοντάς το με σχετικές οφειλές του, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα.

β) στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, απέκρυψε έγγραφο του οποίου δεν ήταν κύριος και του οποίου ο εγκαλών είχε δικαίωμα να απαιτήσει την παράδοση και συγκεκριμένα στα …, στις 22.07.2008 ενώ κλήθηκε από τον εγκαλούντα, Δ. Κ. του Ν., να του αποδώσει τα δέκα στελέχη του εθνικού λαχείου με αριθμό ..., της ...ς έκδοσης του ανωτέρω λαχείου, τα οποία κατακρατούσε στην κατοχή του προς φύλαξη και για λογαριασμό του εγκαλούντα δυνάμει της προαναφερομένης στο υπό στοιχείο (α) κεφάλαιο του παρόντος κατηγορητηρίου, μεταξύ τους σύμβασης παρακαταθήκης, αρνήθηκε να τα παραδώσει στον εγκαλούντα αλλά τα απέκρυψε προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα καθώς ο αριθμός που απεικόνιζαν τα ανωτέρω στελέχη είχε κερδίσει στην κλήρωση της προηγούμενης ημέρας (ήτοι της 21ης .07.2008), ποσό 10.000 ευρώ, από το οποίο εισέπραξε ο ίδιος, αφαιρουμένου του φόρου υπέρ Δημοσίου, το ποσό των 9.100 ευρώ, από το πρακτορείο του Α. Ν. στην Αθήνα, συμψηφίζοντάς το με σχετικές οφειλές τους".

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, κατά επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 253/2015 απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πλημμελημάτων της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπεξαγωγής εγγράφου, κατά αληθινή συρροή, γραμματίων εθνικού λαχείου, που κέρδισαν, εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα συνήγαγε, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ, 14, 15, 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1, 94, 222 και 375 παρ.1β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, όσον αφορά τους ειδικότερους λόγους και αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να επισημανθούν τα παρακάτω: α) σύμφωνα με τις παραπάνω ανέλεγκτες από τον Άρειο Πάγο παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχεται σαφώς ότι υπήρχε έγκυρη προφορική συμφωνία μετά του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου πράκτορα λαχείων στα …, επί 15 έτη, αγοράς γραμματίων Εθνικού λαχείου, με ανανέωση κάθε σειράς του ιδίου αριθμού, αρκετές φορές μάλιστα, όπως την τελευταία, στις 16-7-2008, συμφωνία αγοράς … στελεχών με αρ. ...

της ... Σειράς, με την ειδικότερη συμφωνία, αντιφώνησης της νομής, δηλαδή συμφώνησαν να κρατήσει την κατοχή των γραμματίων αυτών για φύλαξη ο πωλητής πράκτορας στο πρακτορείο του, λόγω απουσίας του αγοραστή στην … και παραδόσεώς τους μαζί με την είσπραξη του αντιστοιχούντος τιμήματος, μόλις ο αγοραστής επέστρεφε στα …, πιστωθέντος του τιμήματος, ότι ο ως άνω αριθμός κέρδισε στην κλήρωση της 21-7-2008 10.000 ευρώ, πλην όταν στις 22-7-2008 ο με πίστωση αγοραστής και κύριος των λαχείων αυτών, εγκαλών, μετέβη και ζήτησε να τα εξοφλήσει και του παραδώσει τα γραμμάτια αυτά, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, απέκρυψε αυτά και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, με δόλο, γνωρίζοντας ότι είχαν κερδίσει στην παραπάνω κλήρωση και αντίθετα προβαίνοντας σε είσπραξη του κερδηθέντος καθαρού ποσού των 9.100 ευρώ, από το πρακτορείο Αθηνών Α.

Ν., από που προμηθευόταν αυτός τα λαχεία και όπου δήλωσε ως όνομα αυτού που κέρδισε το όνομα του γαμβρού του Σ. Μ., β) ορθά το δικαστήριο δέχεται ότι η παραπάνω προφορική συμφωνία μεταξύ του εγκαλούντος και του κατηγορουμένου πράκτορα λαχείων για αγορά των γραμματίων του Εθνικού λαχείου, με πίστωση του τιμήματος, ήταν έγκυρη, λόγω δε ειδικότερης συμφωνίας παρακαταθήκης των λαχείων με πίστωση του τιμήματος, ο κατηγορούμενος τα είχε στην κατοχή του μόνο για φύλαξη και όφειλε να τα παραδώσει στον εγκαλούντα κύριο, με την καταβολή του αντιτίμου και δεν εδικαιούτο να τα μεταβιβάσει σε έτερο ή να εισπράξει το κέρδος από την κλήρωση του αριθμού αυτών για λογαριασμό του και επομένως υπεξήγαγε τα έγγραφα αυτά, που μπορούσαν να αποδείξουν την κυριότητα του εγκαλούντος και παράνομα, με τον προαναφερθέντα δόλιο τρόπο, ιδιοποιήθηκε τα γραμμάτια αυτά και παράνομα εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε το δια των ξένων αυτών γραμματίων εθνικών λαχείων κερδηθέν χρηματικό ποσό, γ) σύμφωνα με τις παραπάνω ανέλεγκτες από τον Άρειο Πάγο παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχεται σαφώς ότι, ναι μεν από 24-8-2004 ο κατηγορούμενος είχε παύσει τυπικά να είναι πράκτορας, όπως ισχυρίστηκε, αλλά ότι η σύμβαση πρακτόρευσης και το πρακτορείο του κατηγορουμένου, από τον Αύγουστο του 2004, τυπικά μόνο λειτουργούσε στο όνομα της συζύγου του κατηγορουμένου Σ.

Τ., αυτός δε συνέχισε να το λειτουργεί όπως πρώτα, ουδέποτε αποχώρησε από το πρακτορείο αυτό και συνέχισε να εργάζεται σε αυτό και να ασκεί διαχείριση, αυτός ο ίδιος συνήψε την προαναφερθείσα συμφωνία πώλησης των λαχείων με τον εγκαλούντα και αυτός παραδέχθηκε κατά την απολογία του ότι συναλλασσόταν ο ίδιος με τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα και συνεπώς αυτός ήταν ο συμβαλλόμενος και ο κάτοχος των ανωτέρω λαχείων του εγκαλούντος που κέρδισαν και αυτός είναι, το ενεργητικό υποκείμενο των εγκλημάτων που καταδικάστηκε, αφού αυτός είναι( και όχι η σύζυγος του) που τα υπεξήγαγε και παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, ως παραπάνω, αδιάφορα του ότι τυπικά πράκτορας ήταν η σύζυγος του, και δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το ποίος ήταν ο πωλητής και ιδία ο κάτοχος των αγορασθέντων από τον πολιτικώς ενάγοντα λαχείων, που ως κάτοχος πλέον υπεξήγαγε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα λαχεία αυτά και το κερδηθέν ποσό και ποίος ήταν ο κύριος των λαχείων αυτών, δ) σαφώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται ο τρόπος εξαφάνισης και ιδιοποίησης των ανωτέρω γραμματίων εθνικού λαχείου από τον κατηγορούμενο και η γνώση και θέληση αυτού να αποστερήσει από τον εγκαλούντα κύριο τα έγγραφα αυτά και να τα ιδιοποιηθεί, όσο και ο σκοπός αυτού που ήταν να βλάψει τον παθόντα αγοραστή και ιδιοκτήτη των λαχείων αυτών, αποστερώντας τον από τη δυνατότητα να εισπράξει τα προαναφερθέντα κέρδη αυτών από τη γενόμενη κλήρωση, ποσού 9.100 ευρώ, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ε) είναι αδιάφορο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το ότι ο αγοραστής των λαχείων εγκαλών δεν είχε πληρώσει το τίμημα και εδικαιούτο ο πωλητής αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά το επικαλούμενο άρθρο 22 του Κανονισμού ιδρύσεως και λειτουργίας κρατικών λαχείων, όπως αιτιάται, να μην ανανεώσει και να μην παραδώσει τα νέα αγορασθέντα γραμμάτια λαχείων, λόγω μη παράδοσης των γραμματίων της προηγούμενης κληρώσεως, αφού αυτός δεν άσκησε το άνω δικαίωμά του και προέβη, κατά τις παραδοχές, σε νέα προφορική συμφωνία πώλησης των ιδίων λαχείων του ιδίου αριθμού στον πολιτικώς ενάγοντα, με πίστωση μάλιστα του τιμήματος και δέχθηκε τη φύλαξη των λαχείων με αντιφώνηση της νομής.

Επομένως, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η έλλειψη νόμιμης βάσης, με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί στρέφονται κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αναφορά και αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση όλων των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και όλων των μαρτύρων, ούτε προκύπτει αβεβαιότητα για την συνεκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, όπως όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων και των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων υπερασπίσεως Α. Τ. και Σ. Μ., από τη μη ειδική αναφορά στο αιτιολογικό του αντίθετου με τις παραδοχές περιεχόμενου των καταθέσεων αυτών και από τη μη αντίκρουση ή μη δικαιολόγηση γιατί το δικαστήριο δεν δέχεται τις μαρτυρίες αυτές.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9 -2015 αίτηση - δήλωση του Α. Τ. του Σ., περί αναιρέσεως της με αριθμό 253/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ