Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to award interest on public hospital debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the award of interest on a debt owed by a public hospital. The lower court had rejected the claim for interest starting from the service of the lawsuit, limiting it to a recognition action. The court ruled that the lower court erred in applying substantive law, as the statute governing public legal persons mandates interest accrual upon the generation of the dispute, regardless of the specific procedural form of the initial claim. Consequently, the appeal was upheld in part, and the case was remitted to the Court of First Instance for further adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(2) of Law 496/1974; The accrual of interest on debts of public legal persons commences from the generation of the dispute, irrespective of whether the initial claim is framed as a recognition action or a difference claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 834 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 834/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ι. χας Β. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-11-1998 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 4649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 7383/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2004 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 556/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7383/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4393/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 466/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-7-2011 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει την συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 9158Γ'/6-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει η παρισταμένη και επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, στο αναιρεσίβλητο, για την δικάσιμο της 7-12-2010, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναιρέσεως.
Κατά την δικάσιμο αυτή, με την υπ' αριθμ. 466/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 11573Γ'/10-11-2011 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της από 19-7-2011 κλήσεως αυτής προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την σημερινή δικάσιμο (7-2-2012), επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο.
Αυτό όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου κατά την ανωτέρω δικάσιμο (7-2-2012), δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως αυτού κατά την δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί του δημόσιου λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", με το οποίο ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής κατά του Ν.Π.Δ.Δ., από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον, όμως, ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή την διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου (ΑΕΔ 7/2011 ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για επιδίκαση των εις την ένδικη αγωγή διαφορών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν, έστω και αν το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμ. 8 του ίδιου άρθρου), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το παραπάνω αναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 4393/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ