Supreme Court dismisses appeal on theft case, upholding lower court's free evaluation of evidence and expert reports.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance in a theft case. The appellant argued that the lower court erred in its free evaluation of evidence and expert reports regarding the value of stolen goods. The court rejected these claims, ruling that the lower court's assessment of evidence and expert opinions was within its discretionary power and not subject to appellate review under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals based on alleged violations of legal definitions establishing specific evidentiary force are inadmissible when the lower court freely evaluated evidence under the principle of free evaluation, as such assessments are not subject to appellate control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 834 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ENG ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ε.Π.Ε" που εδρεύει στη Λεμεσό Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα στην ... από το υποκατάστημα αυτής που εδρεύει στο Ν. Ψυχικό Αττικής η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλφαντάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α" και νυν ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μιχαήλ Μιχόπουλο και Αλέξιο Δημητρακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 756/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1808/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουλίου 2002 αίτηση της επί της οποίας εξεδόθη η 902/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 863/2004 απόφασή του, με την οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης επί της οποίας εξεδόθη η 8326/2004 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και 5209/2008 τελεσίδικη του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου του πρώτου κεφαλαίου, του πρώτου λόγου του δεύτερου καφαλαίου και των λοιπών λόγων του ιδίου κεφαλαίου κατά το ένα μέρος τους, και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5209/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά τα εις το σκεπτικό.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 62 παρ. 3β' του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 184/1975, οι τακτικοί, έκτακτοι και επικουρικοί καθηγητές των Πανεπιστημίων και των ανωτάτων Δημοσίων Σχολών τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, ενώ επιτρέπεται σ' αυτούς να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις και οι μεν ανήκοντες στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς να παρίστανται
ενώπιον του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών, οι δε λοιποί να παρίστανται ενώπιον του Εφετείου, στην περιφέρεια του οποίου περιλαμβάνεται ο Δικηγορικός Σύλλογος, του οποίου τυγχάνουν μέλη, εφόσον έχουν όλοι αυτοί τα κατά το άρθρο 35 του Ν.Δ. αυτού, όπως ήδη ισχύει, απαιτούμενα προσόντα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 2ζ' του Ν. 2530/1997 "περί αναμορφώσεως μισθολογίου προσωπικού ΑΕΙ - ΤΕΙ κλπ", όπως αντικασταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 3255/2004, τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ), πλήρους απασχόλησης, μπορούν μόνο να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, κατά δε το άρθρο 25 εδ. γ' του αυτού νόμου (2530/1997) από την έναρξη της ισχύος του καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα τα οποία διέπονται απ' αυτόν.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις οποίες τέθηκαν οι προαναφερθέντες περιορισμοί για λόγους γενικοτέρου δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, συνάγεται ότι οι δικηγόροι μέλη ΔΕΠ, πλήρους απασχόλησης, μπορούν να ασκούν το επάγγελμα τους, όμως υπό τους όρους και περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 62 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία δεν αντίκειται κατά τούτο στη διάταξη του αρθ.1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και του άρθρου 2 παρ.2ζ'του Ν.2530/1997, καθώς και ότι η παράσταση των εν λόγω προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων κατά παράβαση της πρώτης ως άνω διατάξεως επάγεται την ακυρότητα της διαδικαστικής αυτής πράξεως, πέραν της τυχόν πειθαρχικής ευθύνης αυτών. (Α.Π.193/2008).
Εξάλλου κατά το άρθρο 341 παρ.3 εδ.β'και δ'του ΚΠολΔ "αν η διεξαγωγή απαιτεί πολύ χρόνο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να γίνει ενώπιον μέλους του που ορίζεται ως εισηγητής. Αν συντρέχει ειδικός λόγος, μπορεί με την απόφαση να ανατεθεί η διεξαγωγή ορισμένων αποδείξεων σε εντεταλμένο δικαστή", ενώ κατά το άρθρο 341 παρ. 10 του ΚΠολΔ (όπως και η προαναφερθείσα παράγραφος 3 ισχύαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001), "αν η απόδειξη διατάσσεται με απόφαση του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου, ως εισηγητής μπορεί να ορισθεί και πρωτοδίκης και πάρεδρος".
Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι ο δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ.Α., που είναι και καθηγητής Πανεπιστημίου νομίμως παρίσταται κατά τη συζήτηση υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Αλλά και όταν το τελευταίο αυτό Δικαστήριο με απόφαση του διατάσσει αποδείξεις και ως εισηγητή ορίζει πρωτοδίκη ή πάρεδρο παράλληλα δε ορίζει ως εντεταλμένο δικαστή και ειρηνοδίκη, είναι νόμιμη η παράσταση του ίδιου αυτού δικηγόρου κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων ενώπιον των ιδίων πιο πάνω Εισηγητών ή εντεταλμένων Δικαστών, διότι ο νομοθέτης, κατά την καθιέρωση της προαναφερθείσας μερικής αναστολής, (όπως και σε άλλη καθιερούμενη με άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων μερική ή ολική αναστολή) καθιερώνει απαγόρευση ολική χωρίς διάκριση παράστασης των Δικηγόρων καθηγητών ενώπιον των Πρωτοδικείων και των Ειρηνοδικείων για κάθε διαδικαστική πράξη που διεξάγεται ενώπιόν τους σύμφωνα μόνο με τις διατάξεις που ρυθμίζουν πρωτογενώς την καθ' ύλην σε πρώτο βαθμό αρμοδιότητά τους όχι όμως και για διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται ενώπιόν τους σύμφωνα με την επιτρεπόμενη σ'αυτά παραπομπή από άλλα Δικαστήρια ανώτερα κατά βαθμό στα οποία εξακολουθεί να παραμένει εκκρεμής η κύρια υπόθεση.
Ενόψει αυτών, που αφορούν υποθέσεις που συζητήθηκαν για πρώτη φορά στον πρώτο βαθμό μέχρι της 31-12-2001, όπως και η ένδικη που συζητήθηκε στις 7-10-1999 (άρθρα 22 παρ.1 και 38 του Ν.2915/2001 όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 του Ν.2243/2001), οσάκις κατώτερο δικαστήριο η δικαστής ενεργούν ως εισηγητής ή εντεταλμένος δικαστής, (πρωτοδίκης ή πάρεδρος ή ειρηνοδίκης) επί εκκρεμούς υπόθεσης ενώπιον ανωτέρου κατά βαθμό δικαστηρίου (Εφετείου), δικαιούνται εις ενέργειαν των σχετικών διαδικαστικών πράξεων και παράσταση ενώπιον του Εισηγητή ή του εντεταλμένου δικαστηρίου ή δικαστή οι σε αυτούς διορισμένοι δικηγόροι (Α.Π.554/1964), και εκείνοι που κατά τον Κώδικα Δικηγόρων έχουν δικαίωμα να παρίστανται ενώπιόν τους, αλλά και οι διατελούντες σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, όπως οι προαναφερθέντες καθηγητές Δικηγόροι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι κατά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων, τις οποίες διέταξε το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ.8326/2004 απόφασή του ορίζοντας ως Εισηγητή το νεότερο Πρωτοδίκη ή Πάρεδρο του Πρωτοδικείου Αθηνών, και ως εντεταλμένο Δικαστή τον οικείο Ειρηνοδίκη, ύστερα από την αναίρεση της υπ'αριθμ.1808/2002 απόφασής του με την υπ'αριθμ.902/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου παραστάθηκε ο Μιχαήλ Μιχόπουλος, μέλος του Δ.Σ.Α.
που ήταν τότε και επίκουρος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο ίδιος αυτός δικηγόρος παραστάθηκε για την αναιρεσίβλητη εναγομένη και κατά τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και του Αρείου Πάγου, μετά τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις. Η παράσταση για την αναιρεσίβλητη του δικηγόρου αυτού κατά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων ενώπιον του ορισθέντος ως Εισηγητή Πρωτοδίκη ή Παρέδρου και του Ειρηνοδίκη αντίστοιχα με την προαναφερθείσα ιδιότητα είναι, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη, όπως νόμιμη είναι και η εκ μέρους αυτού γνωστοποίηση των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, όλοι οι συναφείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για ακυρότητα της γνωστοποίησης των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των καταθέσεων των τελευταίων, καθόσον δεν ήταν νόμιμη η παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης λόγω της ιδιότητάς του ως καθηγητή Πανεπιστημίου, που προβλήθηκαν πριν από την εξέταση των μαρτύρων και επαναφέρθηκαν και στο Εφετείο, ήταν αβάσιμοι, το δε Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ίδιους ισχυρισμούς και παραλείποντας ύστερα από εφαρμογή της διάταξης του αρθ.62 παρ.3 β' του Ν.3026/1954 να κηρύξει την αντίστοιχη ακυρότητα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ίδια ουσιαστικού δικαίου διάταξη και δεν παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του δευτέρου κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του αρθ.559 του ΚΠολΔ ορθά δε εκτιμώμενης και από τον αριθμό 1 του αρθ.559, και αλυσιτελώς και από τους αριθ.11 και 19 του ίδιου άρθρου, κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Στο άρθρο 33 παρ.2 του ν.2496/1997 (ΦΕΚ Α' 87/16.5.1997) "ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου, όπως ισχύει, καταργούνται. Στην § 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο.
Κατά το άρθρο 34 του ίδιου νόμου, η ισχύς των άρθρων 1 έως 33 αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η τελευταία αυτή μεταβατικής ισχύος διάταξη έχει την προφανή έννοια ότι οι παλαιές διατάξεις εξακολουθούν να διέπουν τη ρύθμιση των ήδη πλήρως δημιουργημένων έννομων σχέσεων, ήτοι όταν ήδη πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ενώ οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται και επί των παλαιών ασφαλιστικών συμβάσεων, αν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2496/1997, ήτοι μετά την 17.11.1997.
Για το λόγο άλλωστε αυτό δόθηκε η εξάμηνη προθεσμία προς εφαρμογή του νέου νόμου, ώστε να παρασχεθεί η ευκαιρία στις ασφαλιστικές εταιρίες να προσαρμόσουν τα παλαιά τους ασφαλιστήρια στις απαιτήσεις του νέου νόμου, λόγω δε της προαναφερόμενης ειδικής ρύθμισης, δεν έχει εφαρμογή ο γενικός κανόνας μεταβατικού δικαίου του άρθρου 24 του ΕισΝΑΚ.(Α.Π.125/2005).
Επομένως, ο δεύτερος κατά τα πρώτο, δεύτερο (κατά το ένα σκέλος του) και τρίτο (κατά το ένα σκέλος του) μέρη του λόγος του δευτέρου κεφαλαίου του αναιρετηρίου και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του ίδιου δευτέρου κεφαλαίου, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, όσο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση παραβάσεις ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων του αρθ.16 παρ.1 έως και 3 του Ν.2495/1997, που δεν εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ετέλευσης της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης (27-9-1997 έως 3-10-1997), κρίνονται αβάσιμοι.
III. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων και το περιεχόμενο των προσκομιζομένων γνωμοδοτήσεων των πραγματογνωμόνων όταν παρατίθεται αυτούσιο δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το τελικό αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192 ΑΚ και 189, 192 ΕμπΝ που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου επέλευσης της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης, προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται δε από το χρόνο αποδοχής από τον ασφαλιστή της αιτήσεως προς ασφάλιση, η οποία (αποδοχή) μπορεί να δηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με αυτό.
Εξάλλου κατά το άρθρο 201 ΕμπΝ η ασφάλιση για ποσό που υπερβαίνει την αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δεν παράγει αποτελέσματα ως προς τον ασφαλισμένο, αν έγινε απ' αυτόν δολίως ή απατηλώς. Εάν ο ασφαλισμένος δεν ενήργησε δολίως ή απατηλώς, η ασφάλιση είναι ισχυρά μέχρι της αξίας των ασφαλισθέντων πραγμάτων, ενώ κατά το άρθρο 202 §1 ΕμπΝ κάθε ψευδής ή πεπλανημένη δήλωση και κάθε αποσιώπηση περιστατικών γνωστών στον ασφαλισμένο αποτελεί λόγο ακυρότητας της ασφαλίσεως, εάν η δήλωση ή αποσιώπηση είναι τοιαύτης φύσεως, ώστε να θεωρηθεί ότι ο ασφαλιστής δεν ήθελε συναινέσει εις την ασφάλισιν ή δεν ήθελε δεχθεί αυτήν υπό τους αυτούς όρους, ενώ εγνώριζε την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 208 ΕμπΝ η οφειλόμενη παρά του ασφαλιστού αποζημίωσις κανονίζεται κατά την αξίαν που είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Αν προηγήθηκε της ασφαλίσεως εκτίμηση αποδεδεγμένη από τον ασφαλιστή, αυτή δύναται να προσβληθεί μόνο για απάτη, εικονικότητα ή πλαστότητα επιφυλασσομένης κάθε άλλης αστικής ή ποινικής αγωγής.
Αν δεν υπάρχει αποδεδειγμένη εκτίμηση από τον ασφαλιστή, η αξία του ασφαλισθέντος πράγματος δύναται ν' αποδειχθεί δια παντός νομίμου μέσου. Από τις παραπάνω διατάξεις που έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως ζημιών σε συνδυασμό προς τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ που ορίζουν ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα και ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπαρχούσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθιερώνεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως ζημιών, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα του ασφαλισμένου, με την υπερτίμηση του ασφαλιζόμενου πράγματος, να χρησιμοποιεί τη σύμβαση για πορισμό κέρδους και καθορίζεται ο τρόπος της αποδείξεως της αξίας του πράγματος.
Αν όμως έλαβε χώρα αποτίμηση της αξίας, η οποία έγινε αποδεκτή, τότε η αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι παντός άλλου αποδεικτικού μέσου, και αποστερεί τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει τη μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο κατά τρόπο δόλιο (Ολ. ΑΠ 6/1990, ΑΠ 739/2003, 124/1989), ή επιφυλάχθηκε στον ασφαλιστή το δικαίωμα ελέγχου της τελευταίας δήλωσης του ασφαλισμένου πριν από την επέλευση της ζημίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "αδικοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δκαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά, ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής -καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία, παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του αριθ. 179 του ΑΚ εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του αρθ. 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρ. 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα κατ' ουσίαν, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του αρθ. 178 του ΑΚ (ΑΠ 2095/2009).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση δικαιοπραξίας, λόγω απειλής, απαιτείται: α) απειλή, ήτοι εξαγγελία επικείμενου κακού για την ζωή, την σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία του απειληθέντος ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) η απειλή να είναι σοβαρά, δηλαδή ικανή να προξενήσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο και γ) η απειλή να είναι παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και να έγινε προς τον σκοπό να εξαναγκάσει τον απειληθέντα σε δήλωση βουλήσεως, στην οποία να οδηγήθηκε αυτός εξ αιτίας της απειλής. Για την στοιχειοθέτηση όμως της απειλής, πρέπει το απειλούμενο κακό να εξαρτάται αμέσως ή εμμέσως από την βούληση του απειλούντος, περίπτωση η οποία κατά νόμο δεν συντρέχει, εάν το απειλούμενο κακό οφείλεται σε άλλη αιτία και γίνεται απλώς εκμετάλλευση του ήδη υπάρχοντος φόβου για την επέλευση αυτού, οπότε η καταρτισθείσα δικαιοπραξία δεν είναι ακυρώσιμος λόγω απειλής, αλλά πιθανόν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις ρυθμίσεις των άρθρων 178, 179 ΑΚ, εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Άκυρη ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 178, 179 ΑΚ ή ακυρώσιμη, λόγω απειλής, μπορεί να είναι και η κατά το άρθρο 871 ΑΚ, αμφοτεροβαρής σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, με την οποία οι συμβαλλόμενοι διαλύουν μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, υπό προϋπόθεση ότι το αντικείμενο αυτής είναι απαλλοτριωτό και μπορεί να διατεθεί ελεύθερα από τους συμβαλλομένους.
Και ναι μεν η σύμβαση εξωδίκου συμβιβασμού, ως εκ της φύσεώς της οδηγεί αναγκαστικά σε κάποια παραίτηση, μικρή ή μεγάλη από τις εκατέρωθεν αξιώσεις των συμβαλλομένων, οι δε αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτών δεν απαιτείται να είναι ίσης αξίας ή απολύτως ανάλογες, πλην όμως δεν αποκλείεται η εφαρμογή της διατάξεων του άρθρου 179 ΑΚ, όταν ο ένας των συμβαλλομένων κατορθώνει, κάνοντας ο ίδιος μικρές υποχωρήσεις και εκμεταλλευόμενος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου, να τον παρασύρει να παραιτηθεί από απαιτήσεις του.
Στις περιπτώσεις όμως αυτές, ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του συμβιβασμού, ο οποίος περιέχει κατ' ανάγκη εγκατάλειψη μικρή ή και μεγάλη των προβαλλομένων αξιώσεων, για την εκτίμηση περί της υπάρξεως ή μη δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν υποχωρήσεων, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να είναι ούτε ίσης αξίας ούτε απόλυτα ανάλογες, της παροχής και αντιπαροχής, δεν θα ληφθεί υπόψη αποκλειστικά και μόνο το ύψος των προβαλλόμενων αξιώσεων, εκ των οποίων επέρχεται παραίτηση, οι οποίες είναι δυνατόν να είναι, όχι μόνο υπερβολικές, αλλά και αβάσιμες, αλλά και η πιθανότητα κατ' αντικειμενική κρίση ευδοκίμησής τους, η οποία εξαρτάται τόσο εκ του βαθμού της βασιμότητάς τους, όσο και εκ του επισφαλούς ή μη αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως διαδικαστικού εγγράφου, (για την έρευνα της βασιμότητας των εδώ ερευνώμενων αναιρετικά λόγων) της από 6 Απριλίου 1999 αγωγής της αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, προκύπτει ότι αυτή ιστορούσε ότι, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία, είχε προβεί για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 1-6-1998 στην ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής και πυρός των φυλασσομένων σε αποθήκη της, ευρισκομένη στις Αχαρνές Αττικής, εμπορευμάτων της, μέχρι του ποσού του 1.300.000.000 δραχμών με βάση ισόποση δηλωθείσα από την ίδια σε εφαρμογή αντίστοιχου όρου του ασφαλιστηρίου αξία, που έγινε αποδεκτή από την αναιρεσίβλητη, και ότι κατά το από 27-9-1997 έως 3-10-1997 χρονικό διάστημα επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος, αφού άγνωστοι δράστες αφαίρεσαν από τον πιο πάνω αποθηκευτικό χώρο τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, συνολικής αξίας 1.142.000.000 δραχμών.
Ότι, παρά την συμφωνία, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να καταβάλει την οφειλομένη ασφαλιστική αποζημίωση, με συνέπεια η ενάγουσα να ασκήσει την από 2-11-1998 αγωγή, με την οποία αυτή ζητούσε την καταβολή του ως άνω ποσού, ως ασφαλιστική αποζημίωση, με τον νόμιμο τόκο από την όχληση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και μέχρι την εξόφληση.
Ότι κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, οι εκπρόσωποι και υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης εταιρείας, κατόπιν απειλών και εκβιάσεων σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας ότι, εάν δεν δεχθεί το προσφερόμενο ποσό των 150.000.000 δραχμών, δεν πρόκειται να καταβάλουν κανένα ποσό σ' αυτήν ως ασφαλιστική αποζημίωση, η οποία έτσι θα εμπλεκόταν σε πολυετή δικαστικό αγώνα, και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι επισπεύδονταν πλειστηριασμοί σε βάρος της ακίνητης περιουσίας αυτού και ότι αυτός αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξανάγκασαν αυτόν, να δεχθεί υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του ως εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας, να προβεί σε συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς με το από 10-3-1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και να αποδεχθεί τον περιορισμό της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, που τελικά έλαβε, ποσό που τελεί σε προφανή δυσαναλογία με το ποσό του 1.000.000.000 δραχμών περίπου, που με τον τρόπο αυτό απέφυγε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ επίσης η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε κάθε άλλης αξιώσεως που απέρρεε από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, καθώς και από την εν λόγω αγωγή και από εκκρεμούσα αίτηση πτωχεύσεως αυτής.
Ότι την ίδια ημέρα, με τα από 10-3-1999 δικόγραφα, που απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατέθεσε στην γραμματεία του εν λόγω Δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δικαίωμα και το δικόγραφο της ως άνω από 2-11-1998 αγωγής της, με την οποία αξίωνε ασφαλιστική αποζημίωση 1.142.000.000 δραχμών, καθώς και της από 11-2-1999 αιτήσεως αυτής για την κήρυξη της αναιρεσίβλητης σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Ότι την παραμονή της υπογραφής του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς και των παραιτήσεων από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής και της αιτήσεως πτωχεύσεως, προέβη ο ίδιος στην με αρ. 35954/9-3-1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου, στην οποία εξέθετε λεπτομερώς τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες εξαναγκάσθηκε στην κατάρτιση του ως άνω από 10 Μαρτίου 1999 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς και των δικογράφων παραιτήσεως από το δικαίωμα και δικόγραφο της από 2-11-1998 αγωγής και της από 11-2-1999 αιτήσεως πτωχεύσεως.
Ότι τόσο οι ως άνω δηλώσεις παραιτήσεως, όσο και η σύμβαση συμβιβασμού, εκτός από ακυρώσιμες, είναι και άκυρες ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη και αισχροκερδείς για τους προεκτεθέντες λόγους. Κατόπιν αυτών η αναιρεσείουσα επαναφέροντας με την από 6-4-1999 αγωγή την προηγούμενη από 2-11-1998 αγωγή της ζήτησε: να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του από 10-3-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς και των από 10-3-1999 δηλώσεων παραιτήσεως από το δικόγραφο και το δικαίωμα των από 2-11-1998 και 11-2-1999 αγωγής και αιτήσεως πτωχεύσεως, άλλως να ακυρωθούν για τους προεκτεθέντες λόγους, β) κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει, ως ασφαλιστική αποζημίωση 892.000.000 δραχμές και να υποχρεωθεί επί πλέον να καταβάλει για την ίδια αιτία 100.000.000 δραχμές, μετά από αφαίρεση του ληφθέντος ποσού των 150.000.000 δραχμών από το συνολικό ποσό του 1.142.000.000 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο από τις επικαλούμενες με την αγωγή οχλήσεις, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αγωγή αυτή κατά το μέρος της που με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά και για τις προηγούμενες βάσεις, δηλαδή ότι εάν η αναιρεσείουσα δεν θα δεχόταν το προσφερόμενο ποσό των 150.000.000 δραχμών δε θα της κατέβαλε η αναιρεσίβλητη κανένα ποσό αποζημίωσης, διώκεται επικουρικώς η ακύρωση της από 10-3-1999 συμβάσεως εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς, λόγω απειλής, είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι με βάση τα προεκτεθέντα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, το απειλούμενο κακό, συνεπεία της προαναφερθείσας μη καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης, δηλαδή (οικονομική καταστροφή από την επίσπευση πλειστηριασμών σε βάρος του εκπροσώπου της ενάγουσας, άμεσος κίνδυνος στην υγεία αυτού από υψηλή πίεση και ταχυκαρδία, που οδήγησαν στην εσπευσμένη εισαγωγή αυτού στο θεραπευτήριο Υγεία) δεν εξαρτάτο αμέσως ή εμμέσως από την βούληση των εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας, αλλά οφειλόταν σε εξωγενείς παράγοντες, των οποίων έγινε, κατά τα εκτιθέμενα, εκμετάλλευση από τους εκπροσώπους της εναγομένης, προκειμένου να επιτύχουν την κατάρτιση της από 10-3-1999 συμβάσεως εξώδικης επιλύσεως της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς.
Η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8326/2004 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του εφετείου Αθηνών, που με τις ίδιες παραδοχές έκρινε μη νόμιμη και απέρριψε οριστικά την προαναφερθείσα επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας για ακυρωσία λόγω απειλής της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ενιαίως από 10-3-1999 σύμβασης εξώδικης επίλυσης της διαφοράς μέσω του συμπροσβληθέντος επίσης εξώδικου συμβιβασμού, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 150 του Α.Κ., ενώ ερεύνησε κατά την αντίστοιχη νομική αξιολόγηση και δεν παρείδε τον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την έννοια "του πράγματος", που στήριζε ενιαία όλες τις αγωγικές βάσεις της ένδικης αγωγής ότι δηλαδή: "τα όργανα και οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης, την εκδήλωση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα σε βάρος του εκπροσώπου της απειλητική συμπεριφορά συνέδεσαν με την προηγηθείσα δήλωσή τους, ότι εάν η αναιρεσείουσα δεν θα δεχόταν το προαναφερόμενο ποσό των 150.000.000 δρχ., δεν θα της κατέβαλαν κανένα ποσό και θα την εξέθεταν σε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, παρά την κακή οικονομική της κατάσταση και τη βεβαρυμένη κατάσταση της υγείας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας που γνώριζαν".
Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5209/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "H εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" είναι ασφαλιστική εταιρεία, ενώ η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΝG Εταιρεία Ε.Π.Ε." είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που εδρεύει στην Λεμεσό της Κύπρου και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία αντιγράφων βυζαντινών εικόνων, χαλιών και λευκών ειδών.
Η τελευταία αυτή εταιρεία έχει νομίμως εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα επί της οδού Νικολακοπούλου αριθμ. 14 στο Νέο Ψυχικό Αττικής, δυνάμει της υπ' αριθμ. 29724/10-10-1998 εγκριτικής απόφασης του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3177/14-10-1998 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Για τις ανάγκες της εμπορίας της η ενάγουσα από το Μάιο του 1996 είχε μισθώσει τον πρώτο όροφο μιας οικοδομής, κείμενης στο 20° χιλιόμετρο της Λεωφόρου Μενιδίου, εμβαδού 520 τ.μ., τον οποίο χρησιμοποιούσε ως αποθήκη για την αποθήκευση των εμπορευμάτων της.
Στο ισόγειο της οικοδομής αυτής λειτουργούσε ταβέρνα. Με ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 39680952833 ασφαλιστηρίου συμβολαίου πυρός και κλοπής, η τελευταία ανέλαβε την κάλυψη των κινδύνων πυρκαγιάς και κλοπής όλων των εμπορευμάτων που αποθηκεύονταν στην ως άνω αποθήκη για το από 1/6/1996 έως 1/6/1997 χρονικό διάστημα.
Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση ανανεώθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ. 39780953057 ασφαλιστήριου συμβολαίου, για το από 1/6/1997 έως 1/6/1998 χρονικό διάστημα, το οποίο κάλυπτε τους παραπάνω κινδύνους μέχρι του ποσού 1.300.000.000 δραχμών, βάσει δηλωτικού αυξομειούμενου ποσού. Σύμφωνα με τους όρους της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης α) ο ασφαλισμένος έχει την υποχρέωση το αργότερο μέχρι την 15η μέρα του επόμενου μήνα να υποβάλει στο ειδικό έντυπο της ασφαλιστικής εταιρείας μηνιαία δήλωση για την αξία των αποθηκευμένων εμπορευμάτων, β) με την έκδοση του συμβολαίου ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση να καταβάλει το 75% των ετήσιων ασφαλίστρων που προϋπολογίζονται με βάση τα συμφωνημένα ανώτατα όρια των ασφαλισμένων αξιών, στην συνέχεια δε με βάση τις μηνιαίες δηλώσεις αξιών υπολογίζονται τα πραγματικά για κάθε μήνα ασφάλιστρα, γ) σε περίπτωση κλοπής η αποζημίωση θα καταβληθεί μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία καταγγελίας της κλοπής και μετά την υποβολή βεβαίωσης από την αρμόδια αστυνομική αρχή ότι δεν βρέθηκε ο ένοχος και δ) σε περίπτωση ζημίας ο διακανονισμός θα βασίζεται στην τρέχουσα αγοραία αξία των εμπορευμάτων, που βρίσκονται στο χώρο όπου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός κατά τη στιγμή της ζημίας.
Για την εξεύρεση της αξίας αυτής θα λαμβάνονται υπόψη η τελευταία μηνιαία δήλωση η κίνηση που εμφανίζεται στα σχετικά βιβλία για το μετά την τελευταία μηνιαία δήλωση διάστημα, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο ή εύρημα που θα προκύψει κατά την διερεύνηση και την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Κατά το χρονικό διάστημα από 27/9/1997 έως 3/10/1997 επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, καθόσον άγνωστοι δράστες διέρρηξαν την αποθήκη και αφαίρεσαν από αυτήν το σύνολο σχεδόν των αποθηκευμένων εμπορευμάτων.
Μετά τη διαπίστωση της κλοπής στις 3/10/1997, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας υπέβαλε την ίδια ημέρα μήνυση κατ' αγνώστων στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα Αχαρνών, ενώ την επόμενη ημέρα ενημέρωσε εγγράφως για την κλοπή την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως είχε σχετική υποχρέωση από τη σύμβαση ασφαλίσεως.
Κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση δεν κατέστη δυνατή η σύλληψη των αγνώστων δραστών ούτε η ανεύρεση των κλαπέντων εμπορευμάτων. Κατόπιν αυτού η δικογραφία που είχε σχηματισθεί τέθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα στο αρχείο αγνώστων δραστών στις 18/5/1998, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αρίθμ. Πρωτ. 43172/20-5-1998 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
Μετά ταύτα η ενάγουσα εταιρεία δια του νόμιμου εκπροσώπου της Ευάγγελου Γρηγορόπουλου αξίωσε από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό του 1.142.000.000. δραχμών, στο οποίο, κατά τις εκτιμήσεις της, ανερχόταν η αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων. Ειδικότερα η ενάγουσα ζήτησε να της καταβληθεί ως ασφαλιστική αποζημίωση α)το ποσό των 711.752.500 δραχμών για την αξία 15.565 χειροποίητων βυζαντινών εικόνων, διαφόρων διαστάσεων, 48 σετ μπάνιου, 3.115 σετ προσόψεων, 354 κουβερλί, 528 κουβερτών και 29 χειροποίητων κορνιζών, β) )το ποσό των 264.545.000 δραχμών για 557 τάπητες διαφόρων τύπων και γ)το ποσό των 165.701.500 δραχμών για 4.195 σέτ προσόψια με την κορώνα του Βασιλιά της Ιορδανίας (σύμβολο).
Η απαίτηση αυτή της ενάγουσας βασίσθηκε ιδίως στο γεγονός ότι στην τελευταία από 30/9/1997 μηνιαία κατάσταση εμπορευμάτων που είχε αποστείλει στη εναγόμενη, όπως είχε σχετική υποχρέωση από τη σύμβαση ασφαλίσεως, περιγράφονταν εμπορεύματα αξίας 1.181.821.810 δραχμών. Η εναγόμενη όμως ασφαλιστική εταιρεία, ύστερα από τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβησαν οι διορισθέντες από την ίδια πραγματογνώμονες για τη διαπίστωση των συνθηκών της κλοπής και του ύψους της ζημίας της ενάγουσας, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση της τελευταίας.
Συγκεκριμένα οι διορισθέντες από την εναγόμενη πραγματογνώμονες των γραφείων πραγματογνωμόνων "ΠΑΣΚΑΛ και ΣΙΑ ΕΠΕ" και "Σ. Π.. Και Συνεργάτες"στην σχετική έκθεση που συνέταξαν προέβησαν στις ακόλουθες διαπιστώσεις : α) Κατά τη διάρκεια της κλοπής δεν είχε ενεργοποιηθεί το σύστημα συναγερμού, β)Η ζημία της ενάγουσας, ακόμα και αν ήταν αληθείς οι δηλούμενες ποσότητες των κλαπέντων εμπορευμάτων και η δηλούμενη ποιότητα αυτών, δεν υπερέβαινε το ποσό των 620.000.000 δραχμών με τιμές κόστους αγοράς, όπως προβλεπόταν στη σύμβαση ασφαλίσεως, ενώ η αξιούμενη από αυτήν απαίτηση ύψους 1.142.000.000 δραχμών για τη ζημία που είχε υποστεί υπολογίζονταν όχι με τιμές κόστους αγοράς, αλλά με τιμές πώλησης, δηλαδή συμπεριλαμβάνονταν και το μικτό κέρδος, γ) Η αξία των εικόνων, κουβερτών, πετσετών και κουβερλί με βάση την απογραφή της 31/13/1996 και των αγορών που πραγματοποίησε η ενάγουσα από 1/1/1997 έως την ημέρα της κλοπής ανερχόταν με βάση τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης στο συνολικό ποσό των 22.053.060 δραχμών.
δ) Η αξία των χαλιών, τα οποία οι πραγματογνώμονες, χαρακτηρίζουν ως ιδιοκτησία τρίτων, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε παραστατικά έγγραφα κτήσης αυτών από την ίδια, όπως τιμολόγια και φορτωτικές, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 50.688.000 δραχμών. Οι τάπητες αυτοί χαρακτηρίσθηκαν από τους πραγματογνώμονες ως μηχανοποίητοι και όχι ως χειροποίητοι, όπως είχαν δηλωθεί από την ενάγουσα, καθόσον οι τελευταίοι δεν τυλίγονται σε ρολό ούτε τοποθετούνται σε πλαστικό σωλήνα που δεν επιτρέπει στη ζωντανή ίνα (έριον) να αναπνεύσει, όπως είχε συμβεί με τους κλαπέντες τάπητες και προέκυπτε τούτο από το φωτογραφικό υλικό που επιδείχθηκε στους πραγματογνώμονες.
ε) Η απαίτηση της ενάγουσας ύψους 165.702.500 δραχμών, που αφορούσε τα 4.195 σετ προσόψια με τη διακριτική ονομασία "σύμβολο", δεν επαληθεύτηκε, καθόσον αυτά, σύμφωνα με τα υπ' αρίθμ. 38/24-5-1996 και 42/27-6-1996 δελτία αποστολής που προσκόμισε η ενάγουσα, φέρονταν ότι είχαν παραληφθεί από τον έμπορο Λ. Τ. που είχε την εμπορική του επιχείρηση επί της οδού ...
στην ..., πλην όμως μετά από έρευνα των πραγματογνωμόνων διαπιστώθηκε ότι τέτοια εμπορική επιχείρηση με την παραπάνω επωνυμία ουδέποτε είχε λειτουργήσει στην παραπάνω διεύθυνση, ο δε Λ. Τ. ήταν εργάτης από την Αλβανία, ο οποίος είχε απασχοληθεί ως υπάλληλος από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας, ενώ ουδέποτε αυτός άσκησε οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα.
Μετά το πόρισμα αυτό των διορισθέντων από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ως άνω πραγματογνωμόνων, η τελευταία αρνήθηκε να καταβάλει την αξιούμενη από την ενάγουσα ασφαλιστική αποζημίωση ύψους 1.142.000.000 δραχμών, ενώ αρνήθηκε, επίσης να λάβει υπόψη της την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας από το γραφείο των πραγματογνωμόνων "Ι.
Γ. Ζ. ΕΠΕ", κατά την οποία η συνολική αξία των κλαπέντων εμπορευμέτων ανερχόταν στο ποσό του 1.083.059.380 δραχμών. Κατόπιν αυτών η ενάγουσα, η οποία δια του νομίμου εκπροσώπου της Ευάγγελου Γρηγορόπουλου όλο αυτό το χρονικό διάστημα διενέργειας των ως άνω πραγματογνωμοσυνών επανειλημμένως οχλούσε εγγράφως και προφορικώς την εναγόμενη για την καταβολή της αξιούμενης ασφαλιστικής αποζημίωσης, άσκησε κατά της τελευταίας ενώπιον του Πολυμελούς (Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2/11/1998 αγωγή της, η οποία προσδιορίσθηκε για να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 9/6/1999.
Πριν την άσκηση της αγωγής αυτής, η ενάγουσα με την από 15/6/1998 αίτηση της, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ειδικότερα να της επιδικασθεί προσωρινά το ποσό των 300.000.000 δραχμών από την ασφαλιστική αποζημίωση. Με την υπ' αριθμ. 22796/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν υπάγεται στις περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις του άρθρου 728 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την άσκηση της αγωγής αυτής, η ενάγουσα με την από 25/1/1999 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία της, που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 28/1/1999, δήλωσε στην τελευταία ότι με την άρνηση της να της καταβάλει την αξιούμενη ασφαλιστική αποζημίωση και με την επιμέλεια της συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη διαπράττονταν σε βάρος της τα αδικήματα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, της απόπειρας εκβίασης, της συκοφαντικής δυσφήμησης του νόμιμου εκπροσώπου της, της σύνταξης ψευδούς πραγματογνωμοσύνης και ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές και ζήτησε την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης, διαφορετικά απείλησε να καταθέσει σε βάρος της εναγομένης αίτηση πτώχευσης, να υποβάλει μήνυση εναντίον των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων υπαλλήλων της, να διαμαρτυρηθεί στο αρμόδιο Υπουργείο Εμπορίου και να δώσει συνέντευξη ο πληρεξούσιος δικηγόρος της στους εκπροσώπους του τύπου.
Σε απάντηση της εξώδικης αυτής δήλωσης - διαμαρτυρίας, η εναγομένη με την από 1/2/1999 εξώδικη απάντηση - δήλωση - διαμαρτυρία της, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 3/2/1999, της ζήτησε να πάψει να ενοχλεί τους νόμιμους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της με επιστολές δυσφημιστικού και συκοφαντικού περιεχομένου, ενώ ρητά της δήλωσε ότι δεν είναι στις προθέσεις της να συμβιβαστεί μαζί της και να της καταβάλει συμβιβαστικά οποιοδήποτε ποσό.
Ύστερα από την απάντηση αυτή, η ενάγουσα στις 15/2/1999 κατέθεσε σε βάρος της εναγομένης στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11/2/1999 αίτηση πτωχεύσεως, η οποία ορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 10/3/1999. Ενόψει του ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, λόγω της επικείμενης εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών, Αθηνών και των αρνητικών επιδράσεων που θα είχε στους επενδυτές της, δεν επιθυμούσε τη συζήτηση της υποβληθείσας σε βάρος της αίτησης πτωχεύσεως, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της πρότεινε στην ενάγουσα εξώδικο συμβιβασμό για το ποσό των 150.000.000 δραχμών.
Η ενάγουσα δια του νόμιμου εκπροσώπου της αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και έτσι στις 10/3/1999, δηλαδή την ίδια ημέρα που είχε ορισθεί να συζητηθεί η αίτηση πτώχευσης, μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς, στο οποίο αναφέρεται ότι οι διάδικοι προς αποφυγή άσκοπων δικαστικών αγώνων και διενέξεων και ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις προβαίνουν σε συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και καθορίζουν από, κοινού ότι η οφειλόμενη από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ασφαλιστική αποζημίωση προς την ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, το οποίο ποσό και πράγματι καταβλήθηκε την ίδια ημέρα στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ευάγγελο Γρηγορόπουλο, μειωμένο όμως κατά το ποσό των 5.700.000 δραχμών, που με τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου παρακρατήθηκε προκειμένου να εξοφληθεί απαίτηση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, η οποία είχε κοινοποιήσει κατασχετήριο στην ασφαλιστική εταιρεία για ισόποση αξίωση που είχε κατά της ενάγουσας.
Στο ίδιο αυτό συμφωνητικό, η ενάγουσα εταιρεία δήλωσε επιπλέον ότι με το παραπάνω ποσό εξοφλούνται πλήρως και ολοσχερώς όλες οι απαιτήσεις της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που προέρχονται από τη συγκεκριμένη αιτία, ότι ουδεμία αξίωση διατηρεί κατά της τελευταίας και ότι ρητά και ανεπιφύλακτα παραιτείται από οποιαδήποτε άλλη αξίωση της και από κάθε δικαίωμα και απαίτηση που απορρέουν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που έχει συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία.
Επίσης, η ενάγουσα δήλωσε ότι παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα και το δικόγραφο της από 2/11/1998 αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής του από 10/3/1999 ιδιωτικού συμφωνικού επίλυσης διαφοράς, που αποτελεί εξώδικο συμβιβασμό κατ' άρθρο 871 Α.Κ.
και όχι δικαστικό, αφού δεν έγινε με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 293 Κ.Πολ.Δ. τρόπους, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας Ευάγγελος Γρηγορόπουλος έδωσε στον συμβολαιογράφο Αθηνών Αριστείδη Δράγιο την υπ' αριθμ.35954/ 9-3-1999 ένορκη βεβαίωση του, στην οποία αναφέρει ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, που θα υπογραφεί την επόμενη ημέρα, δεν είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του, αλλά ότι εξαναγκάζεται να υπογράψει αυτόν, ύστερα από απειλές και εκβιασμούς των νομίμων εκπροσώπων, των υπαλλήλων και δικηγόρων της ασφαλιστικής εταιρείας, ότι αν δεν δεχθεί να λάβει συμβιβαστικά το συνολικό ποσό των 150.000.000 δραχμών, παραιτούμενος από τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας εταιρείας, δεν πρόκειται να λάβει ούτε μια δραχμή, με συνέπεια να εμπλακεί η ενάγουσα σε πολυετή δικαστικό αγώνα και να καταστραφεί έτσι οικονομικά και να πεθάνει ο ίδιος, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και που ήταν γνωστά στην ασφαλιστική εταιρεία, και ότι για τους λόγους αυτούς ο συμβιβασμός αυτός είναι άκυρος, ως αντικείμενος στα χρηστά ήθη.
Τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή του ως άνω εξώδικου συμβιβασμού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας Ευάγγελος Γρηγορόπουλος υπέβαλε μηνύσεις κατά των νομίμων εκπροσώπων, των αρμοδίων υπαλλήλων και των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας για εκβίαση σε βαθμό κακουργήματος.
Μετά την άσκηση ποινικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 361/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων. Το βούλευμα αυτό επικυρώθηκε με το υπ'αριθ.633/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο όμως αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 534/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο).
Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ.1275/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι η από 10/3/1999 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ούτε ότι η σύμβαση αυτή είναι αισχροκερδής.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι την πρόταση για σύναψη σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού έκανε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αφού προηγουμένως η ίδια είχε αποκρούσει οποιαδήποτε συζήτηση για εξώδικο συμβιβασμό, όχι για να παρασύρει την ενάγουσα σε ασύμφορες υποχωρήσεις αλλά προκειμένου να αποφευχθεί η συζήτηση της υποβληθείσας από την ενάγουσα σε βάρος της αίτησης πτώχευσης, η οποία (συζήτηση) θα προκαλούσε δυσμενέστατες για την ίδια (εναγόμενη) εντυπώσεις τόσο στην ασφαλιστική όσο και στη χρηματιστηριακή αγορά, ενόψει της επικείμενης εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και κατά την κατάρτιση της σύμβασης εξωδίκου συμβιβασμού η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν άσκησε καμίας μορφής πίεση και πολύ περισσότερο απειλές ή εκβιασμούς στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ευάγγελο Γρηγορόπουλο, προκειμένου ο τελευταίος να αποδεχθεί τις συμβιβαστικές προτάσεις της.
Οι τελευταίες έγιναν αποδεκτές από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, όχι ύστερα από οποιοδήποτε εξαναγκασμό του από την εναγόμενη, αλλά αφού αυτός προηγουμένως στάθμισε όλες τις πιθανότητες ευδοκίμησης των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας κατά της εναγομένης και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη του ότι οι αξιώσεις αυτές είναι βέβαιες μόνο μέχρι του ποσού των 72.741.060 δραχμών, στο οποίο είχαν υπολογίσει τη ζημία της ενάγουσας οι πραγματογνώμονες της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ ήταν αβέβαιες για το μεγαλύτερο των 72.741.060 δραχμών ποσό, καθόσον:
α) η ενάγουσα εστερείτο αποδεικτικών εγγράφων στοιχείων κτήσεως της κυριότητας για μεγάλο μέρος των αποθηκευθέντων και κλαπέντων εμπορευμάτων, όπως τιμολόγια αγοράς, φορτωτικές κλπ, πράγμα που επισημαίνουν και οι πραγματογνώμονες της ενάγουσας στη σχετική έκθεση τους και β) ο εκ μέρους της ενάγουσας υπολογισμός της αξίας των κλαπέντων εμπορευμάτων δεν είχε γίνει με βάση την τρέχουσα αγοραία αξία αυτών, όπως είχε συμφωνηθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά είχε ληφθεί υπόψη και το ελπιζόμενο επιχειρηματικό κέρδος από την πώληση αυτών, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο ασφάλισης ζημιών πραγμάτων (Ι, Ρόκα Σχόλια κάτω από την ΕΑ 2135/1987 ΝοΒ 35. 1411, Φ.
Χριστοδούλου Τρέχουσα ασφάλιση κατά πυρός, Γνωμοδότηση ΝοΒ 35.175) και σε κάθε περίπτωση υπήρχε στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ρητή εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης μιας τέτοιας ζημιάς (άρθρο 19 ασφαλιστήριου συμβολαίου). Έτσι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ύστερα από την εκτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων, τα οποία καθιστούσαν αβάσιμη και απορριπτέα την αγωγή της ενάγουσας για το μεγαλύτερο των 72.741.060 δραχμών ποσό, και όχι παρασυρόμενος από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αποδέχθηκε τις συμβιβαστικές προτάσεις της τελευταίας και υπέγραψε την από 10/3/1999 σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού, χωρίς οι υποχωρήσεις της ενάγουσας και η παραίτηση της από το συνολικό ποσό του 1.142.000.000 δραχμών των αγωγικών της αξιώσεων να τελεί σε προφανή δυσαναλογία με το ποσό των 150.000.000 δραχμών που έλαβε συμβιβαστικά η ενάγουσα, καθόσον οι αξιώσεις αυτές ήταν βέβαιες μόνο μέχρι του ποσού των 72.741.060 δραχμών.
Αντίθετα η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης του εξώδικου συμβιβασμού, αποδεχόμενη να καταβάλει το διπλάσιο περίπου ποσό από εκείνο στο οποίο υπολόγισαν οι πραγματογνώμονές της τη ζημία της ενάγουσας, προκειμένου να αποφύγει τις δυσμενέστατες για την ίδια εντυπώσεις που θα προκαλούσε στην ασφαλιστική και στη χρηματιστηριακή αγορά η συζήτηση της υποβληθείσας από την ενάγουσα σε βάρος της αίτησης πτωχεύσεως.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η από 10/3/1999 σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και υπογράφηκε την ίδια ημέρα κατά την οποία επρόκειτο να συζητηθεί στο αρμόδιο δικαστήριο η αίτηση πτώχευσης κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και πριν από τη συζήτηση αυτής, πράγμα που σημαίνει ότι η ασκηθείσα από την ενάγουσα αίτηση πτώχευσης σε βάρος της εναγομένης αποτέλεσε την αιτία για να επέλθει ο εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και όχι οποιαδήποτε άλλη απειλητική ή εκβιαστική συμπεριφορά της εναγόμενης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της από 10/3/1999 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού η εναγόμενη εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη της ενάγουσας εταιρείας, διότι το μόνο χρέος της τελευταίας που γνώριζε η πρώτη ήταν εκείνο προς την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ύψους 5.700.000 δραχμών, για το οποίο η εν λόγω τράπεζα είχε εκδώσει σε βάρος της ενάγουσας την υπ' αριθμ. 16853/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια είχε επιβάλει κατάσχεση εις χείρας της εναγομένης ως τρίτης, το δε χρέος αυτό παρακρατήθηκε από το ποσό των 150.000.000 δραχμών, στο οποίο συμβιβάσθηκαν οι διάδικες εταιρείες.
Το ύψος όμως του χρέους αυτού δεν ήταν τόσο μεγάλο, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση εκ μέρους της εναγόμενης της οικονομικής ανάγκης της ενάγουσας, αφού η τελευταία μπορούσε να αντιμετωπίσει την πληρωμή του χρέους αυτού, προσφεύγοντας ακόμη και σε τραπεζικό δανεισμό, χωρίς να είναι ανάγκη να συμβιβαστεί με την εναγομένη ούτε και να αποδεικνύεται ότι από το λόγο αυτό, δηλαδή για την αντιμετώπιση της πληρωμής του παραπάνω χρέους της, συμβιβάστηκε με την εναγόμενη.
Άλλα χρέη της ενάγουσας εταιρείας προς τρίτους δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκαν ατομικά χρέη του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας, καθώς και χρέη μελών της οικογένειας του και άλλης τρίτης εταιρείας, στην οποία συμμετείχαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και μέλη της οικογενείας του, και ότι για τα χρέη αυτά επισπεύδονταν πλειστηριασμοί σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των τελευταίων αυτών οφειλετών, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τα χρέη αυτά γνώριζε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς, ανεξαρτήτως του ότι τα χρέη αυτά δεν ανήκαν στην ενάγουσα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση από την εναγομένη της οικονομικής ανάγκης της ενάγουσας.
Επίσης δεν αποδείχθηκε εκμετάλλευση από την εναγομένη τυχόν προβλημάτων υγείας που είχε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας Ευάγγελος Γρηγορόπουλος, καθόσον ο τελευταίος έπασχε μόνο από υπέρταση, την οποία όμως η εναγομένη αγνοούσε. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η από 10/3/1999 σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη και ως αισχροκερδής, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημα της αναγνώρισης ως άκυρης της σύμβασης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Μετά ταύτα, εφόσον κρίθηκε ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η από 10/3/1999 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει την αναγνώριση της οφειλόμενης σε αυτήν ασφαλιστικής αποζημίωσης (μετά την αφαίρεση του ποσού των 150.000.000 δραχμών που της καταβλήθηκε) και την καταψήφιση της εναγομένης στο αναφερόμενο στην αγωγή της ποσό, αφού για το ύψος της οφειλόμενης από την εναγομένη ασφαλιστικής αποζημίωσης επήλθε εξώδικος έγκυρος συμβιβασμός, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, και συνεπώς η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημα της αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 185, 189, 198, 361 ΑΚ, 189, 112, 208 του ΕμπΝ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο ότι κατά τους όρους του μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστηρίου συμβολαίου: 1) Η ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε και τον κίνδυνο της κλοπής μέχρι του ποσού των 1.300.000.000 δρχ. βάσει δηλωτικού αυξομειούμενου ποσού, αφού η αναιρεσείουσα ασφαλισμένη υπέβαλε κατά μήνα επί ειδικού εντύπου δήλωση της αξίας των αποθηκευμένων εμπορευμάτων, με βάση την οποία κατέβαλε τα πραγματικά για κάθε μήνα ασφάλιστρα, 2) Σε περίπτωση ζημιάς ο διακανονισμός θα βασίζεται στην τρέχουσα αγοραία αξία των εμπορευμάτων που βρίσκονται στο χώρο που εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός κατά τη στιγμή της ζημιάς, 3) Στην αγοραία αυτή αξία δεν θα συμπεριλαμβανόταν το ελπιζόμενο επιχειρηματικό κέρδος από την πώλήση των ασφαλιζομένων πραγμάτων, 4) Για την εξεύρεση της αξίας των ασφαλισμένων πραγμάτων θα λαμβάνεται υπόψη η τελευταία μηνιαία δήλωση, η κίνηση που εμφανίζεται στα σχετικά βιβλία για το μετά την τελευταία μηνιαία δήλωση διάστημα, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο ή εύρημα που θα προκύψει κατά τη διερεύνηση και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, 5) Με βάση την τελευταία μηνιαία δήλωση της αναιρεσείουσας για τη δήλωση της ασφαλιζόμενης αξίας, η αξία των ασφαλισμένων εμπορευμάτων στο χώρο της αναιρεσείουσας ανερχόταν σε 1.142.000.000 δρχ.
ποσό που ζήτησε η αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει. Εκτίθεται δε περαιτέρω στην προσβαλλόμενη ότι οι διορισθέντες πραγματογνώμονες από την αναιρεσίβλητη των εταιρειών ΠΑΣΚΑΛ Ε.Π.Ε. και Στρατής και Συνεργάτες στη σχετική έκθεσή τους προέβησαν εκτός άλλων, που δεν αφορούν την έκταση της ζημιάς και στις διαπιστώσεις τους ότι:
α) στην "υποθετική" περίπτωση που η σε βάρος της αναιρεσείουσας υποβληθείσα τελευταία μηνιαία περιοδική δήλωση ήταν αληθής, η αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων της δεν υπερέβαινε το ποσό των 620.000.000 δρχ. με τιμές κόστους, εν όψει του συμβατικού όρου για το μη συνυπολογισμό της έκτασης της ζημιάς και του ποσοστού μικτού κέρδους.
β) με βάση τον έλεγχο των στοιχείων και ευρημάτων του λογιστηρίου της αναιρεσείουσας, όπως προβλεπόταν στον προαναφερθέντα συμβατικό όρο χαρακτηριζόμενο στην παρούσα με τον αριθμό 410 εκτίθενται αναλυτικά ανωτέρω, η συνολική αξία των κλαπέντων εμπορευμάτων (εικόνες, κουβέρτες, πετσέτες και κουβερλί, χαλιά) ανερχόταν σε 72.741.060 δρχ.
γ) με βάση την έκθεση των πραγματογνωμόνων του γραφείου "Ι. Γ. Ζ. Ε.Π.Ε.", που ορίσθηκε από την αναιρεσείουσα η αξία των κλαπέντων ειδών ανερχόταν στο ποσό των 1.083.059.380 δρχ. οι παραδοχές όμως αυτές της προσβαλλόμενης με στοιχεία χαρακτηρισμού τους στην παρούσα α' έως γ' δεν αφορούν αιτιολογίες επί "ζητήματος" κατά την έννοια της διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, δηλαδή επί χαρακτηρισμών του έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αναφέρονται σε απλά ή πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των πραγματογνωμόνων που συνέχονται με τη βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο, μετά την οριοθέτηση των μεταξύ των διαδίκων υφισταμένου και λειτουργούντος συμβατικού ασφαλιστικού πλαισίου, και εν γένει σε σχέση με την αξιολόγηση και στάθμευση των αποδεικτικών στοιχείων των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, των οποίων το περιεχόμενο και μόνον (που εμφανίζεται στο αναιρετήριο ως ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) έχει περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το στάδιο της αποδεικτικής αξιολόγησης των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό και με τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και πριν το Δικαστήριο να καταλήξει στο σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό του πόρισμα (π.ρ.β.λ.
Α.Π. 945/1988 και 802/1912) ότι: "1) Η συνολική ζημία της αναιρεσείουσας δεν υπερέβαινε το ποσό των 72.741.060 δρχ. 2) Η αναιρεσείουσα από πρωτοβουλία αποκλειστικά ελεύθερη του εκπροσώπου της έλαβε το διπλάσιο ποσό από την προεκτεθείσα σ' αυτό ζημιά από την κλοπή εμπορευμάτων της. 3) Η από 10-3-1999 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού δεν αποδείχθηκε ότι είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ούτε είναι αισχροκερδής 4) Το ποσό των 150.000.000 δρχ.
που έλαβε με τον ίδιο συμβιβασμό η αναιρεσείουσα δεν τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την αξίωσή της και 5) Δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε απειλητική ή εκβιαστική συμπεριφορά της εναγομένης προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας". Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου του αναιρετηρίου και τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του δεύτερου κεφαλαίου του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους, όπως εκτιμώνται, με την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αλυσιτελώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.
ΙΙΙ. Το Εφετείο Αθηνών με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 8326/2004 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, διέταξε σε βάρος της αναιρεσείουσας - ενάγουσας αποδείξεις ενιαία για όλες τις αγωγικές βάσεις της από τις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 180, 871, 340, 346 του Α.Κ. και 189, 192, 202, 208 του ΕμπΝ, εκτός των αναφερομένων στην εκμετάλλευση της κουφότητος του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, με μη προσβαλλόμενη αναιρετικά διάταξη και στην προαναφερθείσα απόφαση.
Εξ άλλου, σε σχέση με τους όρους του ένδικου μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστηρίου, ως αποδεικνυομένων εγγράφως, επιφυλάχθηκε το Εφετείο στην ανάλογη συνεκτίμηση του εγγράφου του ασφαλιστηρίου στη μετ' απόδειξη συζήτηση. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα: 1) με τον τρίτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου του αναιρετηρίου και 2) τους δεύτερο και τρίτο λόγους του δευτέρου κεφαλαίου του αναιρετηρίου, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τους οποίους, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση ότι δεν διατάχθηκε απόδειξη:
α) Για την εκ του άρθρου 178 ακυρότητα του επίμαχου συμβιβασμού ως αντίθετου προς τα χρηστά ήθη, β) Για το περιεχόμενο των όρων του ένδικου ασφαλιστηρίου και γ) Για την αιτία που οδήγησε την αναιρεσίβλητη στο συμβιβασμό με την αναιρεσείουσα κρίνονται αβάσιμα. IV. Ο εκ του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από την ορθότητα των παραδοχών της απόφασής του, απέρριψε ισχυρισμό με την έννοια του "πράγματος" του αναιρεσείοντος (ευθέως ή με την παραδοχή αντιθέτων πραγματικών περιστατικών) (Ολ.ΑΠ 12/1997 και 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τις πιο πάνω επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 5209/2008 οριστικής απόφασής του το Εφετείο, ερεύνησε επί της ουσίας, δεν παρείδε και απέρριψε τελικά με τις προαναφερθείσες, αιτιολογίες, τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με την έννοια του "πράγματος", για 1) "την ακυρότητα του μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμού όπως αυτός διατυπώθηκε στο έγγραφο συμφωνητικό της 10.3.1999 ως αντίθετου προς τα χρηστά ήθη και οδηγούσε σε υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας", αφού κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ύστερα από την εκτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων, τα οποία καθιστούσαν αβάσιμη και απορριπτέα την αγωγή της ενάγουσας για το μεγαλύτερο των 72.741.000 δρχ.
ποσό, και όχι παρασυρόμενος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, αποδέχθηκε τις συμβιβαστικές προτάσεις της τελευταίας", 2) "ότι η ανάγκη που κυρίως ώθησε τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας να προβεί στον ένδικο συμβιβασμό, ήταν να αποτραπεί η επαπειλούμενη οικονομική καταστροφή της αναιρεσείουσας, λόγω της ολοσχερούς διαρπαγής της περιουσίας της, που την έφερε στα πρόθυρα της πτώχευσης, το γεγονός δε αυτό, όπως και την κακή κατάσταση της υγείας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, που ήταν εμφανώς γνωστά στην αναιρεσίβλητη, εκμεταλλεύτηκε η τελευταία για να την εξαναγκάσει στην κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού", αφού κατά τις παραδοχές της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης: "Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της από 10/3/1999 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού η εναγόμενη εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη της ενάγουσας εταιρείας, διότι το μόνο χρέος της τελευταίας που γνώριζε η πρώτη ήταν εκείνο προς την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ύψους 5.700.000 δραχμών, για το οποίο η εν λόγω τράπεζα είχε εκδώσει σε βάρος της ενάγουσας την υπ' αριθμ. 16853/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια είχε επιβάλει κατάσχεση εις χείρας της εναγομένης ως τρίτης, το δε χρέος αυτό παρακρατήθηκε από το ποσό των 150.000.000 δραχμών, στο οποίο συμβιβάσθηκαν οι διάδικες εταιρείες.
Το ύψος όμως του χρέους αυτού δεν, ήταν τόσο μεγάλο, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση εκ μέρους της εναγόμενης της οικονομικής ανάγκης της ενάγουσας, αφού η τελευταία μπορούσε να αντιμετωπίσει την πληρωμή του χρέους αυτού, προσφεύγοντας ακόμη και σε τραπεζικό δανεισμό, χωρίς να είναι ανάγκη να συμβιβαστεί με την εναγόμενη ούτε και να αποδεικνύεται ότι από το λόγο αυτό, δηλαδή για την αντιμετώπιση της πληρωμής του παραπάνω χρέους της, συμβιβάστηκε με την εναγόμενη.
Άλλα χρέη της ενάγουσας εταιρείας προς τρίτους δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκαν ατομικά χρέη του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας, καθώς και χρέη μελών της οικογένειας του και άλλης τρίτης εταιρείας, στην οποία συμμετείχαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και μέλη της οικογένειάς του, και ότι για τα χρέη αυτά επισπεύδονταν πλειστηριασμοί σε βάρος της ακίνητης περιουσίας των τελευταίων αυτών οφειλετών, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τα χρέη αυτά γνώριζε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και συνεπώς, ανεξαρτήτως του ότι τα χρέη αυτά δεν ανήκαν στην ενάγουσα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση από την εναγομένη της οικονομικής ανάγκης της ενάγουσας.
Επίσης δεν αποδείχθηκε εκμετάλλευση από την εναγόμενη τυχόν προβλημάτων υγείας που είχε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας Ευάγγελος Γρηγορόπουλος, καθόσον ο τελευταίος έπασχε μόνο από υπέρταση, την οποία όμως η εναγομένη αγνοούσε". 3) Για το περιεχόμενο της ενόρκου βεβαίωσης του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας 4)Για την ύπαρξη ρητής συμφωνίας δηλωτικού χαρακτήρα μεταξύ των διαδίκων ως προς την αξία των εμπορευμάτων της αναιρεσείουσας.
Επομένως, τα οσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο και πέμπτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου και το δεύτερο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο του δευτέρου κεφαλαίου κατά το άλλο μέρος τους, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.
V. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ'εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.) δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος τρίτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης του δευτέρου κεφαλαίου του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.12 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης των δικών της συμβούλων.
Εξ αλλου κατά τα λοιπά και με όσα εκτίθενται στους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους του δευτέρου κεφαλαίου του αναιρετηρίου, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης οριστικής απόφασης που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες στην πραγματικότητα πλήττουν την ίδια απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται αποκλειστικά με τη βαρύτητα και βασιμότητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο και εν γένει σε σχέση με την αξιολόγηση και στάθμιση των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης για την εξακρίβωση της αξίας των εμπορευμάτων της αναιρεσείουσας που εκλάπησαν, ώστε οι ίδιοι λόγοι κατά το άλλο μέρος τους πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2009 αίτηση της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "E.N.G. ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ε.Π.Ε." για αναίρεση των υπ' αριθμ. 8326/2004 και 5209/2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην ... στις 10 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην ... σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ