Supreme Court dismisses appeal on adverse possession requiring continuous 20-year ownership of public land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding adverse possession. The appellant argued that the lower court failed to consider the period between the expropriation and its revocation as part of the required twenty-year continuous possession. The court ruled that the State, as the owner of public property, cannot be considered a possessor for the purpose of calculating the statutory period, thereby invalidating the appellant's claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 1046, 1048, 1049, 1050, 1054, 1055 of the Civil Code; Articles 2(1), 4 of Law 1539/1938; Articles 1-3 of Law 1565/1950; Article 12(1) of Law 1624/1951: For adverse possession to be acquired, continuous possession for at least twenty years is required, but periods where the owner is the State or public entity do not count towards this period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 834 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσίβλητων: 1. ... και 2. ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βαρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8603/1998 μη οριστική, 24033/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2500/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 21-2-1997 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045, 1046, 1048, 1049, 1050, 1054 και 1055 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής, επί μία τουλάχιστο εικοσαετία, νομή του ακινήτου. Εάν μεσολαβήσουν είτε διακοπτικά της χρησικτησίας γεγονότα είτε διαστήματα, κατά τα οποία το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή εξαιρείται, κατά νόμο, από τη χρησικτησία, αυτά δεν υπολογίζονται για τη συμπλήρωση της εικοσαετίας, λαμβάνεται δε υπόψη μόνο ο χρόνος μετά τη διακοπή της χρησικτησίας ή την πάροδο των εν λόγω διαστημάτων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΕισΝ του ΑΚ, στα αδέσποτα και στα δημόσια γενικά κτήματα νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν καμιά πράξη νομής δεν ενήργησε σε αυτά και τα δικαιώματα του δημοσίου σε ακίνητα κτήματα σε καμιά παραγραφή δεν υπόκεινται.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά από συμπλήρωση και τροποποίησή του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, που λειτουργεί με την εποπτεία του κράτους και σκοπός του είναι η οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του νόμου αυτού "ο Ε.Ο.Τ. απαλλάσσεται παντός φόρου, αμέσου ή εμμέσου ή δασμού ή τέλους ή ενσήμων ή εν γένει οιασδήποτε παρομοίας επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου, Δήμων ή Κοινοτήτων ή Λιμενικών Αρχών ή οιωνδήποτε άλλων προσώπων και απολαμβάνει ανεξαιρέτως των ατελειών και προνομίων νομικής, διοικητικής, οικονομικής, δικαστικής φύσεως και των τοιούτων των διατάξεων του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ως εάν ήτο αυτό τούτο το Δημόσιον", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "η υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν του Ε.Ο.Τ.
ακίνητος εν γένει περιουσία δεν υπόκειται εις οιανδήποτε δέσμευσιν ή επίταξιν ή αναγκαστικόν μέτρον περί ενοικιοστασίου κ.λ.π. Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν.δ. 3909/1959, "αι υπό της κειμένης νομοθεσίας, προβλεπόμεναι πάσης φύσεως απαλλαγαί του Δημοσίου από παντός φόρου, τέλους, δασμών και παντός εν γένει δικαιώματος ή εισφορά υπέρ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, ως και τα προνόμια πάσης φύσεως του Δημοσίου επεκτείνονται και επί του Ε.Ο.Τ., εξομοιουμένου πλήρως προς το Δημόσιον ως εάν είναι αυτό τούτο το Δημόσιον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Τ. εξομοιώνεται ως προς όλα τα προνόμια, δικονομικά ή ουσιαστικά, προς το Δημόσιο και όχι μόνο σε σχέση με τις απαλλαγές από φόρους, τέλη κ.λ.π. Ισχύουν, λοιπόν, υπέρ αυτού όλες οι ευεργετικές ουσιαστικές διατάξεις που ισχύουν και για το Δημόσιο (ολΑΠ 235/1979, ΣτΕ 91/1993), στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερόμενες των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 και συνεπώς τα ακίνητα του Ε.Ο.Τ.
δεν υπόκεινται σε χρησικτησία εκ μέρους τρίτου, ενώ σε αυτά νομέας θεωρεί πάντοτε ο Ε.Ο.Τ, ακόμη και αν δεν άσκησε πράξεις φυσικής εξουσίασής τους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", (όπως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ν.δ. 395/1974), σε περίπτωση ανάκλησης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, η κυριότητα του ακινήτου ανακτάται από τον ιδιοκτήτη εις βάρος του οποίου είχε γίνει η απαλλοτρίωση, μετά τη μεταγραφή της ανακλητικής απόφασης μαζί με την πράξη εξόφλησης από αυτόν της επιστρεπτέας αποζημίωσης που είχε λάβει.
Επομένως, μόνο αυτός, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1051 του ΑΚ, μπορεί να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας εκείνου υπέρ του οποίου είχε κηρυχθεί η απαλλοτρίωση, ακόμη και αν η προς τούτο νομή του τελευταίου ήταν πλασματική, αφού μόνο αυτός εις βάρος του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, ο οποίος επέστρεψε την αποζημίωση, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ανάκληση, επέχει θέση οιονεί ειδικού διαδόχου εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση.
Τέτοιος συνυπολογισμός δεν μπορεί να γίνει από τρίτο αυθαίρετο νομέα του ακινήτου, εις βάρος του οποίου δεν είχε γίνει η απαλλοτρίωση και ο οποίος δεν κατέβαλε το επιστρεπτέο ποσό της αποζημίωσης για την ολοκλήρωση της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Εξάλλου, η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, ώστε να καθίσταται αναδρομικά μετά την ανάκτηση της κυριότητας του από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, αυτό, εάν είχε απαλλοτριωθεί υπέρ του Δημοσίου ή του ΕΟΤ, δεκτικό χρησικτησίας και κατά το διάστημα από την συντέλεση της απαλλοτρίωσής του έως την μεταγραφή της ανακλητικής απόφασης μαζί με την πράξη εξόφλησης, αφότου μόνο η κυριότητά του ανακτάται από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, ενώ δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός έχει.
Πράγματα δε, η παρά το νόμο λήψη υπόψη των οποίων, παρότι δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την πρώτη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και η μη λήψη υπόψη των οποίων, παρότι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη δεύτερη περίπτωση της ίδιας διάταξης λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και συνεπώς και τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής ή ορισμένης έντασης, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων.
Προϋπόθεση δε για την ίδρυση των αναιρετικών αυτών λόγων αποτελεί να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο σχετικός ισχυρισμός και επομένως δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος ή αν είναι αλυσιτελής, διότι δε στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το .... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρυσάνθης Τρίτση - Μεϊμάρογλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, Ο ... επώλησε και μεταβίβασε κατ' ισομοιρία στους ενάγοντες την κυριότητα του υπ' αριθμ. 403 κληροτεμαχίου του Αγροκτήματος "..." της άλλοτε Κοινότητας ... του Νομού ... Στον ... το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει από κληρονομία της συζύγου του ..., η οποία πέθανε την 4-3-1988, με βάση την από 25-9-1969 ιδιόγραφη διαθήκη της, την οποία κληρονομία αυτός αποδέχθηκε με την 7850/6-10-1989 δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Μίσχου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Στην ... το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με βάση τον ... τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα Το έτος 1968, με την Α 9275/3042/1968 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, το εν λόγω ακίνητο απαλλοτριώθηκε, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες του Ε.Ο.Τ.
και η απαλλοτρίωση αυτή συντελέσθηκε, μετά την καταβολή της αποζημίωσης που είχε ορισθεί γι' αυτό στην ιδιοκτήτριά του ... Ακολούθως, η συντελεσμένη αυτή απαλλοτρίωση ανακλήθηκε, με την 0283/353/Ν.9104/9-5-1985 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας και Οικονομικών, η οποία, αφού επιστράφηκε από την ... η αποζημίωση που είχε εισπραχθεί από αυτή, μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα να επανακτηθεί η κυριότητα του ακινήτου αυτού από την προηγούμενη κυρία του ..., εις βάρος της οποίας είχε γίνει η απαλλοτρίωσή του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου έγιναν οι ενάγοντες και απέρριψε, ως αβάσιμη, την ένσταση απόκτησης δικής του κυριότητας σε αυτό, με έκτακτη χρησικτησία, πού είχε προβάλει ο εναγόμενος, ο οποίος προς θεμελίωσή της ισχυρίσθηκε ότι το ακίνητο αυτό το νεμόταν με διάνοια κυρίου από το 1962 έως το 1990 ο πατέρας του ...
και ακολούθως, ως διάδοχός του, αυτός έως το έτος 1990. Ειδικότερα, έκρινε το Εφετείο, ότι κατά το διάστημα από το έτος 1968, που είχε συντελεσθεί η υπέρ του Ε.Ο.Τ. απαλλοτρίωσή του, έως το 1986, που ανακλήθηκε η απαλλοτρίωσή του, νομέας του ακινήτου αυτού θεωρείται, κατά νόμο, ο Ε.Ο.Τ. και αυτό δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, με συνέπεια να μην μπορεί να συμπληρωθεί συνεχής επί 20 χρόνια νομή από τον εναγόμενο έως όχι μόνο το 1990, αλλά και το 1996, που ασκήθηκε η αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος τις κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείου παραβίασε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της ανωτέρω ένστασης ισχυρισμό του, ότι για τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό του έπρεπε, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1051 του ΑΚ, να υπολογισθεί και ο χρόνος από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης έως την ανάκλησή της, όταν νομέας αυτού κατά νόμο θεωρείται ότι ήταν ο Ε.Ο.Τ., αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο εκ του πράγματος έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αυτός δεν ήταν νόμιμος, διότι, κατά τα προεκτιθέμενα, ο αυθαίρετος κάτοχος, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ο αναιρεσείων, δεν μπορούσε, κατ' ανάλογη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης (1051 του ΑΚ), να συνυπολογίσει, για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας, στη δική του νομή και την νομή του Ε.Ο.Τ, υπέρ του οποίου είχε γίνει η απαλλοτρίωση και ο οποίος θεωρείται ότι ήταν νομέας του από τη συντέλεση έως την ανάκληση της απαλλοτρίωσης.
Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομικά του επιχειρήματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων και ειδικότερα ως προς τη νομική δυνατότητα να χρησιδεσποθεί το επίδικο ακίνητο κατά το διάστημα αφότου είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωσή του και έως την ανάκλησή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, ό ίδιος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο γεγονότα, τα οποία αυτοί δεν είχαν επικαλεσθεί με την αγωγή τους, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκώς στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, με αναγωγή στην απόκτηση κυριότητας σε αυτό εκ μέρους του απώτερου δικαιοπάροχού τους με τον πρωτότυπο τρόπο της παραχώρησής του, ως γεωργικού κλήρου, με παραχωρητήριο που μεταγράφηκε νόμιμα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-1995 αίτηση του ... για αναίρεση της 2500/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ