Legislator Case Law & Legislation
834/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employment dismissal and damages award due to procedural errors and insufficient evidence.

Case Number 834/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the public transport organization against the lower courts' rulings regarding an employee's dismissal and damages. The appellant argued that the dismissal violated internal promotion rules and that the damages award lacked specific factual basis regarding the parties' financial status. The court found the dismissal illegal due to the employer's failure to follow proper appointment procedures and upheld the damages award because the complaint document adequately referenced the relevant social and economic circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 K.Pol.D.; Art. 524 para. 3 K.Pol.D.; Art. 932 A.K.: An appeal is admissible only against final judgments concluding the trial, and a dismissal of an appeal due to the appellant's default constitutes a substantive rejection of the appeal grounds; conversely, a general reference to the parties' social and economic status in a claim for moral damages satisfies the requirement of specificity.

Keywords

AI generated
labor law appeal dismissal procedure moral damages default judgment substantive rejection employment promotion civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 K.Pol.D.
Art. 524 para. 3 K.Pol.D.
Art. 932 A.K.
Art. 559 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 16/90
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 834 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 834/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΟΑΣΘ)", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Κουρκουβάτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34746/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3091/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/1/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη αυτή γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, καθόσον, παρά το ότι στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο ή δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι μόνο η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. 'Ετσι τα τυχόν σφάλματα της τελευταίας αυτής αποφάσεως, που επικυρώθηκε από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της εφετειακής αποφάσεως, εφόσον συνιστούν αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.

Α.Π. 16/90). Στη προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της 3091/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 34746/2002 αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Θεσ/νίκης λόγω ερημοδικίας του και β) κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Θεσ/νικης.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Σύμφωνα με το Γεν. Κανονισμό Προσωπικού του αναιρεσείοντος Οργανισμού ΓΕΚΑΠ /ΟΑΣΘ (κανονισμός Γ) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των Ν.Δ. 3721/1957, 71511970 και 1279/1972, εγκρίθηκε με την 14412/1973 ΚΥΑ που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 364/73 τεύχος β') και επέχει ισχύ νόμου, καθορίζονται η διαδικασία προαγωγών, τα προσόντα των προαγομένων και οι προϋποθέσεις προαγωγής του προσωπικού γραφείων. Ειδικότερα κατά το άρθρο 10 παρ. 3 περ. γ' του παραπάνω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την 18/1233/2000 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε στον τοπικό ημερήσιο τύπο στις 15-1-2000, για την προαγωγή από τον Δ' στον Γ' βαθμό και από τον Γ' στο Β' για τον μέλλοντα να καταλάβει θέση τμηματάρχη της υπηρεσίας κινήσεως απαιτείται πτυχίο ΑΕΙ της χώρας ή ισότιμων σχολών του εξωτερικού. Κατά το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού για τη προαγωγή από βαθμό σε βαθμό ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει συμπληρώσει στον κατώτερο βαθμό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας τριών ετών και να κατέχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του βαθμού στον οποίο προάγεται. Με το άρθρο 5 παρ. 3

του παραπάνω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη Θεσ/νίκης, στην περίπτωση που οι κατέχοντες στους βαθμούς Δ' και Ε' στερούνται των προβλεπόμενων για την κατάληψη των θέσεων τυπικών προσόντων επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Κανονισμού, πλήρωση θέσεων των βαθμών Β' και Γ του προσωπικού γραφείων είτε με πρόσληψη, είτε με επιλογή προσώπων από τον εισαγωγικό βαθμό, δηλαδή τον ΣΤ', που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα για τις θέσεις αυτές τυπικά προσόντα και έχουν τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία στον ΟΑΣΘ και δεν συμπληρώνουν το 58ο έτος της ηλικίας τους κατά το χρόνο της ανάληψης των καθηκόντων τους.

Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως παραπάνω διατάξεως η προσφυγή στη διαδικασία προαγωγών με βάση τη διάταξη αυτή γίνεται όταν οι κατέχοντες τους βαθμούς Δ' και Ε' μισθωτός δεν έχουν τα τυπικά προσόντα, δηλαδή τριετή προϋπηρεσία στον κατώτερο βαθμό, για την προαγωγή τους στους βαθμούς Β' η Γ'. Όμως στη περίπτωση αυτή η επιλογή προς προαγωγή δεν γίνεται αδιακρίτως μεταξύ των κατεχόντων τους βαθμούς Δ' και Ε' μισθωτούς, αλλά, όταν υπάρχουν μισθωτοί κατέχοντες τον Δ' βαθμό, αποκλείονται της προαγωγής στον βαθμό Γ' μισθωτοί κατέχοντες τον Ε' βαθμό.

Αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ότι ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα μπορεί να προσλάβει απευθείας μισθωτό με βαθμό Γ' ή να προαγάγει στον βαθμό Γ' υπηρετούντες μισθωτούς που κατέχουν αδιακρίτως βαθμούς Δ' ή Ε' ή ΣΤ', είναι αντίθετη με σκοπό της παραπάνω διατάξεως, με την οποία σκοπήθηκε μόνο η πλήρωση θέσεων Β' ή Γ' βαθμών από πτυχιούχους ΑΕΙ ακόμη και αν δεν υπάρχουν μισθωτοί που να έχουν το τυπικό προσόν της τριετούς υπηρσίας στον προηγούμενο βαθμό και όχι η ανατροπή της ομαλής βαθμολογικής

εξελίξεως

των υπηρετούντων μισθωτών. Εξάλλου κατά το άρθρο 2 του παραπάνω Κανονισμού το προσωπικό του ΟΑΣΘ διακρίνεται στις κατηγορίες α) προσωπικό γραφείων όλων των υπηρεσιών β) προσωπικό κινήσεως γ) προσωπικό συντηρήσεως και δ) υπηρετικό (λοιπό) προσωπικό. Με τα άρθρα 17 έως και 26 του παραπάνω Κανονισμού ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την πρόσληψη, ένταξη, προαγωγές μετατάξεις κ.λ.π του προσωπικού κινήσεως το οποίο περιλαμβάνει τις ειδικότητες οδηγού, εισπράκτορος, ελεγκτή, σταθμάρχη και επόπτη. Το προσωπικό αυτό προσλαμβάνεται με τις ειδικότητες οδηγού ή εισπράκτορος και εξελίσσεται προαγόμενο στις λοιπές κατά σειρά ειδικότητρς. Η διάταξη του άρθρου 26 του κανονισμού κατά την οποία "προαγωγής δικαιούνται μόνο οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό της Υπηρεσίας κινήσεως του ΟΑΣΘ" αφορά τις προαγωγές του προσωπικού των παραπάνω ειδικοτήτων κινήσεως, και όχι στο προσωπικό γραφείων που μπορεί να απασχολείται και στη Διεύθυνση Κινήσεως.

Εν προκειμένω το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 21-9-1982, αρχικά υπό δοκιμαστική υπηρεσία διάρκειας ενός έτους, από δε την 1-10-1983 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό γραφείων αυτού και συγκεκριμένα στην οικονομική του υπηρεσία και σε κενή οργανική θέση βοηθού λογιστή.

Ύστερα από ευδόκιμη σταδιοδρομία και υπηρεσιακή εξέλιξη προήχθη κατ' εκλογήν την 1-3-1995, καταλαμβάνοντας αντίστοιχη κενή οργανική θέση, στο βαθμό του λογιστή β' και στις 21-11-1997 προήχθη, επίσης κατ' εκλογήν, σε λογιστή α' (Δ Βαθμός), καταλαμβάνοντας ομοίως αντίστοιχη κενή οργανική θέση. Αυτός είναι πτυχιούχος του Τμήματος Μαθηματικού της Φυσικομαθηματικής Σχολής και κάτοχος πτυχίου μηχανικού πληροφορικής ΤΕΙ Θεσσαλονίκης.

Ο Ι. Μ. προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα την 1-11-1963, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εισπράκτορας αστικού λεωφορείου, υπαγόμενος στο προσωπικό κινήσεως αυτού. Ως εισπράκτορας απασχολήθηκε μέχρι τις 15-4-1972, οπότε και μετετάγη στη θέση του ελεγκτή. Με την ιδιότητα αυτή πρόσφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 1-12-1978, αφότου προήχθη στο βαθμό του σταθμάρχη.

Κατόπιν αιτήσεώς του στις 30-9-1988 μετατάχθηκε στο προσωπικό γραφείων και σε κενή οργανική θέση της διοικητικής υπηρεσίας του ΟΑΣΘ, ως γραφέας (Στ' βαθμός). Από την 1-3-1999 προήχθη κατ' εκλογήν για την κάλυψη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης στο βαθμό του Γραμματέα της διοικητικής υπηρεσίας (βαθμός Ε'). Στις 21-1-2000 συνήλθε το διοικητικό συμβούλιο τoυ αναιρεσείοντος, προκειμένου, μεταξύ άλλων, ν' αποφασίσει, μετά την προαναφερθείσα τροποποίηση του κανονισμού Γ' αυτού, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Τμηματαρχών των διαφόρων υπηρεσιών του.

Με την υπ' αριθμ. 3/21-1-2000 απόφασή του το πιο πάνω αρμόδιο όργανο του αναιρεσείοντος αποφάσισε ομόφωνα, μεταξύ άλλων, και την προαγωγή, όχι του αναιρεσίβλητου αλλά του Μ. (κατά δύο βαθμούς), για να καταλάβει την υπάρχουσα κενή οργανική θέση του Τμηματάρχη της υπηρεσίας κινήσεως (βαθμός Γ). Η απόφαση αυτή δεν είναι σύννομη, λήφθηκε δηλαδή κατά παράβαση του προμνησθέντος άρθρου 5 παρ. 3 του Κανονισμού Γ'.

Τούτο, γιατί ο αναιρεσίβλητος διέθετε το απαιτούμενο τυπικό προσόν της κατοχής πτυχίου Α.Ε.Ι. της Χώρας (άρθρο 10 παρ. 3 περ. γ' του εν λόγω Κανονισμού) και κατείχε ανώτερο βαθμό, ήτοι το βαθμό Δ' του λογιστή α' στην οικονομική υπηρεσία τoυ αναιρεσείοντος, από τον προαχθέντα Ι. Μ., που κατείχε το βαθμό Ε' υπηρεσίας του

αναιρεσείοντος. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προαχθεί στη θέση του Τμηματάρχη της υπηρεσίας

κινήσεως του εναγομένου, καθόσον αυτός υπηρετούσε σε άλλη υπηρεσία και συγκεκριμένα στην οικονομική υπηρεσία,

είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον τέτοιος περιορισμός δεν προβλέπεται από τον προαναφερόμενο Κανονισμό του ούτε, άλλωστε, και από το Γενικό οργανισμό του Ο.Α.Σ.Θ.. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε την αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της, καθόσον έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τα νόμιμα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στο βαθμό Γ' σε υπάρχουσα κενή οργανική θέση Τμηματάρχη της Υπηρεσίας Κινήσεως, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των αρθρ. 5 παρ. 3 και 26 του παραπάνω Γεν.

Κανονισμού του Προσωπικού του αναιρεσείοντος, επομένως δε πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. 'Ένα όμως μέλος του δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χ. Μ., έχει την εξής γνώμη. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού του αναιρεσείοντος "Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης" συνάγεται ότι οι τακτικές προαγωγές των υπαλλήλων του από βαθμού εις ανώτερου τοιούτου γίνονται μεταξύ εκείνων του προηγουμένου που έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον τελευταίον (ανώτερο).

Κατ' εξαίρεση και στην περίπτωση που οι κατέχοντες τους βαθμούς Δ' και Ε' στερούνται των προβλεπομένων για την κατάληψη των βαθμών Β' και Γ' τυπικών προσόντων, η πλήρωση των θέσεων των βαθμών αυτών γίνεται είτε με πρόσληψη, είτε με επιλογή προσώπου από τον εισαγωγικό βαθμό, δηλαδή σου ΣΤ, που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα για τις θέσεις αυτές τυπικά προσόντα και έχουν τουλάχιστον πενταετή προϋπηρεσία στον αναιρεσείοντα και δεν έχουν συμπληρωθεί το 58ον έτος της ηλικίας τους, κατά τον χρόνον ανάληψης των καθηκόντων τους.

Η στην περίπτωση αυτή πλήρωση των κενών θέσεων των άνω βαθμών (Β' και Γ') είτε με πρόσληψη, είτε με επιλογή προσώπων από τον εισαγωγικό βαθμό (ΣΤ'), συνιστά ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος και απόκειται στην απόλυτη κρίση του, η οποία ελέγχεται μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή για καταχρηστική άσκηση του.

Συνεπώς μόνη η πλήρωση των θέσεων των άνω βαθμών εκ μέρους του αναιρεσείοντος είτε με πρόσληψη, είτε με επιλογή προσώπου από τον εισαγωγικό βαθμό, χωρίς δηλαδή την συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ., δεν συνιστά παρανομία σε βάρος του κατέχοντος θέση του προηγουμένου βαθμού και παραλειφθέντος, ως μη έχοντος γα για την πλήρωση της θέσεως αυτής (Β' και Γ') τυπικά προσόντα, αλλά ακριβώς νόμιμη ενάσκηση του προβλεπομένου, κατά παρέκκλιση της διαδικασίας των τακτικών προαγωγών, από τις εν λόγω διατάξεις διευθυντικού δικαιώματος. Επομένως το δικαστήριον της ουσίας που έκρινε αντιθέτως, κατά τα προεκτεθέντα, δηλαδή ότι η πλήρωση της ρηθείσας θέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος με υπάλληλό του που κατείχε τον εισαγωγικό βαθμό και η παράλειψη του κατέχοντος τον προηγούμενον, αλλά στερουμένου του τυπικού προσόντος της επί τριετίαν κατοχής του αναιρεσιβλήτου, συνιστά παρανομίαν εις βάρος του τελευταίου και ανεγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να προαγάγει αυτόν στην εν λόγω θέση, παρεβίασε, δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τις άνω διατάξεις, ως βασίμως τούτο υποστηρίζεται με τον πρώτο της αναιρέσεως λόγον, ο οποίος έπρεπε να γίνει δεκτός.

Από τη διάταξη του αρθρ. 932 Α.Κ. προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει στον παθόντα από αδικοπραξία εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσόν αυτής μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος, το είδος της προσβολής, την έκταση του άλγους του παθόντος το τυχόν συντρέχον πταίσμα, την ηλικία και το φύλο αυτού ως και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί σε σχέση με την τελευταία παραπάνω περίσταση η μνεία εν γένει της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, όπως αυτή εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο, απόκειται δε στον εναγόμενο με αναπτυγμένη άρνηση να προτείνει και άλλα περιστατικά, σχετικά με την περίσταση αυτή, χρήσιμα για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης μη απορρίψεως ως αορίστου του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποιήσεως, καθόσον δεν αναφέρονταν στην αγωγή ειδικώτερα περιστατικά για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το γεγονός της μη νόμιμης προβολής του περί αοριστίας ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, γίνεται σ' αυτήν μνεία της περιστάσεως της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών ως προσδιοριστικής του αιτούμενου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2004 αίτηση του "Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης Ο.Α.Σ.Θ." για αναίρεση α) της 3091/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης β) της 34746/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ