Legislator Case Law & Legislation
833/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding equal treatment principle violation in employment dispute.

Case Number 833/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision rejecting his claim for equal treatment. The appellant argued that the insurance company failed to extend equal treatment principles to him compared to other employees, but the appellate court found no violation. The court ruled that the lower court properly addressed all relevant arguments regarding salary and rank, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court has substantively addressed all relevant arguments and the appellant fails to demonstrate a violation of the principle of equal treatment.

Keywords

AI generated
principle of equal treatment labor dispute appeal Code of Civil Procedure salary adjustment dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1, 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 20/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 833 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3323/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2614/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 10 Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6997/774/16-9-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με αριθμό 2614/18-5-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αριθμό 569/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγούμενη με αριθμό 1261/2018 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 2614/18-5-2022, απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από ... και με αριθ. κατάθ. ... έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 3323/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και είχε δεχτεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από ...

με αριθ. κατάθ. ... αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση της από την αρχή της ίσης μεταχείρισης και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 68, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλεται στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησής τους και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.

Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπλήρωσης της παροχής και όχι για αξίωση αποζημίωσης. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει.

Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή Διαιτητικής Απόφασης ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία.

Τα παραπάνω ισχύουν και για το δικηγόρο, που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ. α' 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία (Ολ. ΑΠ 1191/1983, ΑΠ 569/2921, ΑΠ 1364/2019, ΑΠ 227/2011).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης: Με την από ... με αριθ. κατάθ. ... αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος …, εξέθετε ότι συνδέετο με την αρχική εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας καθολική διάδοχος έχει καταστεί η εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου από …., αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία.

Ότι αν και αυτός υπέγραψε πανομοιότυπη σύμβαση και είχε τα ίδια καθήκοντα και παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες με τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του δικηγόρους, στις …. η εναγομένη γνωστοποίησε την τοποθέτηση αυτών στις ισότιμες θέσεις του Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών και του Νομικού Συμβούλου, με αντιστοίχιση του μισθού τους με εκείνον του Διευθυντή της βαθμολογικής ιεραρχίας της εναγομένης, παραλείποντας όμως την αντιστοίχιση του μισθού του ενάγοντος στον βαθμό του Διευθυντή.

Ζήτησε δε: α) να προσδιοριστεί από το Δικαστήριο ή καταβλητέα σ' αυτόν από την εναγομένη πάγια αντιμισθία κατά δίκαιη κρίση από το χρόνο άσκησης της αγωγής και στο εξής με πλήρη βαθμολογική και μισθολογική αντιστοίχισή του στο βαθμό και στο μισθό του Διευθυντή και στο 41° μισθολογικό κλιμάκιο, όπως ακριβώς εφαρμόστηκε και στους λοιπούς δικηγόρους αυτής, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει από το χρόνο άσκησης της αγωγής και στο εξής ως πάγια αντιμισθία το ποσό που προκύπτει μετά την πλήρη και ορθή εφαρμογή των κανόνων της ίσης μεταχείρισης και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόστηκαν οι κανόνες αυτοί στους λοιπούς αναφερόμενους στην αγωγή δικηγόρους αυτής, γ)να αναγνωριστεί ότι κατά το χρονικό διάστημα από … μέχρι και την άσκηση της αγωγής η πάγια αντιμισθία του έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Διευθυντή και σύμφωνα με το 41° μισθολογικό κλιμάκιο και δ) κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 166.559,49 ευρώ για τα έτη ….

έως …, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 3323/2014 οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε ως αόριστα τα υπό στοιχεία α' και β' αιτήματα της αγωγής καθώς και την επικουρική βάση αυτής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε αφενός ότι κατά το χρονικό διάστημα από ….

μέχρι την άσκηση της από …. αγωγής η πάγια αντιμισθία του ενάγοντος έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Διευθυντή και σύμφωνα με το 41° μισθολογικό κλιμάκιο και αφετέρου την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 148.539,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από …. (αρ. κατ. …) έφεσή της, με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούσε να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή.

Εκδόθηκε η με αριθμό 1261/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφάνίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής ο εφεσίβλητος-ενάγων άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από … αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 569/2021 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ανωτέρω εφετειακή απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης βάση της, (άρθρο 288 ΑΚ), κατ' αποδοχήν των εκ του άρθρου 559 αριθ. 1α και 19 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων, αφού, σύμφωνα με την εν λόγω αναιρετική απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη επέκτασης στον αναιρεσείοντα κατά τις ανωτέρω διατάξεις της οικειοθελούς παροχής ένταξης των συναδέλφων του Ξ.

Κ. και Β. Π., που αμείβονταν όπως οι φέροντες τον αντίστοιχο βαθμό (διευθυντή) της υπηρεσιακής ιεραρχίας ασφαλιστικοί υπάλληλοι της εναγομένης, δεχόμενο ότι αυτοί ήταν επιφορτισμένοι και ασκούσαν διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ασκούσε ο αναιρεσείων, χωρίς να προσδιορίζεται με ποια ιδιότητα καθένας από τους ανωτέρω ασκούσε τα διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα, ενόψει της προηγηθείσας παραδοχής, ότι η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε σε θέση διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της τον Ξ.

Κ. και τον Β. Π. σε θέση νομικού συμβούλου, χωρίς να διαλαμβάνεται ουδεμία παραδοχή για τα προσόντα του αναιρεσείοντος, τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί και ασκούσε αυτός καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του ο. αναιρεσείων σε σχέση με τους ανωτέρω συναδέλφους τους, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Ακολούθως, με την από ... (αριθ. κατάθ. ...) κλήση του ενάγοντος, επαναφέρθηκε νόμιμα για συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της, ήτοι κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή κατά τη βάση της την ερειδόμενη στις διατάξεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στη θέση δε της αρχικής εκκαλούσας-εναγομένης υπεισήλθε και συνέχισε τη δίκη η καθολική της διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ-ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δυνάμει της με αριθμό ...-2018 απόφασης του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2614/2022 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης βάση της και απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο, εξετάζοντας την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση κατ' άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ και συνεκτιμώντας τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών και μέλος του ΔΣΑ από … , προσλήφθηκε στις … από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (βλ.

την ...-2018 απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, την ...-2018 ανακοίνωση στο ΓΕΜΗ και την ...-2020 ανακοίνωση στο ΓΕΜΗ), με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να παρέχει σ' αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αμοιβή, που καθορίζετο στο ενιαίο μισθολόγιο της εναγομένης που αφορούσε το προσωπικό της.

Τον ίδιο χρόνο με τον ενάγοντα προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία και οι δικηγόροι Αθηνών, Β. Π. και Ξ. Κ., ενώ το έτος … προσλήφθηκε η δικηγόρος Αθηνών, Θ. Ρ.. Η νομική υπηρεσία της εναγομένης αποτελείτο από τα ανωτέρω πρόσωπα, καθώς και από το δικηγόρο Αθηνών, Π. Κ.. Στα καθήκοντα των προαναφερόμενων δικηγόρων περιλαμβανόταν κυρίως η εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον των δικαστηρίων και άλλων αρχών, η γνωμοδότηση για κάθε νομικό ζήτημα που αντιμετώπιζε και ο έλεγχος των συμβάσεων που υπέγραφε.

Παράλληλα, η εναγομένη εταιρεία για την εκπροσώπησή της ενώπιον των δικαστηρίων, σε υποθέσεις κυρίως του Κλάδου των Αυτοκινήτων (λόγω του μεγάλου όγκου), χρησιμοποιούσε εξωτερικούς συνεργάτες δικηγόρους (βλ. το … έγγραφο του Δ/ντος Συμβούλου της εναγομένης). Επίσης, με απόφαση του Δ/ντος Συμβούλου της εναγομένης γινόταν εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων και απασχόλησης των δικηγόρων της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών, ο δε ενάγων ασχολείτο κυρίως με τον κλάδο των αυτοκινήτων και σκαφών (ασφαλίσεις περιουσίας, ζημιών και ατυχημάτων).

Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών, συνεργαζόταν με τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων των κλάδων που του είχαν ανατεθεί και γνωμοδοτούσε για την υπαιτιότητα, το βαθμό υπαιτιότητας, το ύψος της αποζημίωσης σε υποθέσεις ατυχημάτων, εισηγείτο για τη δικαστική ή συμβιβαστική επίλυση των διαφορών, γνωμοδοτούσε για την άσκηση ενδίκων μέσων ή αγωγών εξ αναγωγής, χειριζόταν δικαστικά ορισμένες υποθέσεις ο ίδιος, πέραν αυτών που ανατίθεντο σε εξωτερικούς συνεργάτες, επεξεργαζόταν τους ειδικούς όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, συνεργαζόταν με τους πραγματογνώμονες, υποδείκνυε δε ενίοτε και δικηγόρους για τη δικαστική διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Παρεβρισκόταν στα γραφεία της εναγομένης, όποτε τούτο ήταν αναγκαίο για τη διεκπεραίωση των νομικών υποθέσεων των κλάδων που του είχαν ανατεθεί. Με την από … απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στο προσωπικό της με την ... ανακοίνωση της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης αυτής, τροποποιήθηκε το οργανόγραμμα της εταιρείας σε ό,τι είχε σχέση με τη Νομική Υπηρεσία, η οποία διαρθρώθηκε ως εξής: 1.

Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών 2. Νομικός Σύμβουλος-Γραμματεία - Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών - Νομικού Συμβούλου, κατανεμήθηκαν δε μεταξύ τους οι αρμοδιότητες και στη μεν Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών, η οποία θα είχε την ευθύνη λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 13 Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων, στο δε Νομικό Σύμβουλο, ο οποίος θα είχε την ευθύνη λειτουργίας των Διοικητικών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων της Εταιρείας, θα προετοίμαζε τα θέματα ημερήσιας διάταξης, θα συμμετείχε σ' αυτά και θα επιμελείτο της σύνταξης των σχετικών πρακτικών, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 9 Διευθύνσεων.

Ειδικότερα, στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών ανατέθηκε η νομική υποστήριξη των Διευθύνσεων Αναλογιστικής, Ατομικών Ζωής, Ομαδικών Ζωής και Υγείας, Τεχνικών Ασφαλίσεων, Ανάπτυξης Δικτύου Συντονιστών, Τραπεζικών Δικτύων, Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, Τεχνολογίας Πληροφορικής καθώς και των Υποδιευθύνσεων Μεταφορών - Σκαφών και Πληρωμάτων Πλοίων, Έρευνας Αγοράς, Εκπαίδευσης, Εναλλακτικών Δικτύων και Πελατών, ενώ στο Νομικό Σύμβουλο ανατέθηκε η νομική υποστήριξη των Διευθύνσεων Εσωτερικού Ελέγχου, Επιχειρησιακού Σχεδιασμού, Αντασφαλίσεων, Αυτοκινήτων, Πυρός, Αγροτικών Ασφαλίσεων, Ανάπτυξης Δικτύου Συνεργατών Πρακτόρων και ΑΣΟ, Συντονισμού Περιφερειακών Μονάδων και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών (βλ.

το με αριθμό … απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης Δ.Σ.). Με την ίδια απόφαση του Δ.Σ. της, η εναγομένη ενέταξε βαθμολογικά το συνάδελφο του ενάγοντος Β. Π., κατ' αντιστοιχία στο βαθμολόγιο των υπαλλήλων της, στο βαθμό του Διευθυντή από …. και προήγαγε το συνάδελφο του ενάγοντος Ξ. Κ. από τον κατ' αντιστοιχία κατεχόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή στο βαθμό του Διευθυντή από …, παράλληλα δε τοποθέτησε ως Διευθυντή στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών τον Ξ.

Κ. και στην ισότιμη με τη θέση του Διευθυντή θέση του Νομικού Συμβούλου τοποθέτησε ως Διευθυντή τον Β. Π. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να προσαυξάνονται έκτοτε μηνιαίως οι αποδοχές των ανωτέρω με το επίδομα βαθμού Διευθυντή και το επίδομα ευθύνης βαθμού Διευθυντή. Αρχικά, όπως συνομολογείται (αφού δεν αμφισβητείται) και από τις δύο πλευρές, οι δύο προαναφερόμενοι δικηγόροι διέθεταν τα ίδια ουσιαστικά και τυπικά προσόντα με τον ενάγοντα, ήτοι κατείχαν όλοι το πτυχίο της νομικής σχολής, χωρίς να κατέχει κάποιος από τους τρεις άλλο τίτλο σπουδών.

Ο εκ των άνω συναδέλφων του ενάγοντος, Ξ. Κ., από …. επιφορτίστηκε με διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ασκούσε ο ενάγων, ήτοι ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, είχε την ευθύνη και την εποπτεία της λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, ήτοι εκτιμούσε τα αποτελέσματα των δικών, επόπτευε το έργο των άλλων δικηγόρων, μεταξύ των οποίων και οι εξωτερικοί συνεργάτες της εταιρείας που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ανά την Ελλάδα, στις 13 Διευθύνσεις και Υποδιευθύνσεις, των οποίων η νομική υποστήριξη του είχε ανατεθεί, παρευρισκόταν στα γραφεία της εταιρείας καθημερινά και επί πολλές ώρες, γνωμοδοτούσε για τα νομικά ζητήματα καθώς και για την άσκηση ενδίκων μέσων στις δικαστικές υποθέσεις και των 13 προαναφερόμενων Διευθύνσεων και κατά συνέπεια ασκούσε ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετική υπηρεσία από τον ενάγοντα.

Ο εκ των άνω συναδέλφων του ενάγοντος, Β. Π., από … επιφορτίστηκε με διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ασκούσε ο ενάγων, ήτοι ως Νομικός Σύμβουλος, είχε την ευθύνη λειτουργίας των Διοικητικών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων της Εταιρείας, προετοίμαζε τα θέματα ημερήσιας διάταξης, συμμετείχε σ' αυτά, γνωμοδοτούσε για τα νομικά ζητήματα και επιμελείτο της σύνταξης των σχετικών πρακτικών, πέραν του ότι είχε την ευθύνη και την εποπτεία της λειτουργίας των 9 Διευθύνσεων των οποίων η νομική υποστήριξη του είχε ανατεθεί, ασκώντας εποπτεία στο έργο των άλλων δικηγόρων, μεταξύ των οποίων και οι εξωτερικοί συνεργάτες της εταιρείας που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ανά την Ελλάδα, στις 9 προαναφερόμενες Διευθύνσεις, παρευρισκόταν στα γραφεία της εταιρείας καθημερινά και επί πολλές ώρες, και κατά συνέπεια ασκούσε ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετική υπηρεσία από τον ενάγοντα.

Ως εκ τούτου, δεν μπορεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης να επεκταθεί και στον ενάγοντα η οικειοθελής παροχή της ένταξης των άνω δικηγόρων συναδέλφων του στο βαθμό του Διευθυντή, που είχε σαν αποτέλεσμα να αμείβονται όπως οι φέροντες τον αντίστοιχο βαθμό της υπηρεσιακής ιεραρχίας ασφαλιστικοί υπάλληλοι της εναγομένης, λαμβάνοντας, δηλαδή, επιπλέον μηνιαίως το επίδομα βαθμού Διευθυντή και το επίδομα ευθύνης βαθμού Διευθυντή, συνεπώς η βάση αυτή της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αντίθετα, δεχόμενο αφενός, ότι τα καθήκοντα του ενάγοντος δεν διαφοροποιούνταν σε σχέση με τα προαναφερόμενα καθήκοντα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, Ξ. Κ. καθώς και με τα καθήκοντα του Νομικού Συμβούλου της εναγομένης, Β.

Π. και αφετέρου ότι έπρεπε η εναγομένη, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να καταβάλει στον ενάγοντα κατά τα έτη … έως … τα μηνιαία επιδόματα που αντιστοιχούν στο βαθμό του Διευθυντή, ήτοι το επίδομα βαθμού Διευθυντή και το επίδομα ευθύνης βαθμού Διευθυντή, ακολούθως δε αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 148.539,75 ευρώ, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι τέταρτος, πέμπτος κατά το σχετικό τμήμα του και έκτος λόγοι της έφεσης που σχετίζονται με το αναιρεθέν μέρος της 1261/2018 εφετειακής απόφασης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η 3323/2014 εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τη βάση της κατά τις διατάξεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την αντίστοιχη βάση της, παρέλκει δε η εξέταση του δεύτερου λόγου της έφεσης, που αφορά στην παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος".

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 203/2022. ΑΠ 1093/2020 667/2018). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016).

Εξάλλου, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει συνεπώς τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1094/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013). Τέλος, δεν στοιχειοθετείται, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1646/2018), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018,ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ, 203/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).

Ειδικότερα παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1797/2022, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019).

Προσέτι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε, την απόδειξή του γι' αυτά. Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 385/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 576/2018).

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 128/2022, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).

Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2022, ΑΠ 1389/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτίαση εκ του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ελήφθησαν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι "...

στη μεν Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών, η οποία θα είχε την ευθύνη λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 13 Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων, στο δε Νομικό Σύμβουλο, ο οποίος θα είχε την ευθύνη λειτουργίας των Διοικητικών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων της Εταιρείας, θα προετοίμαζε τα θέματα ημερήσιας διάταξης, θα συμμετείχε σ' αυτά και θα επιμελείτο της σύνταξης των σχετικών πρακτικών, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 9 Διευθύνσεων [αναφέρονται αναλυτικά οι Διευθύνσεις καθενός]", ενώ τα παραπάνω δεν είχαν προταθεί αφού δεν αποτελούσαν περιεχόμενο της προβληθείσας από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη και αναφερόμενης στις σελίδες 17-18 των προτάσεών της στην πρωτοβάθμια δίκη, 17-18 της έφεσης, 2-4 και 28-29 των προτάσεων της στο Εφετείο, ένστασής της περί ύπαρξης ειδικού και σοβαρού λόγου, που δικαιολογούσε αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση των συναδέλφων του αναιρεσείοντος Β.

Π. και Ξ. Κ. έναντι αυτού. Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη στις ως άνω προτάσεις της και στον πέμπτο λόγο έφεσης εκθέτει μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Ο δικηγόρος Β. Π. τοποθετήθηκε στη θέση του Νομικού Συμβούλου-Διευθυντής της εταιρείας και ο τίτλος "Διευθυντής" δεν αποτελεί βαθμό της ιεραρχίας των ασφαλιστικών υπαλλήλλων, ούτε επέκταση του κανονισμού και επ' αυτού, αλλά είναι ο τίτλος της θέσης ευθύνης που του ανατέθηκε, δηλαδή αυτή του Διευθυντή Νομικού Συμβούλου της Εταιρείας.

Αντίστοιχα στον δικηγόρο κ. Ξ. Κ., που κατείχε τη θέση του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της εταιρείας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ Α.Ε, που συγχωνεύθηκε από το έτος … με την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. ανατέθηκε η ευθύνη της θέσης του Προϊσταμένου και ονομάστηκε Διευθυντής της Νομικής Διεύθυνσης [....].

Οι υπηρεσίες που ανατέθηκαν στους ως άνω Δικηγόρους είναι εντελώς διάφορες από εκείνες που εκτελούσε ο αντίδικος και συγκεκριμένα: Ο Νομικός Σύμβουλος της εταιρείας, ενδεικτικά, παρέχει τις Νομικές του Συμβουλές στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, είναι εγκατεστημένος στα γραφεία της εταιρείας, καθόλο το ωράριο καθημερινής λειτουργίας της, γνωμοδοτεί επί παντός θέματος που τίθεται υπόψη του, παρίσταται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, επιμελείται των πρακτικών και όλων των νομικών υποθέσεων του διοικητικού Συμβουλίου.

Ο Διευθυντής της Νομικής Διεύθυνσης, ενδεικτικά, παραμένει στα γραφεία της εταιρείας καθόλο το ωράριο λειτουργίας της, μελετά όλα τα εισερχόμενα δικόγραφα, αναθέτει τη διεκπεραίωση υποθέσεων σε συνεργάτες δικηγόρους σε όλη τη χώρα, παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων, αποφαίνεται για την άσκηση ενδίκων μέσων και γενικώς εποπτεύει όλο το φάσμα των νομικών εργασιών της εταιρείας, συνεπικουρούμενος από την Υποδιευθύντρια της Νομικής Διεύθυνσης.

Αντίθετα ο ενάγων διεκπεραιώνει τις υποθέσεις που του ανατίθενται από τους έχοντες τη σχετική αρμοδιότητα συναδέλφους του και δεν έχει επωμιστεί καμία επί πλέον ευθύνη πέραν αυτής του έμμισθου δικηγόρου, που υποχρεούται να εκτελεί με επιμέλεια τις υποθέσεις που του ανατίθενται". Με τα παραπάνω εκτιθέμενα στον πέμπτο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης καθώς και στις προτάσεις της αμφοτέρων των βαθμών, η τελευταία, ισχυριζόμενη κατ' ένταση ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι ενόψει της ανάθεσης στους ως άνω συναδέλφους του αναιρεσείοντος, θέσεων ευθύνης, διαφοροποιήθηκαν αυτοί, διαφοροποιούνταν συνεπώς και μισθολογικά έναντι του ενάγοντος, λόγω των επιδομάτων που συναρτώνται με τη θέση τους, αλλά και ως προς τα καθήκοντα τους, αφού λόγω της θέσης τους, επιβαρύνθηκαν με περισσότερα και διαφορετικά καθήκοντα από τον αναιρεσείοντα, ανέφερε δε ενδεικτικά μερικά από τα καθήκοντά τους αυτά.

Τα αναφερόμενα στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο καθήκοντα, που περιέχονται και στις προεκτιθέμενες παραδοχές, ήτοι της ανάθεσης σ' αυτούς των αναφερομένων Διευθύνσεων κλάδων ασφάλισης, είναι γεγονότα που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δη από το περιεχόμενο εγγράφων, όπως αναφέρεται στις προεκτιθέμενες παραδοχές και όχι ισχυρισμοί "πράγματα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε στην σχετική με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ νομική σκέψη.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται η εκ του αρ. 8 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια, υπό την επίφαση δε της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας προσβάλλεται απαράδεκτα κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, όσον αφορά το τί αποδείχθηκε σχετικά με τα καθήκοντα καθενός εκ των προναφερομένων προσώπων.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στη αποδιδόμενη ως άνω εκ του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και επικουρικά την εκ του αρ. 1α του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου και ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της Ε. Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης), καθόσον με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν μπορούσε, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να επεκταθεί και στον ενάγοντα η οικειοθελής παροχή της ένταξης των δικηγόρων συναδέλφων του Β.

Π. και Ξ. Κ. στο βαθμό του Διευθυντή, που είχε ως αποτέλεσμα να λαμβάνουν μηνιαίως αυτοί τα επιδόματα βαθμού Διευθυντή και ευθύνης βαθμού Διευθυντή. Ειδικότερα αιτιάται: α) ότι υφίσταται αντίφαση ως προς το πώς γινόταν η κατανομή των αρμοδιοτήτων των δικηγόρων της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, ήτοι αναφέρεται ταυτόχρονα ότι γινόταν αφενός με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, αφετέρου με απόφαση του Δ.Σ.

της εναγομένης, χωρίς να προκύπτει ποίο από τα δύο ισχύει, β) δέχεται όλως αντιφατικά η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι Διευθύνσεις Αυτοκινήτων και Πυρός, που του είχαν ανατεθεί, είχαν ανατεθεί και στο Νομικό Σύμβουλο Β. Π. και η Υποδιεύθυνση Μεταφορών-Σκαφών και Πληρωμάτων Πλοίων καθώς και η Διεύθυνση Τεχνικών Ασφαλίσεων που του είχαν ανατεθεί, είχαν ανατεθεί και στον Ξ.

Κ. ως Διευθυντή της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών και επομένως υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές σχετικά με την σύγκριση ως προς τα ασκούμενα καθήκοντα και την υπηρεσία αυτού και των έτερων ως άνω δικηγόρων της εναγομένης, γ) ενώ δέχεται ότι οι εν λόγω συνάδελφοι του ασκούσαν ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετική υπηρεσία από αυτόν ταυτόχρονα και όλως αντιφατικά περιγράφει πανομοιότυπες ή τουλάχιστον ανάλογες συνθήκες εργασίας-καθήκοντα μεταξύ αυτού και των ως άνω δικηγόρων, όπως γνωμοδότηση επί νομικών ζητημάτων, αξιολόγηση-εισήγηση ως προς την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων, ήτοι την δικαστική ή συμβιβαστική επίλυση των διαφορών, παρουσία στα γραφεία της εναγομένης, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι παρέμενε ο ενάγων λιγότερο από τους ως άνω δικηγόρους και υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές σχετικά με τη διαφοροποίηση ως προς το ασκούμενα καθήκοντα και την υπηρεσία αυτού και των έτερων ως άνω δικηγόρων της εναγομένης.

Επιπλέον αιτιάται ανεπάρκεια των αιτιολογιών, διότι δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση την υπηρεσία που παρείχαν οι εν λόγω έτεροι δικηγόροι, στην εναγομένη πριν την αντιστοίχισή τους στο βαθμό του Διευθυντή. Όμως, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν μπορεί να επεκταθεί στον ενάγοντα η αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι οι προαναφερόμενοι συνάδελφοί του τοποθετήθηκαν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης στις … σε θέσεις ευθύνης, ήτοι του Νομικού Συμβούλου ο Β.

Π. και του Διευθυντή της Διεύθυνσης της Νομικής Υπηρεσίας ο Ξ. Κ., οι οποίες θέσεις αντιστοιχούσαν στο βαθμό του Διευθυντή των άλλων Υπηρεσιών της και έλαβαν εκ του λόγου αυτού τα επιδόματα της εν λόγω θέσης, είχαν δε υπό την ως άνω ιδιότητά τους διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά καθήκοντα, τα οποία επαρκώς αναλύονται, όπως και ότι οι συνθήκες εργασίας τους και το ωράριο τους στα γραφεία της εναγομένης αντιστοιχούσαν στις ώρες λειτουργίας αυτής, ενώ ο ενάγων παρευρισκόταν στο γραφείο, όταν ήταν αναγκαίο, για τη διεκπεραίωση των νομικών υποθέσεων των κλάδων που του είχαν ανατεθεί.

Δεν δημιουργείται συνεπώς αντίφαση αφού κατά τις ως άνω παραδοχές οι Διευθυντής και Νομικός Σύμβουλος ασκούσαν όλες τις αναφερόμενες ενέργειες της νομικής υποστήριξης στις Διευθύνσεις που τους είχαν ανατεθεί ως εποπτεύοντες και ελέγχοντες με την ως άνω ιδιότητά τους, τους έμμισθους δικηγόρους και τους λοιπούς εξωτερικούς συνεργάτες (δικηγόρους) ο δε ενάγων ασκούσε τις ενέργειες του έμμισθου δικηγόρου στις Διευθύνσεις που του είχαν ανατεθεί.

Αναλύονται ακόμη και τα καθήκοντα του αναιρεσείοντος, αλλά και τα καθήκοντα των έτερων συναδέλφων του πριν την τοποθέτηση των τελευταίων στις ως άνω θέσεις.

Συνεπώς οι προαναφερόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες καθόσον, με τις προεκτεθείσες παραδοχές καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής από το Εφετείο ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της αρχής ίσης μεταχείρισης ήτοι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ,22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Κατόπιν αυτών, απορριπτέος τυγχάνει ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του αρ. 19, αλλά και επικουρικά εκ του αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, που δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι αποδείχθηκε ότι οι συνάδελφοι του αναιρεσείοντος παρείχαν την εργασία τους από διαφορετική θέση, συνθήκες και καθήκοντα. Προσέτι με τον ίδιο λόγο αιτιάται ο αναιρεσείων πλημμέλεια εκ του αρ.1β του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και συγκεκριμένα ότι δεν μπορούν να νοηθούν διευθυντικά καθήκοντα σε μία Νομική Υπηρεσία με δύο διευθυντές, μία υποδιεθύντρια και ένα μέλος. Ο ως άνω εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναφερόμενο ως δίδαγμα της κοινής πείρας δεν αφορά ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, αλλά σε εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και επικουρικά την εκ του αριθμού 20 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από τα περιεχόμενα στο έγγραφο αυτό..

Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι "Με την από ... απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στο προσωπικό της με την ... ανακοίνωση της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης αυτής, τροποποιήθηκε το οργανόγραμμα της εταιρείας σε ό,τι είχε σχέση με τη Νομική Υπηρεσία, η οποία διαρθρώθηκε ως εξής: 1.

Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών 2. Νομικός Σύμβουλος - Γραμματεία - Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών - Νομικού Συμβούλου, κατανεμήθηκαν δε μεταξύ τους οι αρμοδιότητες και στη μεν Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών, η οποία θα είχε την ευθύνη λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 13 Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων, στο δε Νομικό Σύμβουλο, ο οποίος θα είχε την ευθύνη λειτουργίας των Διοικητικών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων της Εταιρείας, θα προετοίμαζε τα θέματα ημερήσιας διάταξης, θα συμμετείχε σ' αυτά και θα επιμελείτο της σύνταξης των σχετικών πρακτικών, ανατέθηκε η νομική υποστήριξη 9 Διευθύνσεων [ακολουθεί αναλυτική παράθεση των ως άνω Διευθύνσεων], Ότι όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα στις παραδοχές του Εφετείου, σχετικά με τα καθήκοντα και οι συνθήκες εργασίας των ανωτέρω, που αναλύονται σε αυτές (παραδοχές), βάσει των οποίων αυτό δέχτηκε τους ισχυρισμούς της εναγομένης και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι εν λόγω συνάδελφοι του ασκούσαν διαφορετικά ποσοτικά και ποιοτικά καθήκοντα από τον ενάγοντα, γεγονός που δικαιολογεί την μη επέκταση σε αυτόν της αρχής της ίσης μεταχείρισης, έγιναν δεκτά χωρίς απόδειξη.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος κατά το σκέλος αυτό της πλημμέλειας του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, που οδήγησε στην παραδοχή κατ' ουσίαν της από ... έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της από ...

αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται κατ' είδος και κατηγορία στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι επιλεκτικά κάποια από αυτά.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αποδίδει επικουρικά όπως προαναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στην αρχή του λόγου αυτού εγγράφων ήτοι 1) του υπ' αριθ. .... πρακτικού του Διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και 2) της σχετικής υπ' αρ. ...

ανακοίνωσης της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, διότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα ως άνω έγγραφα, αποδίδοντας σε αυτά νόημα αντίθετο με το υλικό τους περιεχόμενο, το οποίο ήδη προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του πρώτου σκέλους του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης.

Η παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών συνίσταται, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι στο περιεχόμενο τους αναφέρεται η τοποθέτηση των συναδέλφων του αναιρεσείοντος Β. Π. και Ξ. Κ. στις θέσεις του Νομικού Συμβούλου και του Διευθυντή της Διεύθυνσης της Νομικής Υπηρεσίας αντίστοιχα και τα ειδικότερα καθήκοντα της θέσης αυτής, καθώς και η Νομική υποστήριξη των αναλυτικά αναφερομένων σ' αυτά 9 και 13 Διευθύνσεων αντίστοιχα, δεν περιλαμβάνονται όμως στο περιεχόμενο τους τα λοιπά καθήκοντα που αναφέρονται στις προεκτιθέμενες παραδοχές ως διαφορετικά ποσοτικά και ποιοτικά από εκείνα του ενάγοντος και βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα.

Σχετικά με το λόγο αυτό στις προεκτιθέμενες παραδοχές αναφέρονται τα ως άνω έγγραφα και το περιεχόμενο τους χωρίς να προκύπτει σφάλμα ανάγνωσης αυτών. Δεν υφίσταται δε παραμόρφωση αυτών των εγγράφων, επειδή δεν αναφέρονται στο περιεχόμενο τους τα λοιπά πρόσθετα καθήκοντα των προαναφερομένων συναδέλφων του ενάγοντος, που προέκυψαν από τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδείξεων.

Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το επικουρικό του σκέλος.

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του άρθρου δ περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα αιτιάται ότι αυτός με τις προτάσεις του της δευτεροβάθμιας δίκης παραδεκτά κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, ως εφεσίβλητος και προς απόκρουση της έφεσης και του ισχυρισμού της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλήτης, περί μη παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, λόγω της διευθυντικής θέσης που είχαν οι ως άνω συνάδελφοι του και των διαφορετικών ποσοτικά και ποιοτικά καθηκόντων που παρείχαν, πρόβαλλε ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ότι η αναιρεσίβλητη αυθαίρετα και επιλεκτικά επικαλέστηκε τις διατάξεις του Κανονισμού της Εργασίας προς απόκρουση της αντιστοίχισής του στο βαθμό του Διευθυντή κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ενώ καταχρηστικά και αντίθετα στην καλή πίστη συμπεριφερόμενη δεν εμποδίστηκε από τον Κανονισμό της να αντιστοιχίσει σε βαθμό διευθυντή άλλους εμμίσθους δικηγόρους της όχι σε μία ή δύο, αλλά σε έξι τουλάχιστον περιπτώσεις (Π., Κ., Ρ.

και παλαιότερα Α., Π. και Θ.). Διατείνεται δε ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό του, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε. Ο εξεταζόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο απέρριψε στην ουσία τον ως άνω ισχυρισμό σιωπηρά, με τις αντίθετες παραδοχές του, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό όπως προαναφέρθηκε ότι δεν μπορούσε να επεκταθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι οι ανωτέρω συνάδελφοι του αναιρεσείοντος τοποθετήθηκαν με απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης σε θέσεις ισότιμες των Διευθυντών των διοικητικών υπηρεσιών της εταιρείας, λαμβάνοντας και τα ανάλογα επιδόματα της θέσης αυτής και είχαν πρόσθετα εκ της εν λόγω θέσης καθήκοντα, που ήταν διαφορετικά ποσοτικά και ποιοτικά από τα καθήκοντα του ενάγοντος που ήταν έμμισθος δικηγόρος, και δεν δέχτηκε το Εφετείο ότι η εναγομένη αύξησε τους μισθούς τους λόγω απλής αντιστοίχισης στο βαθμό του Διευθυντή, ενώ αυτοί ασκούσαν καθήκοντα απλώς έμμισθου δικηγόρου.

Συνακόλουθα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη εκ του αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω εκ του αρ. 8 περ. β' πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, άλλως έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του αρ. 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα αιτιάται ότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό του ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τον οποίο η εναγόμενη, αφού προσέλαβε το έτος … στην Νομική Υπηρεσία με πάγια αντιμισθία την δικηγόρο Θ. Ρ., αντιστοίχισε τον … τον μισθό της με τον μισθό του Υποδιευθυντή, καταβάλλοντος σε αυτήν το αντίστοιχο επίδομα βαθμού Υποδιευθυντή και το αντίστοιχο επίδομα ευθύνης βαθμού Υποδιευθυντή.

Ο ανωτέρω λόγος όσον αφορά την εκ του άρ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης και απέρριψε την αγωγή, απάντησε σε όλους τους σχετικούς με το βαθμό και το μισθό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης-εναγομένης αγωγικούς ισχυρισμούς και σχετικά αιτήματα.

Ο ίδιος ως άνω πέμπτος αναιρετικός λόγος, κατά την επικουρική αιτίαση εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον αναφέρεται στο αναιρετήριο μόνο ο αριθμός της ως άνω διάταξης χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του λόγου αυτού αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Μετά από όλα αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6997/774/16-9-2022 αίτηση για αναίρεση, της, με αριθμό 2614/18-5-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ