Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding public fund collection authority representation. The appeal is rejected because the defendant failed to appear and was not properly represented. The court ruled the lower court correctly declared the appeal inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the respondent. The decision upholds the procedural requirements for public fund collection cases. The court emphasizes the necessity of proper representation in public fund collection proceedings. The ruling clarifies the rules for inadmissibility in public fund collection appeals. The decision confirms the lower court's finding of inadmissibility. The court rejects the appeal on procedural grounds. The ruling establishes the importance of proper representation in public fund collection cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in declaring the appeal inadmissible due to the defendant's failure to appear and lack of proper representation. The court held that the lower court correctly applied the law by finding the appeal inadmissible because the defendant was not properly represented in the collection proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the defendant fails to appear or is not properly represented in public fund collection proceedings, and the lower court's declaration of inadmissibility does not violate the right of access to justice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 833 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 833/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ... (...), ως υπεισελθόν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία ... (…..),που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και εν προκειμένω από τον Διευθυντή του Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Δασκαρόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-02-2011, 4-02-2011 και 16-02-2011 ανακοπές, προσώπου μη διαδίκου στη δίκη αυτή, του Ελληνικού Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "... - ... (……..) αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6065/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1138/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-02-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017), ο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (OλAΠ 2/2001, ΑΠ1419/2019).
Ειδικότερα υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση- παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (AΠ1185/2021, AΠ363/2021, AΠ1735/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), επί δικών του Ν.
Δ/τος αυτού (ν.δ. 356/1974), το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, ήδη ο Προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με την ποινή του απαραδέκτου, σε κάθε όμως περίπτωση με την ίδια κύρωση απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Κ.Δ. 26-6/10-7-1944), ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό των Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΕΔ 27/04, Ολομ.ΑΠ 34/1988).
Εξάλλου, με το άρθρο 18 του ν. 1469/1984, στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, προστέθηκε και εδάφιο δ', με το οποίο ορίζεται : " Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των εσόδων του δημοσίου εφαρμόζονται ανάλογα και για την είσπραξη των εσόδων του ΙΚΑ και των συνεισπραττόμενων από αυτό εσόδων τρίτων οργανισμών.
Όπου δε σ` αυτές αναφέρεται Υπουργός, Δ/ντής Δημοσίου Ταμείου και υπάλληλος του Δημοσίου, νοούνται οι: Διοικητής ΙΚΑ, Δ/ντής Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ ή Δ/ντής Ταμειακής Υπηρεσίας Περ/κού ή Τοπικού Υποκ/τος ΙΚΑ και υπάλληλοι του ΙΚΑ, από τους οποίους ασκούνται οι αντίστοιχες αρμοδιότητες". Τέλος με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 (Α' 85) συνεστήθη ο ... (...) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 51 του ν.4387/2016 "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας κλπ" (Α' 85/12.5.2016) ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "...", αποκαλούμενο στο εξής "…...", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α.
αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Aπό το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, εφόσον στις περί την εκτέλεση δίκες του ΙΚΑ και ήδη του καθολικού διαδόχου αυτού ...
εφαρμόζονται αναλογικά οι ισχύουσες για το Δημόσιο στις δίκες του ΚΕΔΕ διατάξεις, για να είναι έγκυρη η επίδοση (άρθ.126 παρ.1 εδ.δ'ΚΠολΔ) οποιουδήποτε σχετικού με τη δίκη δικογράφου (κατά την έννοια των άρθρων 117,118,119, 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προς το ως άνω νπδδ, ως τέτοιων νοουμένων τόσο των υπό στενή έννοια δικογράφων, όσο και των υπό ευρεία έννοια διαδικαστικών εγγράφων ( ΑΠ 432/2002), απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου (υπό την έννοια της μη παραγωγής κατά τα προεκτεθέντα των εκ της άσκησής τους εννόμων συνεπειών στην περίπτωση παράλειψης της, ΟλΑΠ 34/1988) να γίνεται τόσο στον Διοικητή του ανωτέρω νπδδ που το εκπροσωπεί (άρθρο 59 στ' ν.4387/2016) όσο και στο όργανο που το εκπροσωπεί στη συγκεκριμένη δίκη, όπως είναι ο Δ/ντής του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων αυτού (AΠ 1507/2014, ΑΠ 650/2011, ΑΠ 1636/2002, AΠ 537/1999) και ήδη τα Κέντρα Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ κατ' άρθρο 54 του ίδιου νόμου).
Από τη σαφή δε ως άνω γραμματική διατύπωση του άρθρου 85 παρ. 1 ΚΕΔΕ συνάγεται ότι στα έγγραφα που επιδίδονται επί ποινή απαραδέκτου συμπεριλαμβάνονται και εκείνα των ενδίκων μέσων (AΠ 1396/1988) παρά το γεγονός ότι τόσο η άσκηση της έφεσης όσο και της αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεσή τους (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) ενόψει του ότι οι εν λόγω διατάξεις ως ειδικές υπερισχύουν εκείνων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτό τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για το έγκυρο της άσκησης των ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα μέτρα αυτά πρέπει να αποσκοπούν σε σκοπό συναπτόμενο προς την απονομή της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη (Α.Ε.Δ. 33/1995).
Οι διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. και 5 παρ. 1 και 2 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944, με τις οποίες επιβάλλεται η κοινοποίηση των δικογράφων, εκτός από τον διευθυντή της αρμόδιας δημοσίας οικονομικής υπηρεσίας, και στον κατ` εξοχήν αρμόδιο διαχειριστή του δημοσίου χρήματος Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος απαιτείται να έχει γενική εποπτεία επί των θεμάτων που αφορούν στα έσοδα ή έξοδα του Κράτους και στον οποίο υπάγεται το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, που εκπροσωπεί δικαστικώς το Δημόσιο, αποβλέπουν στην πραγμάτωση δημοσίου σκοπού που συνδέεται με την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης και, έστω και αν τάσσουν τη διαδικαστική αυτή πράξη επί ποινή απαραδέκτου, δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού το μέτρο αυτό, δεν είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τόσον επαχθές ώστε να θεωρηθεί ότι άγει σε κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύει η ως άνω συνταγματική διάταξη (ΑΕΔ 27/2004, ΑΠ 1849/2009).
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι τα αυτά ισχύουν και επί των περί την εκτέλεση δικών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ήδη ...), εφόσον οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση αναλόγως κατά ρητή επιταγή του άρθρου 18 του ν.1469/1984, όπως το τελευταίο συμπλήρωσε το άρθρο 27 παρ. 3δ' του ν.1846/1951. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι επί της ανακοπής που άσκησε μεταξύ άλλων και το νπδδ (……), στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το αναιρεσίβλητο νπδδ (...), κατά του 13779/2010 πίνακος κατάταξης του συμβ/φου Ν.Παπαθέου, με τον οποίον κατετάγη προνομιακώς η εκ δικηγορικών αμοιβών και εξόδων απαίτηση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 6064/2014 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την ανακοπή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου μεταρρυθμίζοντας τον εν λόγω πίνακα.
Η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής έφεση του αναιρεσείοντος κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 1138/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών λόγω της παράλειψης επίδοσής της στον Δ/ντή του Γ' Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ. Η τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, η oποία είναι παραδεκτή, εφόσον το δικόγραφό της και η πράξη του Προέδρου του παρόντος τμήματος προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκαν στον Διοικητή του αναιρεσίβλητου και στον Δ/ντή του Α' Περιφερειακού ΚΕΑΟ Αθηνών (πρώην Δ/ντή Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ βλ. 9932Δ/10-8-2020,10611Δ/26-7-2021, 10612Δ/26-7-2021, 10613Δ/26-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι.
Π.), ως εκ περισσού δε και στον Υπουργό των Οικονομικών (βλ. 9931Δ/10-8-2020,10615Δ/27-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή). Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι στην καταγόμενη ενώπιόν του δίκη επί της εφέσεως του καθού η ανακοπή (αναιρεσείοντος), με την οποία προσβάλλεται η 6065/2014 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου (το ανακόπτον -εφεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καθώς και ότι η έφεση επιδόθηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) μόνο στον Διοικητή του ΙΚΑ, χωρίς να προκύπτει επίδοσή της και στον Διευθυντή του Γ' Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων που το εκπροσωπεί στη συγκεκριμένη περί την εκτέλεση δίκη, με συνέπεια η σχετική παράλειψη να γεννά απαράδεκτο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση, για πλημμέλεια εκ του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 20 του Συντάγματος, είναι επίσης αβάσιμος, αφού το μέτρο αυτό δεν οδηγεί στην κατάλυση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, ούτε τέλος συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια, γ) εντός λογικής προθεσμίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθ.176,183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα άρθρα 21 παρ.9 ν. 1902/1990 σε συνδυασμό με 22 παρ. 1 και 3 ν. 3643/1957, 19 §1 α.ν. 1846/1951, 7 και 9 ν. 2698/1953 και 5 ν. 3210/1955 σε συνδ. με την ΥΑ 134428/1993 (εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5§12 ν. 1738/1987), 62 ν. 4387/2016 και 31 ν. 4445/2016, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (OλΑΠ21/1994, ΑΠ1441/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2019 αίτηση του Παναγιώτη Δικαίου για αναίρεση της με αρ.1138/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ