Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the cited ground was inadmissible under the law valid at the time of the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a 2013 judgment by the High Court of Chalkeida. The appellants argued that the lower court violated the statute of limitations by failing to recognize their intentional avoidance of the opposing company. The court rejected this claim because the specific legal ground relied upon did not exist in the Civil Procedure Code applicable at the time the contested decision was published.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 of the Code of Civil Procedure; Art. 255(b) of the Civil Code; The admissibility of appeal grounds is determined by the law in force at the time of the decision's publication, not the time of filing, rendering grounds non-existent under prior law inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 833 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Λουκά Μόρφη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1. Ν. Α.. …… ( αναφέρονται 197 ονόματα) .., και 199. Ε.-Γ. Π. του Α., κατοίκων .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Καραγιάννη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6/10/2016 αίτησή τους και τους από 28/9/2017 προσθέτους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 177/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η οποία διέταξε το χωρισμό της υπόθεσης, έκρινε απαρέδεκτη τη συζήτηση ως προς ορισμένους αναιρεσείοντες και απέρριψε ως προς άλλους. Για τους καλούντες ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 5/9/2018 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5.9.2018 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων, 198 τον αριθμό [επί συνόλου 212 αρχικά αναιρεσειόντων], νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτούς ασκηθείσα από 6.10.2016 και με αριθ. κατ. 124/6.10.2016 αίτηση αναίρεσης και οι με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες από 28.9.2017 και με αριθ. κατ. 89/4.10.2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 249/11.12.2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά την έκδοση, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ' αριθ. 177/24.1.2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε, ως προς τους ως άνω 198 καλούντες, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η επί της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων έκδοση οριστικής από τον Άρειο Πάγο απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα του παραδεκτού (εμπροθέσμου) ασκηθείσας μετά την 1.1.2016 αίτησης αναίρεσης μετά την πάροδο διετίας και εντός τριετίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που είχε δημοσιευθεί πριν την 1.1.2016, ζήτημα το οποίο ανέκυψε κατά την έρευνα του παραδεκτού της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης και την επί του ζητήματος αυτού έκδοση της με αριθ. 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε υπέρ της εφαρμογής της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας και στις περιπτώσεις αυτές.
Σημειώνεται ότι με την ίδια με αριθ. 177/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απορρίφθηκε με οριστική διάταξη ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 99ο, 100ο και 163ο των αρχικά αναιρεσειόντων, που είχαν αποβιώσει πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ με μη οριστική διάταξη κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους 46ο, 56ο, 61η, 122ο, 157ο, 171ο, 176ο, 179ο, 197ο και 199ο των αρχικά αναιρεσειόντων [οι τελευταίοι δεν περιλαμβάνονται στους αναγραφομένους στην αρχή της παρούσας καλούντες].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε την παράγραφο 2 εδάφ. α` του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 743/2014, ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 331/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 28.9.2017 πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4 Οκτωβρίου 2017 με αριθ. κατάθεσης 89/4.10.2017, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε εντός της αυτής προθεσμίας στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία νόμιμα, αφού οι αναιρεσείοντες - καλούντες δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται με τις προτάσεις των την έκθεση επίδοσης αυτών στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν των προαναφερομένων το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα μόνο των διαλαμβανομένων στο κυρίως δικόγραφο της από 6.10.2016 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διαλαμβάνονται σε αυτήν. Με την από 6.10.2016 και με αριθ.
κατάθ. 124/6.10.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 249/11.12.2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 5.4.2012 και με αριθ. κατάθ. 89/10.4.2012 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 343/21.7.2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 1.7.2010 και με αριθ. κατάθ. 237/2.7.2010 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων, λόγω παρόδου της από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ήδη προεκτεθέντα, και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 αποζημίωσης, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου, από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Η διάταξη αυτή θέτει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθ. 280 του ΑΚ). Εξ άλλου κατά το εδάφιο α' του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το Ν. 2112, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν. Δ/τος 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρου 5 παρ.1 του Ν.435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε Ασφαλιστικού Οργανισμού, για τη χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σ` όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρος του εργοδότη.
Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ.3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του Ν.2112/1920, "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και του β.δ/τος της 16/18 Ιουλ. 1920 "περί επεκτάσεως του Ν. 2112 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση.
Από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι το πρώτο εδάφιο προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημίωσης στην περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού με τη συναίνεση και του εργοδότη, με τη συνδρομή των οριζομένων σ` αυτό προϋποθέσεων της συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης ή της δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή του 65ου έτους της ηλικίας του μισθωτού.
Με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται και η με ελεύθερη επιλογή μονομερής πλέον λύση της εργασιακής σχέσης είτε από τον μισθωτό, είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσης και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά, ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος που να επιβάλλει τον περιορισμό της άσκησης της αγωγής καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημίωσης εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου.
Δεν είναι ουσιώδες διαφοροποιό στοιχείο μόνο το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση η λύση της εργασιακής σχέσης επέρχεται συναινετικώς και στη δεύτερη με την μονομερή ενάσκηση νομίμου δικαιώματος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άσκησης της αγωγής και στην περίπτωση της αποχώρησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Εφόσον δε με την περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ.1 του Ν.435/1976 φράση "Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν..." καλύπτεται εννοιολογικά και η αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν.3198/1955 περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη (ΟλΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της μειωμένης κατά τα άνω αποζημίωσης εφαρμόζεται και στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση (ΟλΑΠ 31/2003, ΟλΑΠ 17/2003).
Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 του Ν. 3198/55 αφορά αγωγή περί καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης που οφείλεται σύμφωνα με το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920, ήτοι εκείνης που είναι ίση με το σύνολο των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε ο απολυόμενος μισθωτός κατά τον χρόνο της καταγγελίας, εάν αυτή λάμβανε χώρα και όχι αγωγή που αφορά πρόσθετη αποζημίωση συμφωνημένη νομίμως, πέραν της οριζομένης από τον ως άνω Ν. 2112/1920 (άρθρ. 361 ΑΚ) (ΑΠ 177/2013) ή αποζημίωση που αυτός δικαιούται από άλλη αιτία, όπως από διατάξεις άλλων ειδικών νόμων, από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και από διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες παραπέμπουν στον Ν.2112/1920 μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως, εκτός αν οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν και στο άρθρο 6 του Ν.3198/1955. (ΑΠ 1950/2007, ΑΠ 943/1973).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1.7.2010 και με αριθ. κατάθ. 237/2010 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - καλούντες (198 τον αριθμό επί συνόλου αρχικά 212 εναγόντων), επικαλούμενοι ότι κατά τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 οι πρώτοι διακόσιοι δύο (202) εξ αυτών και οι ήδη αποβιώσαντες Χ.
Χ., Κ. Φ. και Α. Π., των οποίων κληρονόμοι τυγχάνουν οι λοιποί 203η έως και 212ος εξ αυτών, αποχώρησαν εκουσίως λόγω συνταξιοδότησης από την εργασία τους στην βιομηχανική επιχείρηση τσιμεντοβιομηχανίας που διατηρεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στην …., την οποία παρείχαν δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, την οποία βάσει διαμορφωμένης στην επιχείρησή της πρακτικής η εναγομένη κατέβαλε ολόκληρη, η τελευταία υπολόγισε αυτήν επί το έλαττον, μη λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της ποσοστιαίας αύξησης ορισμένων επιδομάτων, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά προς συμπλήρωση της οφειλομένης αποζημίωσης που προβλέπεται για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων διευθυντή της εναγομένης στις 2.7.2010, δυνάμει της υπ' αριθ. ….005/2.7.2010 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ν. Τ., εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 343/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, και στη συνέχεια, κατόπιν έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων, η ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (αναιρεσιβαλλομένη), που απέρριψε την αγωγή με το αιτιολογικό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής είχαν υποπέσει στην από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι οι ως άνω αξιώσεις αυτών προς συμπλήρωση της αποζημίωσης, λόγω αποχώρησης αυτών από την εργασία τους με τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης, έχουν υποπέσει στην από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 προβλεπομένη αποσβεστική προθεσμία, αφενός μεν διότι η διάταξη αυτή, που πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής μόνο στις αξιώσεις του εδαφίου β του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 που προϋποθέτουν καταγγελία της σχέσης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη ή του μισθωτού λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, όπου εκεί προβλέπεται ρητά, και όχι και στις αξιώσεις του εδαφίου α του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που προϋποθέτουν αποχώρηση του μισθωτού με την συναίνεση του εργοδότη από την εργασία του, αφετέρου δε διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο περί αποζημίωσης προβλεπομένης ευθέως από το Ν. 2112/1920, αλλά περί συμβατικής αποζημίωσης για την περίπτωση της οικειοθελούς αποχώρησής των από την εργασία τους με τη συναίνεση της εναγομένης, όπου μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης γινόταν παραπομπή στις ρυθμίσεις του Ν. 2112/1920.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι: α) η προβλεπομένη από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 προθεσμία εφαρμόζεται και για τις αξιώσεις του εδαφίου α του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όταν ο μισθωτός αποχωρεί της εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης με την συναίνεση του εργοδότη και β) διότι αντικείμενο της έχουσας το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγής δεν ήταν η καταβολή ενός επί πλέον ποσού δυνάμει κάποιας άλλης αιτίας, όπως σύμβαση (άρθ. 361 του ΑΚ), η οποία μάλιστα κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν υπήρξε, αλλά η συμπλήρωση του ποσού της οφειλομένης αποζημίωσης που προβλέπεται για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνυπολογισμού σε αυτήν του συνόλου της ποσοστιαίας αύξησης ορισμένων επιδομάτων κατά την οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την εργασία τους, εξ αιτίας συνταξιοδότησης, με τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Με τη διάταξη το άρθρου 279 του ΑΚ ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. α` του ίδιου κώδικα, που έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία, ορίζεται ότι η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ανώτερη βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1819/2012, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 950/2009).
Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής (ή της αποσβεστικής προθεσμίας) και, όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή (ή η αποσβεστική προθεσμία) συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες, σύμφωνα με το άρθρο 257 του ΑΚ (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1544/2012, ΑΠ 1284/2010).
Το γεγονός όμως ότι εξετάζεται σε άλλη εκκρεμή δίκη ζήτημα, που αποτελεί βάση άλλης αξίωσης, η οποία όμως συνδέεται με την επίδικη, δεν αποτελεί νομικό κώλυμα που εμποδίζει την δικαστική επιδίωξη της επίδικης αξίωσης , η οποία κατά την έννοια του άρθρου 251 του ΑΚ είχε ήδη γεννηθεί και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη, και κατά συνέπεια δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας που να εμποδίζει την άσκησή της από τον δικαιούχο, αλλά μπορεί να στοιχειοθετήσει κατά την περί τούτου κρίση του δικαστηρίου μόνο δικονομικό λόγο αναστολής της προόδου της νέας δίκης μέχρι την περάτωση της προηγουμένης, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ (ΑΠ 270/2009, ΑΠ 238/2003, ΣτΕ 1327/2009).
Σημειώνεται ότι για την κατά το άρθρο 251 του ΑΚ γέννηση της αξίωσης δεν απαιτείται γνώση του δικαιούχου για την ύπαρξη αυτής ή για το πρόσωπο του υποχρέου σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο άρθρο 937 του ΑΚ για τις αξιώσεις από αδικοπραξία και κατά συνέπεια η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της αξίωσής του δεν ασκεί καμία επιρροή για την έναρξη του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 679/2008, ΑΠ 129/1968 σχετ.
ΑΠ 747/2018, ΑΠ 1819/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ως μη νόμιμο τον επικουρικά προβαλλόμενο με τον δεύτερο λόγο έφεσης και προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί αναστολής της παραπάνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων άλλη αγωγή μεταξύ της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και εργαζομένων σε αυτήν, με αντικείμενο τη διάγνωση της οφειλής ή μη σχετικά με τις πιο πάνω διαφορές ως προς το ύψος των οφειλομένων από αυτήν επιδομάτων, που αποτελούσε και τη βάση των ασκηθεισών με την ένδικη αγωγή αξιώσεων (με αντικείμενο τη συμπλήρωση της αποζημίωσης των εναγόντων - εκκαλούντων), η οποία (αναστολή) διήρκησε μέχρι την δημοσίευση στις 9.2.2010 της με αριθ. 253/9.2.2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αποφάνθηκε υπέρ των απόψεων των εκεί εναγόντων επί της διαφοράς αυτής.
Και τούτο, διότι, όπως κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, το γεγονός ότι εκκρεμούσε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και του Αρείου Πάγου η πιο πάνω αγωγή, στην οποία μάλιστα διάδικος (μεταξύ άλλων εργαζομένων) ήταν μόνο ο τρίτος των εναγόντων, δεν θεμελιώνει κατά νόμο λόγο ανώτερης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 255 εδ.
α του ΑΚ, και συνακόλουθα δεν επάγεται αναστολή της παραπάνω εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, εφόσον μόνο η αμφιβολία για την εξέλιξη μιας δικαστικά επιδιώξιμης αξίωσης, δεν αποκλείει, ούτε δημιουργεί κώλυμα στην άσκηση της αγωγής με αντικείμενο τις ένδικες αξιώσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση ήταν γεγενημένες κατά τους χρόνους αποχώρησης των εναγόντων - εκκαλούντων από την εργασία τους και έκτοτε δικαστικά επιδιώξιμες.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 255 εδ. α ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 251 και 279 του ιδίου Κώδικα περί αναστολής της παραγραφής λόγω ανώτερης βίας, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση ανώτερη βία, ήτοι απρόβλεπτο γεγονός για την μη τήρηση της άνω εξάμηνης προθεσμίας, που δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί.
Συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016), "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως είναι ειδικότερα η στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδία η παντελής έλλειψη αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, που εισάγει γενικού χαρακτήρα διαχρονικού δικαίου αρχή, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο θα κριθεί, αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, καθώς και για ποιους λόγους επιτρέπεται κάθε ένα απ` αυτά (ΑΠ 196/2018).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δημοσιεύθηκε την 11.12.2013. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, το επιτρεπτό των κατ` αυτής προβαλλόμενων λόγων για αναίρεση, εφόσον πρόκειται για απόφαση πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατ' απόφασης ειρηνοδικείου, θα κριθεί με βάση το νόμο, που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσής της, αδιαφόρως του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - καλούντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το ν' απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρικώς προταθείσα ένσταση αυτών περί αναστολής της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας, για το λόγο ότι αυτοί δολίως απετράπησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη - καθής η κλήση ανώνυμη εταιρεία να προβούν στην άσκηση των ένδικων αξιώσεών τους προς συμπλήρωση της πιο πάνω αποζημίωσης, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 255 εδ.
β του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση σε συνδυασμό προς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 279 του ιδίου Κώδικα, στερώντας αυτή νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός [ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης] είναι απαράδεκτος, γιατί τέτοιος λόγος, [αντίστοιχος του προβλεπόμενου στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] δεν προβλέπονταν από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, δηλαδή με βάση το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά συνέπεια δεν συνιστά επιτρεπτό λόγο αναίρεσης.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι παραστάντες αναιρεσείοντες - καλούντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 177/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2016 και με αριθ. κατάθ. 124/2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 28.9.2017 και με αριθ. κατάθ. 89/2017 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/11.12.2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες - καλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ