Supreme Court allows appeal in labor dispute for failure to consider sworn affidavits obtained after proper summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellants argued that the appellate court failed to consider 236 sworn affidavits obtained after proper summons, which were crucial evidence regarding the validity of contract cancellations. The court ruled that the appellate court's omission of these specific evidentiary means constituted a procedural error requiring a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346 and Article 671(1)(d) of the Code of Civil Procedure: In labor disputes, sworn affidavits obtained after prior summons constitute distinct evidence that the court of first instance is legally obligated to consider and evaluate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 833 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 833/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) α) Γ. Α. του Ν. και β) Δ. Α. του Ν., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Μ. Ζ., 2) Β. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Π. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 4) Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2720/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5556/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από τη σιωπηρή κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι οι κατά τ' ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016).
2.Ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι το Μονομελές Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, της οποίας το κύρος αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη τις 2360/6-3-2013 και 2361/6-3-2013 ένορκες βεβαιώσεις των Ι.
Α. και Ε. Κ., αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες έχουν ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων που έγινε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τις οποίες αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, αναφερόμενο στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στις ουσιαστικές του παραδοχές, μνημονεύει μόνο (κατά λέξη) "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [...] και όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα", χωρίς να κάνει ουδεμία αναφορά σε ένορκες βεβαιώσεις και, μάλιστα, στις ανωτέρω αναφερόμενες.
Κατόπιν αυτού, καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολο το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, το περιεχόμενο των οποίων, κατά την άποψη των εναγόντων, θα το οδηγούσε σε διαφορετική κρίση ως προς την καταχρηστικότητα της γενομένης καταγγελίας. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.
3.Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας αυτής (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5556/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ